Αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο προγραμματίζονται οι εκφορτώσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στη Ρεβυθούσα ζητούν η ΔΕΠΑ Εμπορίας και η ΔΕΗ, θέτοντας δύο διαφορετικά ζητήματα που επηρεάζουν το κόστος προμήθειας και τη λειτουργία της αγοράς τα επόμενα χρόνια. Η ΔΕΠΑ εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για τη δέσμευση δυναμικότητας με ορίζοντα δεκαπενταετίας, ζητώντας να μετατεθούν οι δημοπρασίες που αφορούν τα πιο μακρινά έτη. Από την πλευρά της, η ΔΕΗ εισηγείται την κατάργηση των μικρότερων χρονοθυρίδων εκφόρτωσης από το 2041 και μετά, προκειμένου η Ρεβυθούσα να μπορεί να εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα τα σύγχρονα πλοία μεταφοράς LNG και να περιοριστεί το κόστος εισαγωγής.

Οι θέσεις των δύο εταιρειών αποτυπώνονται στις παρεμβάσεις που δημοσιοποίησε η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), στο πλαίσιο της διαβούλευσης επί της εισήγησης του ΔΕΣΦΑ για τον Ετήσιο Προγραμματισμό ΥΦΑ της περιόδου 2027-2041. Πρόκειται για τη διαδικασία μέσω της οποίας καθορίζεται ποιες δυνατότητες εκφόρτωσης LNG θα προσφέρονται στους χρήστες του συστήματος και πότε θα πραγματοποιούνται οι δημοπρασίες για τη δέσμευσή τους.

Το ενδιαφέρον των παρεμβάσεων βρίσκεται στο γεγονός ότι οι δύο εταιρείες προσεγγίζουν από διαφορετική αφετηρία το ίδιο ζήτημα: πώς θα εξασφαλίζεται η πρόσβαση στις υποδομές LNG με όρους που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Η ΔΕΠΑ δίνει προτεραιότητα στην ευελιξία απέναντι στις διαρκείς ανατροπές του ενεργειακού περιβάλλοντος, ενώ η ΔΕΗ εστιάζει στην οικονομικότερη αξιοποίηση των εγκαταστάσεων και στην προσαρμογή τους στις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στις διεθνείς μεταφορές φυσικού αερίου.

ΔΕΠΑ Εμπορίας: Επιφυλάξεις για τις δεσμεύσεις έως το 2041 – Ζητά αναβολή δημοπρασιών

Την επανεξέταση του δεκαπενταετούς προγραμματισμού των δημοπρασιών LNG ζητά η ΔΕΠΑ Εμπορίας, εκτιμώντας ότι οι σημερινές συνθήκες δεν επιτρέπουν στις εταιρείες να προχωρούν σε ασφαλείς επιχειρηματικές αποφάσεις για χρονικό ορίζοντα που φτάνει έως και τα 15 χρόνια.

Στην επιστολή της προς τη ΡΑΑΕΥ, η εταιρεία επαναφέρει τις αντιρρήσεις που έχει διατυπώσει ήδη από το 2023 σχετικά με την επέκταση του Ετήσιου Προγραμματισμού ΥΦΑ από τα πέντε στα δεκαπέντε έτη. Όπως υποστηρίζει, όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στη δημοπρασία και στην πραγματική χρήση της δυναμικότητας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τους συμμετέχοντες να εκτιμήσουν τις μελλοντικές ανάγκες τους, τις συνθήκες εφοδιασμού και το οικονομικό κόστος των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν.

Η παρέμβαση της ΔΕΠΑ αφορά συγκεκριμένα τις μεμονωμένες χρονοθυρίδες και την εναπομένουσα δυναμικότητα των ετών 2036 και 2040, καθώς και το σύνολο των χρονοθυρίδων που προγραμματίζεται να διατεθούν για το 2041. Η εταιρεία αμφισβητεί κατά πόσο είναι σκόπιμο να δημοπρατούνται από το 2026 δυνατότητες εκφόρτωσης που θα αξιοποιηθούν έπειτα από μία δεκαετία ή ακόμη και δεκαπέντε χρόνια.

Για να τεκμηριώσει τη θέση της, επικαλείται την εμπειρία των δημοπρασιών που πραγματοποιήθηκαν τον χειμώνα 2025-2026, σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Κατά τη ΔΕΠΑ, οι συνθήκες αυτές ανέδειξαν τις αδυναμίες ενός άκαμπτου μακροχρόνιου προγραμματισμού, καθώς οι σχετικές προβλέψεις του εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου δεν μπορούν να ενσωματώσουν επαρκώς έκτακτες εξελίξεις, όπως πολεμικές συγκρούσεις, οικονομικές κρίσεις, πανδημίες ή άλλες σοβαρές διαταραχές.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι οι έκτακτες συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν σε αδικαιολόγητα υψηλά τιμήματα στις δημοπρασίες. Το πρόσθετο κόστος, όπως επισημαίνει, επιβαρύνει αρχικά τους χρήστες των εγκαταστάσεων LNG και τελικά μπορεί να μετακυλιστεί στους καταναλωτές.

Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΠΑ καλεί τη ΡΑΑΕΥ να επανεξετάσει τη μόνιμη επέκταση του χρονικού ορίζοντα του ετήσιου προγραμματισμού. Επικαλείται παράλληλα το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο, σύμφωνα με την προσέγγισή της, προβλέπει δυνατότητα προσφοράς δυναμικότητας για χρονικό διάστημα από πέντε έως δεκαπέντε έτη, επιτρέποντας μεγαλύτερη ευελιξία.

Το άμεσο αίτημά της είναι να μη διεξαχθούν εντός του 2026 οι προτεινόμενες δημοπρασίες για τα έτη 2036, 2040 και 2041 ή, τουλάχιστον, να αναβληθεί εκείνη που αφορά το 2041. Αντίθετα, εισηγείται τη μεταφορά τους στο 2027, ώστε να υπάρξει πρόσθετος χρόνος για την αξιολόγηση των συνθηκών της αγοράς και την επανεξέταση του σχεδιασμού.

Η στάση της ΔΕΠΑ δεν συνιστά αίτημα οριστικής κατάργησης των συγκεκριμένων δημοπρασιών, αλλά παρέμβαση για τον χρόνο διεξαγωγής τους και, ευρύτερα, για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο μακροχρόνιος προγραμματισμός της δυναμικότητας LNG.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εταιρεία επανήλθε με δεύτερη επιστολή στις 19 Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής διαβούλευσης που ακολούθησε την επικαιροποιημένη εισήγηση του ΔΕΣΦΑ. Με τη νέα παρέμβασή της επανυπέβαλε τις αρχικές παρατηρήσεις της, επιμένοντας στις θέσεις που είχε διατυπώσει την 1η Σεπτεμβρίου.

ΔΕΗ: Μεγαλύτερες χρονοθυρίδες για να περιοριστεί το κόστος μεταφοράς LNG

Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η παρέμβαση της ΔΕΗ, η οποία εστιάζει στο μέγεθος των φορτίων που μπορούν να εκφορτώνονται στη Ρεβυθούσα και στην ανάγκη προσαρμογής του προγραμματισμού στις νέες συνθήκες της διεθνούς αγοράς LNG.

Η επιχείρηση προτείνει, από το 2041 και εφεξής, να καταργηθούν οι χρονοθυρίδες εκφόρτωσης χωρητικότητας 500 GWh και η διαθέσιμη ποσότητα ανά χρονοθυρίδα να διαμορφωθεί σε τουλάχιστον 1 TWh. Στόχος είναι οι δυνατότητες εκφόρτωσης που προσφέρει ο τερματικός σταθμός να βρίσκονται πιο κοντά στη χωρητικότητα των σύγχρονων δεξαμενόπλοιων LNG.

Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, η τεχνολογική εξέλιξη στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, σε συνδυασμό με την ανάγκη περιορισμού του μεταφορικού κόστους, έχει οδηγήσει στη χρήση ολοένα μεγαλύτερων πλοίων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με την αύξηση των αποστάσεων από τις οποίες πραγματοποιούνται οι εισαγωγές LNG προς την Ευρώπη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως επισημαίνει, τα πλοία που χρησιμοποιούνται σήμερα στη διεθνή αγορά έχουν κατά κανόνα χωρητικότητα 170.000 έως 180.000 κυβικών μέτρων LNG, η οποία αντιστοιχεί περίπου σε 1,1 έως 1,2 TWh ενέργειας. Πρόκειται για ποσότητες υπερδιπλάσιες σε σχέση με τις χρονοθυρίδες των 500 GWh που εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στον μακροχρόνιο σχεδιασμό.

Η διαφορά αυτή, κατά την επιχείρηση, δεν είναι αμελητέα από οικονομική άποψη. Όταν η διαθέσιμη χρονοθυρίδα δεν επαρκεί για το φορτίο ενός μεγάλου πλοίου, οι χρήστες ενδέχεται να υποχρεωθούν σε μερική εκφόρτωση, χωρίς να αξιοποιούν πλήρως τη χωρητικότητα του δεξαμενόπλοιου. Μια τέτοια πρακτική μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς και προμήθειας του φυσικού αερίου, περιορίζοντας τα οικονομικά οφέλη από τη χρήση μεγαλύτερων πλοίων.

Η ΔΕΗ εκτιμά ότι η καθιέρωση μεγαλύτερων χρονοθυρίδων θα επιτρέψει αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της Ρεβυθούσας. Ειδικότερα, θεωρεί ότι η αύξηση των ποσοτήτων LNG που διακινούνται μέσω των εγκαταστάσεων θα μπορούσε να βελτιώσει τον συντελεστή χρησιμοποίησής τους και να περιορίσει τις μοναδιαίες χρεώσεις, καθώς το συνολικό κόστος λειτουργίας θα επιμερίζεται σε μεγαλύτερους όγκους φυσικού αερίου.

Παράλληλα, συνδέει την πρότασή της με την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά LNG. Όπως υποστηρίζει, η δυνατότητα εξυπηρέτησης μεγαλύτερων φορτίων μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση των χρηστών σε περισσότερες πηγές προμήθειας και να τους επιτρέψει να αξιοποιήσουν ανταγωνιστικότερες εμπορικές προσφορές.

Κατά την εκτίμηση της εταιρείας, τα οφέλη αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε χαμηλότερο συνολικό κόστος αγοράς ενέργειας, με θετικές επιπτώσεις και για τον τελικό καταναλωτή. Πρόκειται, πάντως, για προσδοκώμενα αποτελέσματα της προτεινόμενης αλλαγής και όχι για ποσοτικοποιημένη μείωση των χρεώσεων.

Η πρόταση της ΔΕΗ έχει σαφή χρονικό προσδιορισμό, καθώς αφορά το 2041 και τα επόμενα έτη. Δεν ζητά, επομένως, ανατροπή του προγραμματισμού των εκφορτώσεων για ολόκληρη την περίοδο 2027-2040, αλλά προσαρμογή των παραμέτρων που θα ισχύσουν μακροπρόθεσμα.

Οι δύο προτάσεις και οι αποφάσεις που καλείται να λάβει η ΡΑΑΕΥ

Οι παρεμβάσεις της ΔΕΠΑ Εμπορίας και της ΔΕΗ αναδεικνύουν δύο διαφορετικές πλευρές του σχεδιασμού για τη Ρεβυθούσα. Η πρώτη αφορά το πόσο νωρίς είναι σκόπιμο να δεσμεύουν οι εταιρείες δυναμικότητα για μελλοντικές εισαγωγές LNG, ιδιαίτερα όταν οι γεωπολιτικές και εμπορικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν ριζικά μέσα σε λίγους μήνες. Η δεύτερη συνδέεται με το κατά πόσο οι προσφερόμενες χρονοθυρίδες ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά των πλοίων που χρησιμοποιούνται πλέον στη διεθνή αγορά και επιτρέπουν την οικονομικότερη μεταφορά του καυσίμου.

Η αρχική διαβούλευση της ΡΑΑΕΥ πραγματοποιήθηκε από τις 4 Αυγούστου έως την 1η Σεπτεμβρίου 2026. Ακολούθησε η υποβολή επικαιροποιημένης εισήγησης από τον ΔΕΣΦΑ στις 28 Σεπτεμβρίου, καθώς και συμπληρωματική δημόσια διαβούλευση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 20 Οκτωβρίου.

Στον κατάλογο των συμμετεχόντων που δημοσιοποίησε η Αρχή περιλαμβάνεται και τρίτη παρέμβαση με εμπιστευτικό χαρακτήρα, το περιεχόμενο της οποίας δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα.

Πλέον, η ΡΑΑΕΥ καλείται να αξιολογήσει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν και να καθορίσει τις παραμέτρους του προγραμματισμού για τα επόμενα έτη. Το ζητούμενο είναι να συνδυαστεί η έγκαιρη δέσμευση δυναμικότητας, που εξασφαλίζει προβλεψιμότητα στη λειτουργία του τερματικού σταθμού, με την απαραίτητη ευελιξία για τις εταιρείες και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υποδομών LNG.

Διαβάστε ακόμη