Οι ολοένα συχνότερες και εντονότερες φυσικές καταστροφές στην Ευρώπη αρχίζουν να αφήνουν πιο έντονο αποτύπωμα στα δημόσια οικονομικά, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών ζημιών παραμένει ανασφάλιστο και, τελικά, το κόστος μεταφέρεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι πυρκαγιές που έπληξαν φέτος τη νοτιοδυτική Ευρώπη, αλλά και οι μεγάλες πλημμύρες στην Ισπανία το 2024 και στη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες το 2021, αναδεικνύουν μια νέα δημοσιονομική πρόκληση. Οι κυβερνήσεις καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής σε ένα περιβάλλον όπου ήδη αυξάνονται οι δαπάνες για την άμυνα, ενώ παράλληλα εντείνονται οι πιέσεις από τη γήρανση του πληθυσμού.
Όπως επισημαίνει το Reuters, το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο το ύψος των ζημιών, αλλά και τη συχνότητα των καταστροφών. Φαινόμενα που στο παρελθόν αντιμετωπίζονταν ως έκτακτες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις τείνουν να εξελιχθούν σε επαναλαμβανόμενο κόστος για τα κράτη.
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, οι οικονομικές απώλειες από ακραία καιρικά φαινόμενα και καταστροφές που συνδέονται με το κλίμα ανήλθαν σε περίπου 822 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση μεταξύ 1980 και 2024. Μάλιστα, περίπου το ένα τέταρτο αυτών των ζημιών καταγράφηκε μόλις την τελευταία τετραετία.
Το ασφαλιστικό κενό μεταφέρει το κόστος στα κράτη
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το χαμηλό επίπεδο ασφαλιστικής κάλυψης. Μόλις περίπου το ένα τέταρτο των ζημιών από φυσικές καταστροφές στην ΕΕ καλύπτεται από ασφαλιστήρια, ενώ σε ορισμένες χώρες το ποσοστό δεν ξεπερνά το 5%.
Αυτό σημαίνει ότι όταν μια μεγάλη πυρκαγιά, πλημμύρα ή άλλη φυσική καταστροφή προκαλεί εκτεταμένες ζημιές, σημαντικό μέρος του λογαριασμού καταλήγει να καλύπτεται από δημόσιους πόρους.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των πλημμυρών του 2021. Στο Βέλγιο μεγάλο μέρος των ζημιών καλύφθηκε από ασφαλιστικές αποζημιώσεις, ενώ στη Γερμανία η περιορισμένη ασφαλιστική κάλυψη οδήγησε το Δημόσιο να διαθέσει περίπου 30 δισ. ευρώ για την αποκατάσταση των ζημιών.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο για τις κυβερνήσεις: όσο συχνότερα επαναλαμβάνονται τα ακραία φαινόμενα, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνεται η δημοσιονομική επιβάρυνση, περιορίζοντας ταυτόχρονα τους διαθέσιμους πόρους για άλλες πολιτικές.
Ελλάδα: Τουρισμός, πυρκαγιές και κρίσιμες υποδομές
Η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των χωρών που θεωρούνται ιδιαίτερα εκτεθειμένες σε αυτόν τον κίνδυνο. Η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό, σε συνδυασμό με την αυξημένη συχνότητα καυσώνων και πυρκαγιών, καθιστά την κλιματική ανθεκτικότητα κρίσιμο ζήτημα και για τα δημόσια οικονομικά.
Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα εξετάζει τρόπους ενίσχυσης της ασφαλιστικής κάλυψης, προκειμένου να περιοριστεί το μέρος των ζημιών που καλείται να επωμιστεί το Δημόσιο. Παράλληλα, στο επίκεντρο βρίσκονται επενδύσεις για την ενίσχυση των υποδομών ύδρευσης και ενέργειας σε τουριστικούς προορισμούς, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στις πιέσεις που δημιουργούν οι υψηλές θερμοκρασίες, η ξηρασία και οι πυρκαγιές.
Από την αποκατάσταση στην πρόληψη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η συζήτηση μετατοπίζεται σταδιακά από την εκ των υστέρων αποκατάσταση των ζημιών στην πρόληψη και την προσαρμογή.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να παρουσιάσει το φθινόπωρο προτάσεις για την κλιματική ανθεκτικότητα και τη διαχείριση των κινδύνων. Μεταξύ των λύσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται η ενίσχυση της ασφαλιστικής κάλυψης, μηχανισμοί επιμερισμού των κινδύνων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αλλά και επενδύσεις σε υποδομές που μπορούν να περιορίσουν τις οικονομικές επιπτώσεις των ακραίων φαινομένων.
Στο τραπέζι βρίσκονται ακόμη τα λεγόμενα catastrophe bonds, μέσω των οποίων ιδιώτες επενδυτές αναλαμβάνουν μέρος του κινδύνου φυσικών καταστροφών έναντι υψηλών αποδόσεων. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προτείνει ένα κοινό ευρωπαϊκό σχήμα αντασφάλισης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε συνδυασμό με ευρωπαϊκό μηχανισμό χρηματοδότησης καταστροφών.
Το βασικό ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει η πολιτική βούληση για την πραγματοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων πριν από την εκδήλωση μιας καταστροφής. Μελέτες δείχνουν ότι οι έγκαιρες επενδύσεις στην ανθεκτικότητα μπορούν να περιορίσουν σημαντικά το μελλοντικό οικονομικό κόστος.
Χαρακτηριστικά, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει υποστηρίξει ότι πράσινες επενδύσεις ύψους μόλις 0,1% του ΑΕΠ θα μπορούσαν να αποτρέψουν οικονομικές απώλειες οκταπλάσιου μεγέθους.
Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι πλέον διπλή: να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο κόστος των καταστροφών και ταυτόχρονα να βρει τους πόρους για να επενδύσει στην πρόληψη. Σε διαφορετική περίπτωση, οι κλιματικές ζημιές κινδυνεύουν να μετατραπούν από έκτακτο κόστος σε μόνιμη πίεση για τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Διαβάστε ακόμη
