Σημαντικά περιθώρια περιορισμού της αρχικής οικονομικής επιβάρυνσης των εταιρειών που διαθέτουν στην αγορά μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας δημιουργεί το εγκεκριμένο πρόγραμμα της Re-Battery για τη μελλοντική ανακύκλωσή τους. Με το νέο σχήμα, οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να καταβάλλουν εξαρχής ολόκληρο το ποσό που τους αναλογεί, καθώς μπορούν να πληρώνουν μόλις το 2% σε μετρητά και να καλύπτουν το υπόλοιπο 98% με εγγυητική επιστολή ή ασφαλιστήριο συμβόλαιο διάρκειας δέκα ετών. Παράλληλα, ανοίγει η προοπτική σημαντικής μείωσης των σχετικών χρεώσεων τα επόμενα χρόνια, με τη Re-Battery να εκτιμά ότι το κόστος μπορεί να υποχωρήσει περίπου στο μισό, ενδεχομένως ήδη από το 2028.

Η αλλαγή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσο αναπτύσσεται η αγορά της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας και αυξάνεται ο αριθμός των μπαταριών που τοποθετούνται στην αγορά. Κάθε τέτοια εγκατάσταση συνοδεύεται από υποχρεώσεις για τη διαχείριση των μπαταριών όταν ολοκληρώσουν τον κύκλο ζωής τους. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα αναλάβει το κόστος της ανακύκλωσης, αλλά και πότε θα χρειαστεί να καταβληθούν τα αντίστοιχα χρήματα.

Όπως εξήγησε η Σοφία Χούμα, σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης της Re-Battery, το εγκεκριμένο πρόγραμμα διευρυμένης ευθύνης παραγωγού για τις μπαταρίες αποθήκευσης εισάγει έναν διαφορετικό τρόπο κάλυψης αυτής της υποχρέωσης. Η δυνατότητα χρήσης εγγυητικής επιστολής αντί άμεσης καταβολής του μεγαλύτερου μέρους της εισφοράς αποτελεί, σύμφωνα με την ίδια, πρόταση που εισήγαγε η Re-Battery ειδικά για τις μπαταρίες αποθήκευσης, διαφοροποιώντας το καθεστώς από εκείνο που εφαρμόζεται στις υπόλοιπες κατηγορίες αποβλήτων.

Πώς μια υποχρέωση 1,05 εκατ. ευρώ απαιτεί αρχικά μόλις 21.000 ευρώ

Για να γίνει κατανοητό το οικονομικό αποτέλεσμα, η κ. Χούμα παρουσίασε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια εταιρεία που διαθέτει στην αγορά 500 τόνους μπαταριών αποθήκευσης, με βάση την τρέχουσα χρέωση, έχει συνολική υποχρέωση ανακύκλωσης ύψους 1,05 εκατ. ευρώ.

Με το εγκεκριμένο σχήμα, ωστόσο, δεν χρειάζεται να καταβάλει ολόκληρο το ποσό σε μετρητά. Η άμεση πληρωμή περιορίζεται στα 21.000 ευρώ, δηλαδή στο 2% της συνολικής εισφοράς, ενώ τα υπόλοιπα 1.029.000 ευρώ καλύπτονται μέσω εγγυητικής επιστολής καλής πληρωμής ή ασφαλιστηρίου συμβολαίου που λήγει έπειτα από δέκα χρόνια.

Στην πράξη, η εταιρεία εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση κάλυψης του κόστους ανακύκλωσης, χωρίς όμως να χρειάζεται να εκταμιεύσει εξαρχής το σύνολο των χρημάτων. Πρόκειται για μια ουσιαστική διαφορά ως προς τις άμεσες ανάγκες ρευστότητας, ιδίως όταν οι ποσότητες μπαταριών που διατίθενται στην αγορά είναι μεγάλες και οι αντίστοιχες εισφορές φτάνουν σε εκατοντάδες χιλιάδες ή ακόμη και εκατομμύρια ευρώ.

Η εισφορά υπολογίζεται με βάση το βάρος των μπαταριών που τοποθετεί κάθε υπόχρεος παραγωγός στην αγορά σε ετήσια βάση. Η επιχείρηση δηλώνει την ποσότητα σε τόνους, εφαρμόζεται η ισχύουσα χρέωση ανά μονάδα βάρους και από το συνολικό ποσό προκύπτουν τόσο το τμήμα που πληρώνεται σε μετρητά όσο και εκείνο που καλύπτεται με εγγύηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 98% της υποχρέωσης διαγράφεται. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εξασφαλίζεται η κάλυψή της και στον χρονικό ορίζοντα που παρέχεται στις επιχειρήσεις.

Γιατί η Re-Battery περιμένει ότι το κόστος θα πέσει στο μισό

Πίσω από την επιλογή της δεκαετούς εγγύησης βρίσκεται και μια συγκεκριμένη εκτίμηση για την εξέλιξη της ανακύκλωσης μπαταριών λιθίου. Σύμφωνα με την κ. Χούμα, οι τεχνολογίες διαχείρισης και ανακύκλωσης εξελίσσονται με ταχείς ρυθμούς, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ώστε το κόστος να μειωθεί αισθητά μέσα στα επόμενα χρόνια.

Η Re-Battery εκτιμά ότι μια τέτοια μείωση θα μπορούσε να καταγραφεί μέσα στην επόμενη πενταετία, νωρίτερα δηλαδή από τη λήξη της δεκαετούς εγγύησης. Εφόσον οι προβλέψεις επιβεβαιωθούν, θα υπάρχει περιθώριο να περιοριστεί και η χρηματική εισφορά που αντιστοιχεί στις μπαταρίες, με ανάλογη προσαρμογή των ποσών που καλύπτονται από τις εγγυήσεις.

Το παράδειγμα των 500 τόνων είναι ενδεικτικό. Με την τρέχουσα χρέωση των 2,10 ευρώ ανά κιλό, η συνολική εισφορά φτάνει το 1,05 εκατ. ευρώ. Εάν το 2027 η χρέωση μειωθεί στα 1,70 ευρώ ανά κιλό, όπως προβλέπει το υποθετικό σενάριο που παρουσιάστηκε, η συνολική υποχρέωση για την ίδια ποσότητα θα περιοριστεί στις 850.000 ευρώ. Ακόμη μεγαλύτερη θα είναι η διαφορά εφόσον η εισφορά υποχωρήσει στο 1 ευρώ ανά κιλό. Τότε, για τους ίδιους 500 τόνους, το συνολικό ποσό θα διαμορφώνεται στις 500.000 ευρώ, δηλαδή περίπου στο μισό σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα.

Η κ. Χούμα εμφανίστηκε αισιόδοξη για την ταχύτητα με την οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η μεταβολή, εκτιμώντας ότι το επίπεδο χρέωσης που χρησιμοποιείται στο μακροπρόθεσμο παράδειγμα ίσως επιτευχθεί ήδη από το 2028. Πρόκειται, πάντως, για εκτίμηση που στηρίζεται στην αναμενόμενη εξέλιξη της αγοράς και όχι για προαποφασισμένη μείωση. Το ύψος των μελλοντικών εισφορών θα εξαρτηθεί από το πραγματικό κόστος διαχείρισης και ανακύκλωσης, καθώς και από την έγκριση των σχετικών προσαρμογών.

Επανεξέταση των χρεώσεων κάθε δύο χρόνια

Ένα ακόμη στοιχείο του προγράμματος αφορά τη συχνότητα με την οποία θα επανεξετάζονται οι χρεώσεις. Η Re-Battery έχει δεσμευτεί, στο πλαίσιο του εγκεκριμένου επιχειρησιακού της σχεδίου, να υποβάλλει επικαιροποιημένο σχέδιο κάθε δύο χρόνια, αντί της πενταετίας που προβλέπει η γενική νομοθετική υποχρέωση.

Στόχος είναι να αποτυπώνονται ταχύτερα τυχόν μειώσεις στο κόστος ανακύκλωσης. Εάν, για παράδειγμα, η επεξεργασία των μπαταριών γίνει οικονομικότερη λόγω τεχνολογικών εξελίξεων, η Re-Battery θα μπορεί να ενσωματώνει τα νέα δεδομένα στους υπολογισμούς της και να προτείνει χαμηλότερη εισφορά. Εφόσον η αναπροσαρμογή εγκριθεί από τον αρμόδιο φορέα, οι υπόχρεοι παραγωγοί θα έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν αντίστοιχα και το ύψος των εγγυήσεων που έχουν προσκομίσει.

Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα δεν στηρίζεται σε μια χρέωση που παραμένει αμετάβλητη για ολόκληρη τη δεκαετία, αλλά προβλέπει τη δυνατότητα να ακολουθεί την εξέλιξη του πραγματικού κόστους ανακύκλωσης.Για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν μπαταρίες αποθήκευσης στην αγορά, το όφελος είναι επομένως διττό, αφενός περιορίζονται τα χρήματα που χρειάζεται να καταβάλουν από την αρχή και αφετέρου διατηρείται η δυνατότητα μελλοντικής μείωσης της οικονομικής τους υποχρέωσης. Το κατά πόσο η δεύτερη αυτή προσδοκία θα επιβεβαιωθεί, θα κριθεί από τις εξελίξεις στην τεχνολογία.

Διαβάστε ακόμη