«Δεν θα έφευγα ποτέ από εδώ. Είναι η ρίζα μου, το σπίτι μου, η περιοχή μου. Να πάω πού;». «Ο μεγαλύτερος φόβος είναι ότι θα ξαναγίνει μια αντίστοιχη, ίσως και χειρότερη, καταστροφή». «Το συναίσθημα που επικρατεί είναι η ανασφάλεια». Δεν πρόκειται για αποσπάσματα της ίδιας ιστορίας. Είναι μαρτυρίες ανθρώπων με κοινό όμως σημείο αναφοράς: την εμπειρία μιας φυσικής καταστροφής που δεν τους στέρησε μόνο την κατοικία τους, αλλά ανέτρεψε την ίδια την αίσθηση του «σπιτιού». Αυτή τη διάσταση επιχείρησε να «φωτίσει» μεταξύ άλλων έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Βοηθώντας τα σπιτικά να γίνουν ανθεκτικά στην πληττόμενη από τα ακραία κλιματικά φαινόμενα Ελλάδα» (Helping Homes), που υλοποιεί ο Οργανισμός INZEB με τη συγχρηματοδότηση του European Climate Foundation.

Θέτοντας στο επίκεντρο τις πληγείσες περιοχές της Θεσσαλίας από τις καταστροφικές πλημμύρες “Ντάνιελ” καθώς και αυτές από το σεισμό στο Αρκαλοχώρι της Κρήτης η έρευνα ανέδειξε κοινά μοτίβα στις κοινωνικές, ψυχολογικές και στεγαστικές επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών, ανεξάρτητα από το αν αυτές προέρχονται από πλημμύρα ή σεισμό. Όπως διαπιστώνεται από τα ευρήματα της έρευνας η απώλεια της κατοικίας αναδεικνύεται ως κεντρικός παράγοντας αποσταθεροποίησης της καθημερινότητας ενώ έχει επιπτώσεις και στην ψυχολογία των πληγέντων, ειδικά ως προς το αίσθημα ασφάλειας και συνέχειας της ζωής.

Παράλληλα παρατηρούνται συνέπειες και από την παρατεταμένη προσωρινή διαβίωση καθώς όπως συμπεραίνουν οι ερευνήτριες/ες η μακροχρόνια παραμονή σε προσωρινές συνθήκες (φιλοξενία, προσωρινοί οικίσκοι, μερικώς κατεστραμμένες οικίες) αποδυναμώνει σταδιακά την κοινωνική ανθεκτικότητα. Στους νεότερους κατοίκους μάλιστα, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, εντείνεται η τάση φυγής προς τα αστικά κέντρα, ενώ στους ηλικιωμένους εδραιώνεται το αίσθημα εγκατάλειψης και ο φόβος για το μέλλον.

«Το να έχει κάποιος ένα μέρος να μείνει δεν συνεπάγεται ότι έχει και το σπίτι του», εξηγεί στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η πολιτική επιστήμονας και μέλος της ομάδας του έργου “ Helping Homes”, Αλεξάνδρα Πολιτάκη. Όπως επισημαίνει οι περισσότερες απαντήσεις στο ερώτημα για το τι σημαίνει η κατοικία και το σπίτι ήταν συναισθηματικής φύσεως. «Μίλησαν για μνήμες, για τα παιδιά που επέστρεφαν στο σπίτι, για τις γιορτές, για τη χαρά. Η έννοια του σπιτιού δηλαδή παρουσιάζεται με έναν συντριπτικό τρόπο σαν μία συναισθηματική επένδυση. Δεν περιέγραψαν ποτέ το σπίτι τους με όρους μεγέθους ή κοινωνικού κύρους», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Πολιτάκη.

Περιγράφοντας τη φιλοσοφία της έρευνας, η κ. Πολιτάκη επισημαίνει ότι η ομάδα επέλεξε να εστιάσει σε εκείνους τους πληγέντες που έχασαν την κατοικία τους και αναγκάστηκαν να ζήσουν, για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα, σε συνθήκες προσωρινής διαβίωσης. «Εκεί βλέπουμε ότι, ενώ έχει λυθεί με έναν τρόπο πολύ μερικό και πολύ πρόχειρο το ζήτημα της διαμονής, δεν έχει αποκατασταθεί με κανέναν τρόπο η έννοια του σπιτιού. Αυτό το διαφοροποιεί πάρα πολύ», σημειώνει η κ. Πολιτάκη.

Παράλληλα οι καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία άλλαξε σε κάποιες περιπτώσεις και τον τρόπο διαμόρφωσης των κατοικιών. «Πολλοί έχουν διαμορφώσει διαφορετικά τα σπίτια τους. Σήκωσαν τα πατώματα πιο ψηλά, έχτισαν κάτω από τα κρεβάτια και τα τραπέζια, ώστε όλα να βρίσκονται ψηλότερα σε περίπτωση που συμβεί ξανά κάτι αντίστοιχο. Διαμορφώνεται συνολικά διαφορετικά η ζωή μετά από μία τόσο μεγάλη φυσική καταστροφή», περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η δημότισσα στο Μουζάκι Καρδίτσας και κοινωνική λειτουργός, Άννα Κακαράτζα.

Όπως λέει, οι αλλαγές αυτές δεν περιορίζονται στις κατοικίες. «Όταν προβλέπονται έντονες βροχοπτώσεις, πολλοί δεν θα αφήσουν πλέον το αυτοκίνητό τους σε χαμηλό σημείο, θα φροντίσουν τα ζώα τους, θα σκεφτούν διαφορετικά κάθε κίνηση. Υπάρχουν άλλες προτεραιότητες πλέον», περιγράφει.

Οι διαφορές στις νεότερες και στις μεγαλύτερες ηλικίες

Όσον αφορά τη διαφοροποίηση στους νεότερους και τους ηλικιωμένους όπως εξηγεί η κ. Πολιτάκη στις νέες ηλικίες ήταν έντονη η τάση της αποχώρησης αλλά και της μόνιμης εγκατάστασης σε κοντινές πόλεις, «σε μεγαλύτερα σχήματα που φαντάζουν και πιο ασφαλή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.

«Αντίθετα οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν μας λένε στην έρευνα αυτή ότι θέλουν να φύγουν. Αλλά από την άλλη ασφαλώς μειώνεται και η ελπίδα επιστροφής στο σπίτι. Όχι στην κατοικία και στη συνθήκη κατοικίας, αλλά στο σπίτι σε κάτι πολύ βαθύτερο και σε κάτι μεγαλύτερο. Αυξάνεται το αίσθημα της εγκατάλειψης. Έχουν μείνει μόνοι. Γιατί όταν έχουμε ανθρώπους που ζουν σε προσωρινούς οικισμούς, δηλαδή σε κοντέινερς υπάρχει μία αποκοπή από το ευρύτερο φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον. Αυτό που πριν ήταν μία συνθήκη κοντινής ζωής, ακόμη και αν δεν ήταν ευρύτερη οικογένεια, αλλά έμενες σε έναν χώρο που σε κοντινή απόσταση βρίσκονταν τα παιδιά σου, οι συγγενείς σου και οι φίλοι σου. Το να μένεις κάπου μακριά και η σχέση μαζί τους να παίρνει τη μορφή επίσκεψης, αυτό μπορεί επίσης να βιώνεται ως εγκατάλειψη, ειδικά σε αυτή την ηλικία. Και φυσικά είναι πολύ απαισιόδοξοι για το μέλλον», υπογραμμίζει η κ. Πολιτάκη προσθέτοντας ότι για εκείνους το σπίτι αποτελεί μία ευρύτερη συνθήκη ασφάλειας και προστασίας. «Επομένως, φοβούνται ότι δεν θα προλάβουν να γυρίσουν ξανά σε αυτό που για εκείνους είναι σπίτι. Και αυτό ήταν ίσως από τα πιο σκληρά πράγματα που ακούσαμε», σημειώνει.

Ένας ακόμη παράγοντας που εξετάζεται είναι η ερημοποίηση ενός τόπου και η απώλεια της δυναμικής της κοινωνικής ζωής υπό το πρίσμα της απομόνωσης.

«Η ερήμωση των τόπων δεν αποτελεί μόνο ποσοτικό ζήτημα. Όταν οι νέοι κάτοικοι φεύγουν ή τελικά προβαίνουν σε μόνιμη εγκατάσταση σε άλλες κοντινότερες πόλεις, ο τόπος ερημώνεται γιατί χάνεται η δυναμική του σε όλα τα πεδία. Χάνεται η δυναμική της κοινωνικής ζωής. Μειώνεται η κοινωνική συναναστροφή. Μειώνεται η σχέση ανάμεσα στις δύο γενιές και τελικά αποδυναμώνεται η ανθεκτικότητα της κοινωνίας. Έχουμε αποδυναμωμένες ή μη ανθεκτικές πια κοινωνίες ή τοπικές κοινότητες», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Πολιτάκη.

 Μετατόπιση των προτεραιοτήτων σε σχέση με την κατοικία

Παράλληλα ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύεται είναι ότι διαφαίνεται μία μετατόπιση στις προτεραιότητες σε σχέση με την κατοικία. Στα ευρήματα της έρευνας, καταγράφεται μία σημαντική κοινωνική μεταβολή καθώς ενώ στο παρελθόν το μεγάλο σπίτι συνδεόταν με το κοινωνικό status, πλέον οι πολίτες προκρίνουν τη δημιουργία μικρότερων, αλλά ασφαλέστερων και περισσότερο ανθεκτικών κατοικιών απέναντι στην κλιματική κρίση.

«Δεν μας είπαν ποτέ ότι θέλουν ένα μεγαλύτερο ή ένα διώροφο σπίτι. Μίλησαν για ένα σπίτι ασφαλές, μικρότερο, λειτουργικό. Θέλουμε σπίτια ασφαλή απέναντι στα ακραία φαινόμενα, με διαφορετικό σχεδιασμό και διαφορετικά υλικά. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη μετατόπιση», τονίζει η κ. Πολιτάκη, σημειώνοντας ότι η ασφάλεια αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο στη σκέψη των πολιτών για την κατοικία του μέλλοντος.

Την ίδια αλλαγή διαπιστώνει και ο διαχειριστής της ΑΜΚΕ ΙΤΑΜΟΣ, Θωμάς Καλαμπαλίκης. «Παλιότερα λέγαμε “σπίτι μου, σπιτάκι μου, φωλίτσα μου”. Τώρα ούτε αυτό δεν είναι σίγουρο πλέον. Έχει προστεθεί ένα ακόμη άγχος σε μια ήδη αγχωτική ζωή. Πλέον αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τους ανθρώπους είναι η ασφάλεια της κατοικίας τους», αναφέρει και προσθέτει ότι πλέον η αγωνία στις ζωές των κατοίκων έχει αποκτήσει μόνιμη θέση.

Επιπλέον, η κ. Πολιτάκη εξηγεί ότι σε ερώτημα που τέθηκε σχετικά με το τι θα ήταν αυτό που θα «έκανε καλύτερη τη ζωή των πληγέντων» οι απαντήσεις σε συντριπτικό ποσοστό ήταν η ανάκτηση του σπιτιού τους.

Παράλληλα ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ανάγκη για διαρκή ψυχική φροντίδα των πληγέντων κατοίκων. Όπως και οι ίδιοι εκφράζουν σε μαρτυρίες τους, στο πλαίσιο της έρευνας, ο φόβος και η ανασφάλεια συνεχίζει να κυριαρχεί στις ζωές τους και στην καθημερινότητά τους. «Το τραύμα έχει μείνει, οι πληγές είναι ακόμη ανοιχτές», αναφέρουν χαρακτηριστικά κάτοικοι, γεγονός που όπως επισημαίνεται από την έρευνα καθιστά αναγκαία την παροχή μακροχρόνιας ψυχολογικής υποστήριξης για την ανάκαμψη της κοινότητας.

Όπως τονίζει η κ. Πολιτάκη το ζήτημα που τίθεται όλο κι εντονότερα είναι αυτό της ανθεκτικότητας των κοινοτήτων αλλά και της ψυχικής φροντίδας.

«Η ψυχική φροντίδα που προσφέρθηκε σε μια πολύ βαριά τραυματισμένη κοινωνία ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το τραύμα. Εκεί πρέπει οπωσδήποτε να σχεδιαστεί όλο εκ νέου και διαφορετικά. Όπως πρέπει να σχεδιάσουμε διαφορετικά τα σπίτια για την ανθεκτικότητα πρέπει να φροντίσουμε και διαφορετικά τους ανθρώπους. Η ανθρώπινη ανθεκτικότητα και η ανθεκτικότητα των κοινοτήτων είναι μια σύνθετη κατάσταση, μεν, αλλά που δεν φαίνεται να υπάρχει σε καμία από τις δύο περιοχές. Δηλαδή, τρία χρόνια μετά και πέντε χρόνια μετά δεν βλέπουμε ανθεκτικές κοινότητες. Δεν είναι ανθεκτικές κοινότητες, είναι κοινότητες που έχουν επιζήσει του τραύματος, αλλά δεν μπόρεσαν ούτε έγκαιρα ούτε αποτελεσματικά να αποκατασταθούν οι βασικές δομές και οι λειτουργίες τους», σημειώνει η κ. Πολιτάκη.

Πολιτικές για πιο ανθεκτικές κοινωνίες

Όσον αφορά τις πολιτικές που θα πρέπει να αναπτυχθούν όπως εξηγεί αυτές χρειάζεται να στηρίζονται σε τρεις βασικούς άξονες στην πρόληψη, στην άμεση επέμβαση και στην αποκατάσταση.

Σχετικά με την πρόληψη η ομάδα του έργου προτείνει ο προληπτικός σχεδιασμός να περιλαμβάνει την καταγραφή (χαρτογράφηση) της κοινωνικής ευαλωτότητας και των χωρικών ανισοτήτων κάθε περιοχής, την ενημέρωση και προετοιμασία του πληθυσμού, την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του οικιστικού αποθέματος, την καταγραφή των φορέων και του είδους της βοήθειας που μπορούν να προσφέρουν και τη σύνδεση των τοπικών σχεδίων με το Εθνικό Σχέδιο Πολιτικής Προστασίας. Όσον αφορά την αποκατάσταση προτείνεται να στηρίζεται σε υπεύθυνη κεντρική, δίκαιη και σε βάθος πληροφόρηση, σαφείς και σύντομες διαδικασίες, ισότιμη πρόσβαση στην πληροφορία και στις διαδικασίες στήριξης, σχεδιασμό μέτρων και πολιτικών στήριξης καθώς και στην αξιολόγησή τους.

Τέλος η ομάδα του έργου “Helping Homes” επισημαίνει ότι τα ευρήματα του πρότζεκτ και οι προτάσεις πολιτικής που προέκυψαν από την έρευνα ευθυγραμμίζονται με τις βασικές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμβάλλοντας σε μια δίκαιη, κοινωνικά συμπεριληπτική και κλιματικά ανθεκτική μετάβαση. Για το λόγο αυτό προτείνει την αξιοποίηση αντίστοιχων εργαλείων και πολιτικών που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την κοινωνική συνοχή.

«Τα ευρήματα του έργου φιλοδοξούν να μετατρέψουν την εμπειρία των πολιτών σε τεκμηριωμένες προτάσεις πολιτικής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση καλύτερων πολιτικών για ανθεκτικές κοινότητες», αναφέρει η ομάδα.

Επισημαίνεται ότι τα ευρήματα του έργου παρουσιάστηκαν σε εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν λίγες μέρες στο Μουζάκι Καρδίτσας και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Παράλληλα παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων πολιτικής που καλύπτει όλο τον κύκλο διαχείρισης των φυσικών καταστροφών – από την πρόληψη και την ετοιμότητα έως την αποκατάσταση και την ανασυγκρότηση – με στόχο τη δημιουργία ενός δικαιότερου και αποτελεσματικότερου συστήματος προστασίας των νοικοκυριών.

Διαβάστε ακόμη