Οι ολοένα συχνότεροι καύσωνες και οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας στην Ευρώπη ασκούν αυξανόμενη πίεση στον αγροτικό τομέα, ενισχύοντας το ενδιαφέρον για πιο ανθεκτικές μορφές γεωργίας. Παράλληλα, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επιχειρήσεις τροφίμων και εταιρείες ύδρευσης αυξάνουν τη χρηματοδοτική τους στήριξη προς τους αγρότες που υιοθετούν πρακτικές προσαρμοσμένες στις νέες κλιματικές συνθήκες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Sam Squier, κτηνοτρόφος στη νοτιοανατολική Αγγλία, του οποίου τα λιβάδια παραμένουν πράσινα, παρά την παρατεταμένη ανομβρία, σύμφωνα με το Reuters. Η εκμετάλλευσή του, έκτασης σχεδόν 200 στρεμμάτων, έχει στραφεί σε πρακτικές αναγεννητικής γεωργίας, με αποτέλεσμα το έδαφος να συγκρατεί περισσότερο νερό και τα βοσκοτόπια να διατηρούν την παραγωγικότητά τους ακόμη και σε περιόδους έντονης ξηρασίας.

Το κόστος της ακραίας ζέστης

Η ανάγκη για αλλαγές γίνεται ολοένα πιο έντονη καθώς οι επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων μεταφράζονται πλέον σε άμεσες οικονομικές απώλειες.

Η Ευρώπη έχει καταγράψει φέτος πέντε κύματα καύσωνα, ενώ στη Βρετανία το καλοκαίρι οδεύει προς την κατάκτηση του τίτλου του θερμότερου που έχει καταγραφεί. Στην Αγγλία, σχεδόν τα τρία τέταρτα της χώρας βρίσκονται σε συνθήκες ξηρασίας, ενώ η παραγωγή δημητριακών αναμένεται να καταγράψει τη χειρότερη επίδοση από τότε που ξεκίνησαν οι αντίστοιχες συγκρίσιμες καταγραφές, το 1984.

Προβλήματα αντιμετωπίζουν επίσης οι κτηνοτρόφοι και οι παραγωγοί φρούτων και λαχανικών, καθώς η μειωμένη βλάστηση των βοσκοτόπων και η έλλειψη νερού περιορίζουν την παραγωγή.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Energy and Climate Intelligence Unit, οι απώλειες για τους αγρότες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Βρετανία από τις καταστροφές στις καλλιέργειες κατά τον καύσωνα του Ιουνίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 2,3 δισ. ευρώ.

Οι επιπτώσεις, μάλιστα, δεν περιορίζονται στον πρωτογενή τομέα. Οι μειωμένες σοδειές μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερες τιμές τροφίμων και να εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ενέργειας και λιπασμάτων παραμένει αυξημένο.

Πώς λειτουργεί η αναγεννητική γεωργία

Στην περίπτωση του Squier, η αλλαγή βασίζεται στη χρήση ενός μείγματος από αγρωστώδη φυτά, βαθύρριζα βότανα και ψυχανθή, τα λεγόμενα herbal leys.

Οι βαθιές ρίζες βοηθούν το έδαφος να συγκρατεί περισσότερο νερό, ενώ τα ψυχανθή εμπλουτίζουν το έδαφος με άζωτο, περιορίζοντας την ανάγκη για συνθετικά λιπάσματα. Παράλληλα, ορισμένα βότανα συμβάλλουν στον περιορισμό των παρασίτων και, κατ’ επέκταση, στη μείωση της ανάγκης για φαρμακευτικές παρεμβάσεις.

Τα ζώα μετακινούνται συχνά σε διαφορετικά τμήματα του βοσκοτόπου, όπου βόσκουν και πατούν τη βλάστηση. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένα προστατευτικό στρώμα πάνω από το έδαφος, ενώ η κοπριά επιστρέφει θρεπτικά συστατικά στο χώμα και ενισχύει τη βιολογική του δραστηριότητα.

Ο Squier εκτιμά ότι το έδαφος της εκμετάλλευσής του μπορεί πλέον να συγκρατεί περίπου 400.000 λίτρα νερού περισσότερα ανά στρέμμα σε σχέση με το παρελθόν. Παράλληλα, ο αριθμός των γαιοσκωλήκων αυξήθηκε σημαντικά μετά την αλλαγή των πρακτικών καλλιέργειας.

Από τις επιδοτήσεις στη συμμετοχή των επιχειρήσεων

Η μετάβαση σε τέτοιες πρακτικές δεν είναι, ωστόσο, εύκολη για όλους τους αγρότες. Το κόστος, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τα ιδιοκτησιακά καθεστώτα και η επιφυλακτικότητα απέναντι στις νέες μεθόδους αποτελούν σημαντικά εμπόδια.

Για τον λόγο αυτό, αυξάνεται η συμμετοχή επιχειρήσεων που έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον από τη σταθερότητα της αγροτικής παραγωγής. Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, επιχειρήσεις ύδρευσης και μεγάλοι όμιλοι τροφίμων χρηματοδοτούν πλέον προγράμματα που βοηθούν τους αγρότες να αλλάξουν τον τρόπο καλλιέργειας και εκτροφής.

Στη Βρετανία, για παράδειγμα, η Lloyds Bank έχει συνεργαστεί με την Wildfarmed, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην αναγεννητική γεωργία, δημιουργώντας το Food & Nature Resilience Fund. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν επίσης οι εταιρείες ύδρευσης Severn Trent και Affinity Water, καθώς και η ασφαλιστική AXA XL.

Η λογική είναι ότι η επένδυση στην υγεία του εδάφους μπορεί να περιορίσει μελλοντικές ζημιές και κόστος. Οι εταιρείες ύδρευσης, για παράδειγμα, μπορούν να μειώσουν τις δαπάνες για την απομάκρυνση γεωργικών χημικών ουσιών από τα ποτάμια, ενώ οι ασφαλιστικές αποκτούν καλύτερη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο οι αναγεννητικές πρακτικές μπορούν να περιορίσουν τους κινδύνους από πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα.

Οι μεγάλες εταιρείες τροφίμων μπαίνουν στο παιχνίδι

Η στροφή αυτή δεν περιορίζεται στον χρηματοπιστωτικό και ασφαλιστικό κλάδο. Μεγάλες εταιρείες τροφίμων επενδύουν επίσης στην ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού τους.

Η McDonald’s, για παράδειγμα, έχει θέσει ως στόχο να διαθέσει τουλάχιστον 1 δισ. δολάρια την επόμενη δεκαετία για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής της αλυσίδας.

Αντίστοιχα, η McCain Foods έχει εντάξει περισσότερους από τους μισούς συνεργαζόμενους αγρότες της σε προγράμματα στήριξης για τη μετάβαση σε πιο ανθεκτικές πρακτικές, μέσω χρηματοδότησης, εγγυήσεων, κινήτρων και μακροπρόθεσμων συμβολαίων.

Για τις εταιρείες τροφίμων, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και η διασφάλιση της επάρκειας των πρώτων υλών. Οι συχνότερες ξηρασίες, οι καύσωνες και οι ακραίες βροχοπτώσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στην παραγωγή και, τελικά, στην τροφοδοσία των αγορών.

Ακόμη και ο ασφαλιστικός κλάδος αρχίζει να προσαρμόζει τα προϊόντα του. Η Generali Italia έχει ξεκινήσει πιλοτικό πρόγραμμα με 500 αγροτικές εκμεταλλεύσεις, συνδέοντας την υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών με υψηλότερα όρια αποζημίωσης για κλιματικές ζημιές, ενώ εξετάζεται και η μελλοντική μείωση των ασφαλίστρων.

Η ανθεκτικότητα γίνεται οικονομικό πλεονέκτημα

Τα παραπάνω δείχνουν ότι η αναγεννητική γεωργία αντιμετωπίζεται πλέον όχι μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως εργαλείο οικονομικής ανθεκτικότητας.

Σύμφωνα με μελέτη που επικαλείται η συμβουλευτική Soil Capital, οι εκμεταλλεύσεις που εφαρμόζουν αναγεννητικές πρακτικές εμφανίζουν μικρότερες απώλειες παραγωγής σε περιόδους ξηρασίας. Σε περίπου 85% των περιπτώσεων, οι απώλειες από την ξηρασία μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 10%.

Ένα ακόμη παράδειγμα έρχεται από τον αγρότη Andy Gray στο Ντέβον της νοτιοδυτικής Αγγλίας. Σε μέτρηση που πραγματοποίησε σε δύο διαφορετικά σημεία του χωραφιού του, το έδαφος κάτω από φυτική κάλυψη με τριφύλλι είχε θερμοκρασία 32°C, ενώ σε γυμνό έδαφος η θερμοκρασία έφτασε τους 51°C.

Η διαφορά αυτή έχει άμεση σημασία για την παραγωγή. Όσο περισσότερο διατηρείται η υγρασία και η βιολογική δραστηριότητα του εδάφους, τόσο περισσότερο μπορεί να συνεχιστεί η ανάπτυξη των καλλιεργειών κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ξηρασίας.

Έτσι, καθώς τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα, η γεωργία βρίσκεται μπροστά σε μια αλλαγή που ξεπερνά την υιοθέτηση νέων καλλιεργητικών τεχνικών. Η ανθεκτικότητα της αγροτικής παραγωγής μετατρέπεται σε οικονομική προτεραιότητα για ολόκληρη την αλυσίδα τροφίμων, από τον αγρότη και την τράπεζα έως την ασφαλιστική εταιρεία, τη βιομηχανία τροφίμων και τον τελικό καταναλωτή.

Διαβάστε ακόμη