Σχεδόν 3,7 τόνοι πλαστικών αποβλήτων απαιτούνται σήμερα για να παραχθεί ένας τόνος νέου πλαστικού μέσω πυρόλυσης, με το τελικό κόστος να πλησιάζει τα 3.000 ευρώ ανά τόνο. Αυτή η αναλογία αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο το μεγάλο στοίχημα της χημικής ανακύκλωσης στην Ευρώπη: η τεχνολογία μπορεί να δώσει ξανά πλαστικό υψηλής ποιότητας από υλικά που δύσκολα ανακυκλώνονται, αλλά προς το παρόν παραμένει αισθητά ακριβότερη από την παραγωγή καινούργιου πλαστικού απευθείας από πετρέλαιο.
Τη μεγάλη αυτή απόσταση ανάμεσα στις φιλοδοξίες και στην οικονομική πραγματικότητα καταγράφει νέα έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του JRC. Σύμφωνα με τα συμπεράσματά της, τα χημικά ανακυκλωμένα πλαστικά κοστίζουν σήμερα από 1,5 έως 3,5 φορές περισσότερο από τα αντίστοιχα παρθένα υλικά, ενώ στην περίπτωση της πυρόλυσης η διαφορά μπορεί να φθάσει έως και τις 3,7 φορές.
Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, δεν είναι ότι η τεχνολογία δεν λειτουργεί. Λειτουργεί και μπορεί να παράγει πλαστικό ποιότητας αντίστοιχης με το καινούργιο, ακόμη και για συσκευασίες τροφίμων. Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει το επιπλέον κόστος και εάν η ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να στηρίξει τις επενδύσεις που χρειάζονται για να περάσει η χημική ανακύκλωση από τα πιλοτικά έργα στη μαζική παραγωγή.
Τι ακριβώς κάνει η χημική ανακύκλωση
Στη γνωστή μηχανική ανακύκλωση, το πλαστικό διαχωρίζεται, πλένεται, τεμαχίζεται και λιώνει για να χρησιμοποιηθεί ξανά. Στη χημική ανακύκλωση, αντίθετα, το πλαστικό «λύνεται» στα βασικά χημικά συστατικά του και στη συνέχεια ξαναχτίζεται σχεδόν από την αρχή.
Το μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι το τελικό υλικό μπορεί να έχει ποιότητα αντίστοιχη με το παρθένο πλαστικό. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις συσκευασίες που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, όπου η μηχανική ανακύκλωση δεν μπορεί πάντοτε να καλύψει τις αυστηρές προδιαγραφές υγιεινής και ασφάλειας.
Η έκθεση εξετάζει κυρίως δύο δρόμους. Ο πρώτος είναι η πυρόλυση, που αφορά κυρίως πλαστικά όπως το πολυαιθυλένιο και το πολυπροπυλένιο, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως σε σακούλες, μεμβράνες, μπουκάλια και άλλες συσκευασίες. Τα απόβλητα θερμαίνονται χωρίς οξυγόνο σε θερμοκρασίες από 300 έως 700 βαθμούς Κελσίου και μετατρέπονται σε έλαιο πυρόλυσης, αέρια και στερεά υπολείμματα. Το έλαιο πρέπει στη συνέχεια να καθαριστεί, να αναβαθμιστεί και να περάσει από πετροχημικές εγκαταστάσεις ώστε να γίνει ξανά πλαστικό.
Ο δεύτερος δρόμος είναι η σολβόλυση, η οποία χρησιμοποιείται κυρίως για PET και πολυεστέρα. Με τη βοήθεια διαλυτών, το πλαστικό διασπάται στα αρχικά χημικά του συστατικά, από τα οποία μπορεί να παραχθεί νέο PET για μπουκάλια, συσκευασίες τροφίμων ή υφάσματα.
Η χημική ανακύκλωση, πάντως, δεν μπορεί να δεχθεί οποιοδήποτε σκουπίδι όπως βγαίνει από τον κάδο. Απαιτεί σχετικά καθαρά και σταθερά ρεύματα αποβλήτων. Μέταλλα, γυαλί, χαρτί, υπολείμματα τροφών, υγρασία και διαφορετικοί τύποι πλαστικού αυξάνουν το κόστος και δυσκολεύουν τη λειτουργία των μονάδων. Το PVC, για παράδειγμα, απελευθερώνει χλώριο και μπορεί να προκαλέσει διάβρωση στις εγκαταστάσεις πυρόλυσης. Επομένως, ακόμη και τα «δύσκολα» πλαστικά χρειάζονται διαλογή και προετοιμασία πριν μπουν στη μονάδα.
Γιατί χάνονται σχεδόν τα δύο τρίτα στην πυρόλυση
Στην πυρόλυση βρίσκεται και η μεγαλύτερη οικονομική δυσκολία. Από την αρχική ποσότητα πλαστικών αποβλήτων, μόνο ένα μέρος επιστρέφει τελικά στην αγορά ως νέο πλαστικό. Ένα δεύτερο μέρος μετατρέπεται σε καύσιμα ή χρησιμοποιείται για να τροφοδοτήσει ενεργειακά τη διαδικασία και ένα τρίτο χάνεται ως θερμότητα ή υλικό υπόλειμμα.
Στο βασικό σενάριο της έκθεσης, η συνολική απόδοση από πλαστικό σε πλαστικό περιορίζεται στο 29,3%. Αυτό σημαίνει ότι για έναν τόνο τελικού πολυμερούς χρειάζονται 3,67 τόνοι μεικτών αποβλήτων. Στο σενάριο που πλησιάζει περισσότερο τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας, η απόδοση πέφτει κάτω από το 20% και απαιτούνται περισσότεροι από πέντε τόνοι αποβλήτων για κάθε τόνο νέου πλαστικού.
Ακόμη και το πολύ αισιόδοξο σενάριο του JRC, στο οποίο όλα τα στάδια λειτουργούν σχεδόν με τις καλύτερες δυνατές επιδόσεις, δίνει συνολική απόδοση 56,2%. Για να αυξηθεί περισσότερο η ποσότητα πλαστικού που ανακτάται, χρειάζονται επιπλέον εγκαταστάσεις, ενέργεια και χημικές διεργασίες. Μελέτη που επικαλείται το JRC δείχνει ότι η αύξηση της ανάκτησης από περίπου 50% σε 78% μπορεί να απαιτήσει 50% περισσότερη ενέργεια.
Αυτό ακριβώς περνά και στο κόστος. Στο βασικό μοντέλο, τα μεικτά πλαστικά απόβλητα αποτιμώνται αρχικά περίπου στα 90 ευρώ ανά τόνο. Μετά τη διαλογή και την προετοιμασία, η κατάλληλη πρώτη ύλη για την πυρόλυση φθάνει τα 365 ευρώ. Το ακατέργαστο έλαιο πυρόλυσης ανεβαίνει στα 1.304 ευρώ, το καθαρισμένο έλαιο στα 1.698 ευρώ και τα ενδιάμεσα πετροχημικά προϊόντα στα 2.551 ευρώ. Στο τέλος της διαδρομής, ο τόνος του νέου πλαστικού κοστίζει περίπου 2.968 ευρώ.
Ανάλογα με τις τιμές του πετρελαίου, της ενέργειας και των αποβλήτων, το τελικό κόστος μπορεί να κινηθεί από 1.500 έως περισσότερα από 4.000 ευρώ ανά τόνο. Ακόμη και στις ευνοϊκότερες συνθήκες, η πυρόλυση δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί το πλαστικό που παράγεται απευθείας από πετρέλαιο.
Από την Ολλανδία και τη Νορβηγία έως την Ισπανία και την Αυστρία
Η γεωγραφία των έργων δείχνει ότι η Ευρώπη πειραματίζεται ήδη με διαφορετικές τεχνολογίες, χωρίς όμως να έχει βρει ακόμη ένα κοινό και αποδεδειγμένα κερδοφόρο μοντέλο.
Στην Ολλανδία, η Pryme αναφέρει απόδοση περίπου 65% στη μετατροπή μεικτών πλαστικών αποβλήτων σε έλαιο πυρόλυσης. Στη Νορβηγία, η Quantafuel έχει αναφέρει απόδοση 68%, ενώ η Plastic Energy στην Ισπανία περίπου 70%. Στην Αυστρία, η τεχνολογία ReOil της OMV εμφανίζει απόδοση έως 82% από πλαστικό σε έλαιο πυρόλυσης, ενώ έχει ανακοινωθεί επέκταση της μονάδας στο διυλιστήριο του Σβέχατ με στόχο δυναμικότητα έως 200.000 τόνους τον χρόνο. Το σχέδιο συνοδεύεται από συμφωνία προμήθειας αποβλήτων με εγκατάσταση διαλογής στη Γερμανία.
Τα ποσοστά αυτά, ωστόσο, αφορούν κυρίως την παραγωγή ελαίου πυρόλυσης και όχι την ποσότητα που καταλήγει τελικά σε νέο πλαστικό. Από το έλαιο έως το τελικό πολυμερές μεσολαβούν νέα στάδια, στα οποία χάνονται πρόσθετες ποσότητες. Η έκθεση επισημαίνει επίσης ότι αρκετά από τα στοιχεία που ανακοινώνουν οι επιχειρήσεις δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Στην Ισπανία έχει ανακοινωθεί και σχέδιο μονάδας αεριοποίησης δυναμικότητας περίπου 400.000 τόνων τον χρόνο. Η αεριοποίηση μετατρέπει το πλαστικό σε αέριο σύνθεσης σε θερμοκρασίες που μπορούν να φθάσουν τους 1.200 βαθμούς Κελσίου. Το JRC, όμως, δεν προχωρά σε αναλυτική οικονομική αξιολόγηση της τεχνολογίας, καθώς θεωρεί ότι δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά στοιχεία από εγκαταστάσεις κανονικής λειτουργίας.
Γαλλία, Βέλγιο και Ελβετία επενδύουν στο PET
Διαφορετική είναι η εικόνα στη σολβόλυση, που αφορά κυρίως το PET και τον πολυεστέρα. Εδώ οι αποδόσεις είναι σαφώς υψηλότερες, επειδή πολύ μεγαλύτερο μέρος του αρχικού πλαστικού μπορεί να επιστρέψει στην παραγωγή.
Στη Γαλλία, η Carbios αναφέρει απόδοση περίπου 90% για την ενζυμική επεξεργασία αποβλήτων PET, δίσκων τροφίμων, ινών και υπολειμμάτων της μηχανικής ανακύκλωσης. Η Eastman, η οποία έχει δραστηριότητες στις ΗΠΑ και σχεδιάζει μονάδα στη Γαλλία, αναφέρει απόδοση άνω του 90% για τη μεθανόλυση συσκευασιών PET και πολυεστερικών ινών. Η σχεδιαζόμενη γαλλική μονάδα τοποθετείται περίπου στους 110.000 τόνους ετησίως και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σχετικές επενδύσεις στην Ευρώπη.
Στο Βέλγιο, η INEOS Aromatics αναφέρει επίσης απόδοση άνω του 90% για δύσκολες συσκευασίες PET, πολυστρωματικούς δίσκους και πολυεστερικά υφάσματα. Στην Ολλανδία, η Ioniqa έχει αναφέρει απόδοση 93% στην επεξεργασία φιαλών PET, ενώ η ελβετική GR3N αναφέρει ποσοστά 98%-99% για μπουκάλια, υφάσματα και συσκευασίες τροφίμων.
Η υψηλή απόδοση, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως και χαμηλό κόστος. Τα στοιχεία τεσσάρων ευρωπαϊκών εγκαταστάσεων που εξετάστηκαν από το JRC δείχνουν μέσο λειτουργικό κόστος περίπου 1.840 ευρώ ανά τόνο. Μαζί με το κόστος κατασκευής και εξοπλισμού, το τελικό κόστος διαμορφώνεται στα 2.150 ευρώ ανά τόνο, με απόκλιση περίπου 500 ευρώ.
Οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι χρειάζονται τιμές άνω των 2.000 ευρώ και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έως 3.000 ευρώ ανά τόνο για να είναι βιώσιμες. Το παρθένο PET, όμως, κινούνταν το 2023 και το 2024 περίπου στα 1.000-1.100 ευρώ ανά τόνο, ενώ το ανακυκλωμένο PET κατάλληλο για τρόφιμα βρισκόταν συνήθως μεταξύ 1.500 και 2.000 ευρώ. Επομένως, ακόμη και η πιο αποδοτική τεχνολογία χρειάζεται ένα σημαντικό επιπλέον τίμημα για να σταθεί στην αγορά.
Γιατί η Αμερική εμφανίζει χαμηλότερο κόστος
Η έκθεση καταγράφει αισθητή διαφορά ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αρκετές μελέτες τοποθετούν το κόστος της σολβόλυσης κάτω από τα 2.000 ευρώ και σε ορισμένα σενάρια κοντά στα 1.000 ευρώ ανά τόνο. Η διαφορά αποδίδεται κυρίως στη φθηνότερη ενέργεια, στο χαμηλότερο κόστος πρώτης ύλης και στη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ομοιογενών βιομηχανικών πλαστικών αποβλήτων.
Η σύγκριση χρειάζεται, πάντως, προσοχή. Πολλά από τα αμερικανικά στοιχεία προέρχονται από θεωρητικά μοντέλα ή πιλοτικές μονάδες και βασίζονται στις ιδιαίτερα υψηλές τιμές πλαστικών της περιόδου 2021-2022. Η Eastman κατασκεύασε στις ΗΠΑ τη μεγαλύτερη μονάδα μεθανόλυσης στον κόσμο μέσα σε εκείνο το περιβάλλον τιμών, αλλά στη συνέχεια έθεσε σε αναμονή το σχέδιο για δεύτερη αμερικανική μονάδα.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές στην Ευρώπη πιέζονται από εισαγωγές ανακυκλωμένου PET, κυρίως από την Ασία. Αυτό δημιουργεί ένα διπλό πρόβλημα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις: πληρώνουν ακριβότερα την ενέργεια και την πρώτη ύλη, αλλά πρέπει να ανταγωνιστούν υλικά που παράγονται σε περιοχές με χαμηλότερο κόστος. Παράλληλα, ο κλάδος εκφράζει αμφιβολίες για το κατά πόσο όλες οι εισαγόμενες ποσότητες έχουν την ίδια ποιότητα, την ίδια ιχνηλασιμότητα και επαρκώς πιστοποιημένη προέλευση.
Η Ευρώπη σχεδιάζει άλμα από τους 190.000 τόνους
Παρά τα πολυάριθμα έργα, η χημική ανακύκλωση παραμένει μικρή δραστηριότητα. Τον Μάρτιο του 2026 η ενεργή δυναμικότητα στην Ευρώπη υπολογιζόταν περίπου στους 190.000 τόνους τον χρόνο. Περίπου το 80% αφορούσε πυρόλυση και το υπόλοιπο 20% σολβόλυση και συναφείς τεχνολογίες. Για σύγκριση, η εγκατεστημένη δυναμικότητα της μηχανικής ανακύκλωσης στην Ευρώπη φθάνει τα 13,2 εκατ. τόνους.
Μαζί με τις εγκαταστάσεις που κατασκευάζονται ή βρίσκονται σε δοκιμαστική λειτουργία, η χημική δυναμικότητα ανεβαίνει κοντά στους 680.000 τόνους. Άλλη εκτίμηση, που περιλαμβάνει την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο, κάνει λόγο για 24 έργα και περίπου 903.000 τόνους.
Οι μεγαλύτερες προσδοκίες αφορούν το τέλος της δεκαετίας. Τα μέλη της Plastics Europe έχουν ανακοινώσει επενδύσεις άνω των 8 δισ. ευρώ σε 44 έργα, τα οποία κατανέμονται σε 13 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα μπορούσαν να παράγουν 2,8 εκατ. τόνους ανακυκλωμένου πλαστικού τον χρόνο έως το 2030. Άλλες εκτιμήσεις τοποθετούν τη δυναμικότητα μεταξύ 2,4 και 3,3 εκατ. τόνων.
Πολλά από αυτά τα έργα, ωστόσο, βρίσκονται ακόμη στα χαρτιά. Ορισμένα δεν έχουν λάβει τελική επενδυτική απόφαση, άλλα αναθεωρούνται προς τα κάτω και άλλα αναστέλλονται. Οι διαφορετικές εκτιμήσεις δεν είναι πάντοτε άμεσα συγκρίσιμες, καθώς κάποιες μετρούν τα απόβλητα που μπορούν να δεχθούν οι μονάδες και άλλες το τελικό προϊόν που βγαίνει από αυτές.
Η Ευρώπη διαθέτει περισσότερες από τις μισές λειτουργούσες εγκαταστάσεις χημικής ανακύκλωσης στον κόσμο, αλλά σε επίπεδο δυναμικότητας αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές μονάδες παραμένουν μικρότερες, συχνά πιλοτικές ή πρώιμης εμπορικής κλίμακας.
Οι ευρωπαϊκοί νόμοι δημιουργούν τη ζήτηση
Ο λόγος για τον οποίο οι επενδύσεις συνεχίζουν να βρίσκονται στο τραπέζι, παρά το υψηλό κόστος, είναι οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες. Από το 2030, όλες οι πλαστικές φιάλες ποτών θα πρέπει να περιέχουν τουλάχιστον 30% ανακυκλωμένο πλαστικό. Παράλληλα, ο Κανονισμός για τις Συσκευασίες προβλέπει 10% ανακυκλωμένο υλικό στις ευαίσθητες συσκευασίες που δεν είναι κατασκευασμένες από PET, με το ποσοστό να αυξάνεται στο 25% το 2040.
Η συνολική ευρωπαϊκή αγορά πλαστικών συσκευασιών ανέρχεται περίπου σε 21,1 εκατ. τόνους. Σχεδόν 9 εκατ. τόνοι αφορούν συσκευασίες τροφίμων ή άλλες εφαρμογές στις οποίες απαιτείται ιδιαίτερα υψηλή ποιότητα. Το JRC υπολογίζει ότι μόνο οι νέοι κανόνες για τις συσκευασίες μπορούν να δημιουργήσουν ζήτηση για 500.000 έως 1 εκατ. τόνους χημικά ανακυκλωμένου πλαστικού τον χρόνο.
Επειδή η πυρόλυση έχει χαμηλή απόδοση, για να παραχθεί αυτή η ποσότητα θα χρειαστούν μονάδες ικανές να δέχονται περίπου 1 έως 3 εκατ. τόνους πλαστικών αποβλήτων ετησίως. Η ζήτηση μπορεί να αυξηθεί ακόμη περισσότερο από τους νέους κανόνες για τα οχήματα, οι οποίοι προβλέπουν σταδιακά ελάχιστο ανακυκλωμένο περιεχόμενο στα πλαστικά των αυτοκινήτων.
Η ζήτηση δεν είναι, όμως, εγγυημένη
Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αβεβαιότητα της έκθεσης. Οι ευρωπαϊκοί νόμοι δημιουργούν ανάγκη για περισσότερο ανακυκλωμένο πλαστικό, αλλά δεν εξασφαλίζουν ότι όλη αυτή η ζήτηση θα καλυφθεί από τη χημική ανακύκλωση.
Εάν το υλικό παραμείνει δύο ή τρεις φορές ακριβότερο από το παρθένο πλαστικό, οι κατασκευαστές συσκευασιών μπορούν να αναζητήσουν άλλες λύσεις. Μπορούν να στραφούν σε προηγμένη μηχανική ανακύκλωση, να χρησιμοποιήσουν διαφορετικό τύπο πλαστικού, να επιλέξουν βιοπλαστικά ή να αντικαταστήσουν το πλαστικό με γυαλί, μέταλλο ή χαρτί. Μπορούν επίσης να μειώσουν το βάρος της συσκευασίας, να αναπτύξουν επαναχρησιμοποιούμενα δοχεία ή να αλλάξουν συνολικά τον σχεδιασμό του προϊόντος.
Σε ακραίες περιπτώσεις, εάν τα πρόστιμα είναι χαμηλότερα από το κόστος συμμόρφωσης, ορισμένες επιχειρήσεις μπορεί να επιλέξουν να πληρώσουν το πρόστιμο. Γι’ αυτό οι τελικοί κανόνες, οι έλεγχοι και το ύψος των κυρώσεων θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό αν τα ευρωπαϊκά έργα χημικής ανακύκλωσης θα βρουν αγοραστές για την παραγωγή τους.
Σημαντικό είναι επίσης το λεγόμενο ισοζύγιο μάζας, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο πιστοποιείται το ποσοστό ανακυκλωμένου υλικού όταν το έλαιο πυρόλυσης αναμειγνύεται μέσα σε ένα διυλιστήριο με συμβατικό πετρέλαιο ή νάφθα. Όσο μικρότερη είναι η ποσότητα που επιτρέπεται να χαρακτηριστεί ανακυκλωμένη, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος ανά πιστοποιημένο τόνο. Το JRC δείχνει ότι ένα πρόσθετο κόστος 100 ευρώ στην πρώτη ύλη μπορεί να μετατραπεί σε premium 1.000 ευρώ ανά τόνο, εάν μόνο το 10% του τελικού προϊόντος αναγνωρίζεται ως ανακυκλωμένο.
Η Γαλλία έχει ήδη θεσπίσει ειδικά κριτήρια για το πότε το έλαιο πυρόλυσης παύει να θεωρείται απόβλητο. Ο κλάδος ζητά αντίστοιχους κοινούς κανόνες σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και αυστηρότερο έλεγχο των εισαγωγών. Ζητά επίσης δημόσια χρηματοδότηση, καθώς αρκετά έργα δεν μπορούν σήμερα να περάσουν το απαιτούμενο όριο απόδοσης χωρίς κρατική ή ευρωπαϊκή στήριξη.
Η τελική εικόνα που δίνει το JRC είναι περισσότερο προσγειωμένη παρά απορριπτική. Η χημική ανακύκλωση δεν έρχεται να αντικαταστήσει τη φθηνότερη μηχανική ανακύκλωση. Μπορεί, όμως, να καλύψει το δύσκολο κομμάτι της αγοράς: πλαστικά που σήμερα καταλήγουν σε καύση ή ταφή, σύνθετες συσκευασίες, υφάσματα και υλικά που πρέπει να επιστρέψουν στην αγορά με ποιότητα κατάλληλη για τρόφιμα.
Διαβάστε ακόμη
