Οικονομικές απώλειες που έως το 2050 μπορεί να φτάσουν το 8% του παγκόσμιου ΑΕΠ και το 10%-15% του ΑΕΠ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος ενδέχεται να προκαλέσει η ανεπαρκής επένδυση στην υδατική ασφάλεια, σύμφωνα με νέα έκθεση του ΟΟΣΑ. Μόνο οι σωρευτικές ζημιές από πλημμύρες και ξηρασίες εκτιμάται ότι μπορεί να ανέλθουν σε 5,6 τρισ. δολάρια έως τα μέσα του αιώνα, αναδεικνύοντας το νερό σε μία από τις κρισιμότερες οικονομικές προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών.

Στον αντίποδα, κάθε 1 δολάριο που επενδύεται σε ύδρευση και αποχέτευση μπορεί να δημιουργήσει κατά μέσο όρο περίπου 4 δολάρια οικονομικού και κοινωνικού οφέλους, μέσω της καλύτερης δημόσιας υγείας, της υψηλότερης παραγωγικότητας, της ενίσχυσης της επισιτιστικής ασφάλειας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Η απόσταση ανάμεσα στο κόστος της αδράνειας και στην απόδοση της έγκαιρης παρέμβασης αποτυπώνει τη βασική μετατόπιση που επιχειρεί ο ΟΟΣΑ: το νερό δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα ακόμη περιβαλλοντικό ή τεχνικό ζήτημα, αλλά ως κρίσιμη υποδομή για την ανάπτυξη, την ενέργεια, τη βιομηχανία, τη γεωργία, τη δημόσια υγεία και την κοινωνική συνοχή.

Η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, με τίτλο «Financing Water Security: Models and Approaches for Investments that Last», διαπιστώνει ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι λιγότεροι από όσους απαιτούνται. Το βασικό συμπέρασμα είναι πιο σύνθετο. Οι οικονομίες συχνά επενδύουν και με λάθος τρόπο, χρηματοδοτώντας την κατασκευή νέων έργων χωρίς να διασφαλίζουν τα κεφάλαια, τα κίνητρα και τους μηχανισμούς λογοδοσίας που απαιτούνται για να παραμένουν οι υποδομές λειτουργικές, ανθεκτικές και οικονομικά βιώσιμες επί δεκαετίες.

Η προειδοποίηση έρχεται με φόντο τις πιέσεις στα αποθέματα γλυκού νερού εντείνονται. Η πληθυσμιακή αύξηση, η αστικοποίηση, η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα δοκιμάζουν ταυτόχρονα τους διαθέσιμους πόρους και τις υφιστάμενες υποδομές ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης. Οι χρηματοδοτικές αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα, σημειώνει ο Οργανισμός, θα καθορίσουν όχι μόνο την επάρκεια των υπηρεσιών νερού, αλλά και την οικονομική ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή για πολλές δεκαετίες. Η υδατική ασφάλεια εξελίσσεται, έτσι, σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές προκλήσεις του 21ου αιώνα. 

Το νερό πίσω από την ενέργεια και την παραγωγή

Η οικονομική αξία του νερού υπερβαίνει κατά πολύ τους λογαριασμούς ύδρευσης. Σχεδόν κάθε παραγωγική δραστηριότητα χρειάζεται επαρκείς ποσότητες νερού και αξιόπιστα δίκτυα. Η συνολική αξία των άμεσων και έμμεσων χρήσεων των γλυκών υδάτων αποτιμήθηκε για το 2021 σε περίπου 58 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται η στήριξη της γεωργικής και βιομηχανικής παραγωγής, αλλά και οικοσυστημικές υπηρεσίες, όπως η προστασία από ακραία φαινόμενα, η διατήρηση της βιοποικιλότητας και οι λειτουργίες ρύθμισης και σταθεροποίησης του κλίματος.

Η εξάρτηση είναι ιδιαίτερα εμφανής στον ενεργειακό τομέα. Η υδροηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχεί περίπου στο 18% της παγκόσμιας ηλεκτροπαραγωγής, ενώ σε 28 αναπτυσσόμενες χώρες καλύπτει περίπου το 50% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, οι βιομηχανικές διεργασίες απορροφούσαν το 2021 σχεδόν το 15% των παγκόσμιων απολήψεων γλυκού νερού. Στη γεωργία, έρευνα που επικαλείται ο ΟΟΣΑ έδειξε ότι η άρδευση αύξησε κατά 55% τις αποδόσεις αραβοσίτου σε ξηρές περιοχές της Κίνας, ενισχύοντας την επισιτιστική ασφάλεια και τα αγροτικά εισοδήματα.

Ανάλογη είναι η επίδραση στη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η έκθεση, η καλύτερη πρόσβαση σε καθαρό νερό και αποχέτευση μπορεί, σε ορισμένες περιοχές, να περιορίσει έως 69% τη συχνότητα των διαρροϊκών ασθενειών και κατά 14% τις οξείες λοιμώξεις του αναπνευστικού. Η μείωση της νοσηρότητας περιορίζει τις δαπάνες των συστημάτων υγείας και τις απώλειες παραγωγικού χρόνου.

Η χρηματοοικονομική διάσταση γίνεται ήδη ορατή στις επιχειρήσεις. Το 2020, οι κίνδυνοι που συνδέονταν με το νερό απειλούσαν επιχειρηματική αξία συνολικού ύψους 301 δισ. δολαρίων. Το 2022, αντίθετα, εταιρείες εκτίμησαν ότι επενδύσεις στην αποδοτική χρήση και στην ανθεκτικότητα του νερού μπορούσαν να αποφέρουν πρόσθετο όφελος άνω των 250 εκατ. δολαρίων ανά επιχείρηση. Το νερό αποτελεί, συνεπώς, ταυτόχρονα κίνδυνο για την παραγωγή και πεδίο επενδυτικών ευκαιριών.

Το κόστος των φθηνών τιμολογίων και της ελλιπούς συντήρησης

Παρά τη σημασία του πόρου, οι υφιστάμενες επενδύσεις συχνά δεν δημιουργούν διαρκή αξία. Η δημόσια συζήτηση και τα χρηματοδοτικά προγράμματα προκρίνουν συνήθως νέα έργα, επειδή είναι περισσότερο ορατά, ενώ αφήνουν σε δεύτερο πλάνο τη λειτουργία, την προληπτική συντήρηση και την αντικατάσταση εξοπλισμού. Έτσι, δίκτυα που σχεδιάστηκαν για πολυετή χρήση υποβαθμίζονται ταχύτερα και απαιτούν ακριβότερες παρεμβάσεις στο μέλλον.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκονται και τα τιμολόγια. Σε πολλές περιπτώσεις διατηρούνται τεχνητά χαμηλά για κοινωνικούς λόγους, χωρίς όμως η διαφορά να καλύπτεται με σταθερούς και επαρκείς πόρους. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα έσοδα από τα τιμολόγια καλύπτουν κατά μέσο όρο περίπου το 70% του χρηματοοικονομικού κόστους παροχής των υπηρεσιών νερού, ενώ το υπόλοιπο 30% προέρχεται από δημόσια χρηματοδότηση. Σε αρκετές χώρες, τα έσοδα δεν επαρκούν ούτε για τις λειτουργικές δαπάνες, πόσο μάλλον για την ανανέωση των παγίων.

Σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο, η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική. Σε περισσότερες από τις μισές χώρες που συμμετείχαν σε σχετική έρευνα, τα τιμολόγια επέτρεπαν την ανάκτηση μόλις του 80% των λειτουργικών εξόδων, χωρίς να καλύπτονται οι κεφαλαιακές ανάγκες. Στα κράτη-μέλη του ΟΗΕ που χρειάζονται ταχύτερη πρόοδο για την επίτευξη των στόχων ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής, η κάλυψη των λειτουργικών εξόδων υποχωρούσε στο 19%.

Το επενδυτικό έλλειμμα συσσωρεύεται σιωπηρά. Οι αγωγοί γερνούν, οι βλάβες και οι διαρροές αυξάνονται και οι επόμενες γενιές καλούνται να καλύψουν πολύ υψηλότερο κόστος αποκατάστασης. Οι μεγάλες απώλειες νερού αποτελούν, κατά τον ΟΟΣΑ, έναν από τους σαφέστερους δείκτες υποεπένδυσης στη συντήρηση. Δεν επιβαρύνουν μόνο τον ισολογισμό των φορέων ύδρευσης: απαιτούν περισσότερη άντληση για την κάλυψη της ίδιας ζήτησης, αυξάνουν την κατανάλωση ενέργειας και εντείνουν την πίεση στα φυσικά αποθέματα.

Παρόμοιο πρόβλημα εμφανίζεται στα αρδευτικά δίκτυα. Η ελλιπής συντήρηση, η ανεπαρκής διοίκηση και οι αποσπασματικές επενδύσεις οδηγούν σε πρόωρη απαξίωση υποδομών που προορίζονταν να λειτουργούν επί δεκαετίες. Η καθυστέρηση, επομένως, δεν εξοικονομεί χρήματα· μεταφέρει μεγαλύτερο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος στο μέλλον.

Οι προειδοποιήσεις του ΟΟΣΑ αποκτούν άμεση ελληνική διάσταση, καθώς η παρατεταμένη ανομβρία και η πίεση στα υδατικά αποθέματα συναντούν χρόνιες αδυναμίες, όπως οι απώλειες στα δίκτυα, ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων, οι δυσκολίες χρηματοδότησης και οι μεγάλες εποχικές αυξήσεις της ζήτησης εξαιτίας της άρδευσης και του τουρισμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρώτη Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα επιχειρεί να μετατοπίσει τη διαχείριση του νερού από τις αποσπασματικές παρεμβάσεις και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών προς έναν ενιαίο, προληπτικό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Το νερό αναγνωρίζεται πλέον ως στρατηγικός εθνικός πόρος και ζήτημα εθνικής ασφάλειας, ενώ οι επτά άξονες της Στρατηγικής καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την ποσοτική και ποιοτική επάρκεια, την προστασία από ξηρασίες και πλημμύρες, την ψηφιακή παρακολούθηση των δικτύων, τον περιορισμό της κατανάλωσης ιδίως στην άρδευση, την επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένου νερού και την οικονομική βιωσιμότητα των υπηρεσιών ύδατος. Το θεσμικό σκέλος αυτής της μεταρρύθμισης αποτυπώνεται στο σχέδιο νόμου για τους παρόχους υπηρεσιών ύδατος, το οποίο επιχειρεί να περιορίσει έναν χάρτη που αριθμεί περισσότερους από 735 φορείς, προβλέποντας, μεταξύ άλλων, την ένταξη 70 παρόχων στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ. Στο επενδυτικό πεδίο, η ΕΥΔΑΠ έχει καταρτίσει πρόγραμμα ύψους 2,5 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025-2034, από το οποίο 755,5 εκατ. ευρώ προορίζονται για τα δίκτυα ύδρευσης και 968,8 εκατ. ευρώ για τα έργα της Ανατολικής Αττικής, με στόχο τη μείωση των διαρροών στο 10% έως το 2029, σύμφωνα με την οικονομική έκθεση της εταιρείας. 

Τα τέσσερα μοντέλα χρηματοδότησης

Στις προτάσεις πολιτικής του, ο ΟΟΣΑ επιλέγει τέσσερα μοντέλα με δυνατότητα να κινητοποιήσουν πόρους ή να συνδέσουν τα χρήματα με μετρήσιμα και μακροχρόνια αποτελέσματα: τα βιώσιμα ομόλογα, την ισλαμική χρηματοδότηση, τη χρηματοδότηση βάσει αποτελεσμάτων και τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει πράσινα, κοινωνικά και βιώσιμα ομόλογα, blue και water bonds, καθώς και sustainability-linked bonds. Οι ειδικές εκδόσεις με χαρακτηρισμό «water» ή «blue» αυξήθηκαν αισθητά τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν όμως να αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% της αγοράς βιώσιμων ομολόγων. Πολλά έργα νερού χρηματοδοτούνται μέσω γενικότερων πράσινων τίτλων, ενώ το απαιτούμενο μέγεθος των εκδόσεων δυσκολεύει την πρόσβαση μικρών έργων.

Για να διευρυνθεί η αγορά, ο ΟΟΣΑ προτείνει ενιαία πρότυπα για τα ομόλογα νερού, ομαδοποίηση μικρότερων έργων σε διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια, ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας των εκδοτών και ανάπτυξη δημοτικών ομολόγων ή τίτλων σε τοπικό νόμισμα. Ζητεί επίσης υποχρεωτική δημοσιοποίηση των επιπτώσεων, ανεξάρτητη επαλήθευση και κοινές μεθοδολογίες, καθώς στα sustainability-linked bonds καταγράφονται κίνδυνοι χαμηλής φιλοδοξίας, περιορισμένης διαφάνειας και ανεπαρκών προσαυξήσεων επιτοκίου σε περίπτωση αστοχίας των στόχων.

Η δεύτερη κατηγορία είναι η ισλαμική χρηματοδότηση, δηλαδή ένα σύστημα επενδύσεων συμβατό με το ισλαμικό δίκαιο, το οποίο αποφεύγει τον συμβατικό τόκο και συνδέει τη χρηματοδότηση με πραγματικά έργα ή περιουσιακά στοιχεία. Η αγορά έφθασε τα 3,4 τρισ. δολάρια το 2023 και αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 10% ετησίως, αλλά μόλις το 0,2% των ισλαμικών τραπεζικών επενδύσεων κατευθύνεται σήμερα στο νερό. Ο ΟΟΣΑ διακρίνει περιθώρια αξιοποίησης κυρίως μέσω των sukuk, των λεγόμενων «ισλαμικών ομολόγων» που συνδέονται με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διαμορφωθούν σαφείς κανόνες και κοινά πρότυπα για τη χρηματοδότηση υδατικών έργων.

Το τρίτο μοντέλο συνδέει την εκταμίευση με αποτελέσματα και όχι απλώς με την έναρξη ενός έργου. Επιχορηγήσεις βάσει αποτελεσμάτων, δάνεια συνδεδεμένα με επιδόσεις και development impact bonds μπορούν να προβλέπουν πληρωμές μόνο όταν επιτυγχάνονται ανεξάρτητα επαληθεύσιμοι στόχοι: νέες συνδέσεις, μείωση διαρροών, βελτίωση της ποιότητας ή διατήρηση της λειτουργίας σε βάθος χρόνου. Η προσέγγιση ενισχύει τη λογοδοσία, αλλά έχει υψηλό κόστος σχεδιασμού και επαλήθευσης, δυσκολεύεται να αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα και μεταφέρει αυξημένο χρηματοοικονομικό κίνδυνο στους φορείς υλοποίησης. Ο ΟΟΣΑ εισηγείται τυποποιημένες διαδικασίες επαλήθευσης, ειδικές δομές διαχείρισης των πληρωμών για τον περιορισμό του κόστους συναλλαγών και τεχνική βοήθεια προς τους φορείς υλοποίησης.

Τέλος, οι Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)  μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια και τεχνογνωσία για έργα νερού, αναθέτοντας στον ιδιώτη όχι μόνο την κατασκευή, αλλά και τη λειτουργία και συντήρησή τους για πολλά χρόνια. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω συμβάσεων παραχώρησης ή σχημάτων κατασκευής, λειτουργίας και μεταβίβασης του έργου στο Δημόσιο. Η επιτυχία, όμως, εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης. Εάν οι κίνδυνοι και τα κόστη μεταφερθούν δυσανάλογα στο Δημόσιο, το έργο μπορεί να επιβαρύνει τους φορολογουμένους χωρίς να βελτιώσει τις υπηρεσίες. Ο ΟΟΣΑ προτείνει σαφή κατανομή των κινδύνων, ισχυρή δημόσια εποπτεία και μετρήσιμους στόχους, όπως η μείωση των διαρροών, η ποιότητα του νερού και η συνεχής λειτουργία των δικτύων. Οι πληρωμές προς τον ιδιώτη πρέπει, επομένως, να συνδέονται με την απόδοση του έργου σε βάθος χρόνου και όχι μόνο με την ολοκλήρωση της κατασκευής.

Διαβάστε ακόμη