Ανοίγει και επίσημα ο δρόμος για τη γεωγραφική επέκταση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, καθώς η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση περιγράφει μια εκτεταμένη αναδιάρθρωση του συστήματος διαχείρισης νερού στη χώρα. Με περισσότερους από 700 φορείς να δραστηριοποιούνται σήμερα στην ύδρευση, την αποχέτευση και την άρδευση, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προωθεί ένα νέο μοντέλο με ισχυρότερους περιφερειακούς πυλώνες, κεντρικότερο συντονισμό και διευρυμένο ρόλο για οργανισμούς όπως η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, ο ΟΔΥΘ και ο ΟΑΚ.

Η στρατηγική έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις στους υδατικούς πόρους αυξάνονται, με τη γεωργία να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων αποθεμάτων, τη λειψυδρία να επεκτείνεται σε ολοένα και περισσότερες περιοχές και τις ανάγκες για νέες επενδύσεις σε δίκτυα, υποδομές και συστήματα παρακολούθησης να γίνονται ολοένα πιο επιτακτικές. Μέσα από επτά βασικούς άξονες πολιτικής, το σχέδιο επιχειρεί να αντιμετωπίσει τα διαρθρωτικά προβλήματα του τομέα, να περιορίσει τον κατακερματισμό των υπηρεσιών ύδατος, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή και να συνδέσει για πρώτη φορά τη διαθεσιμότητα νερού με τον αναπτυξιακό και χωροταξικό σχεδιασμό της χώρας.

ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης

Η σημαντικότερη ίσως θεσμική αλλαγή που εισάγεται αφορά τη δημιουργία δύο μεγάλων στρατηγικών πόλων διαχείρισης νερού με επίκεντρο την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ. Η στρατηγική προβλέπει τη γεωγραφική διεύρυνση των δραστηριοτήτων τους και την απορρόφηση παρόχων γειτονικών περιοχών, με στόχο την αντιμετώπιση του σημερινού κατακερματισμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΝ, σήμερα λειτουργούν 129 Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ), 190 δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, 5 σύνδεσμοι ύδρευσης και περισσότεροι από 450 φορείς άρδευσης, γεγονός που σημαίνει ότι περισσότεροι από 700 διαφορετικοί φορείς εμπλέκονται στη διαχείριση των υπηρεσιών ύδατος σε ολόκληρη τη χώρα.

Κατά το ΥΠΕΝ, η πολυδιάσπαση αυτή δυσκολεύει τον συντονισμό, αυξάνει το λειτουργικό κόστος, περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας και συχνά δεν επιτρέπει στους μικρότερους φορείς να αποκτήσουν την τεχνική επάρκεια και τους πόρους που απαιτούνται για την υλοποίηση μεγάλων έργων, τη συντήρηση δικτύων και την αξιοποίηση χρηματοδοτήσεων. Η στρατηγική θεωρεί ότι η αντιμετώπιση των προκλήσεων της λειψυδρίας και της κλιματικής αλλαγής απαιτεί ισχυρότερους οργανισμούς με μεγαλύτερη διοικητική και επιχειρησιακή δυνατότητα.

Η ΕΥΔΑΠ προορίζεται να αναλάβει διευρυμένο ρόλο στις Περιφερειακές Ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας, ενώ η ΕΥΑΘ θα επεκτείνει τη δραστηριότητά της στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική. Το νέο μοντέλο δεν περιορίζεται στην ύδρευση και αποχέτευση αλλά επεκτείνεται και στη διαχείριση αρδευτικών υποδομών, σηματοδοτώντας μια ευρύτερη αλλαγή φιλοσοφίας στη διαχείριση του νερού.

Η λογική της στρατηγικής είναι ότι οι δύο μεγαλύτεροι οργανισμοί της χώρας διαθέτουν την τεχνική, επιχειρησιακή και οικονομική επάρκεια που απαιτείται για να υποστηρίξουν ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης υδάτων σε περιφερειακή κλίμακα.

ΟΔΥΘ και ΟΑΚ αποκτούν αναβαθμισμένο ρόλο

Παράλληλα, η στρατηγική αναδεικνύει τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ) ως το πρώτο ολοκληρωμένο μοντέλο περιφερειακής διαχείρισης νερού.

Ο νέος φορέας αναλαμβάνει τη συνολική διαχείριση των υδάτινων πόρων της Θεσσαλίας, από την άρδευση και τα υδατικά ισοζύγια έως την παρακολούθηση των αποθεμάτων και την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Η επιλογή της Θεσσαλίας μόνο τυχαία δεν είναι, καθώς πρόκειται για την περιοχή με το μεγαλύτερο διαχρονικό έλλειμμα υδατικών πόρων στη χώρα.

Αντίστοιχα, ο Οργανισμός Ανάπτυξης Κρήτης (ΟΑΚ) αναγνωρίζεται ως κρίσιμος πυλώνας για τη διαχείριση των υδάτων στην Κρήτη, ενισχύοντας την κατεύθυνση δημιουργίας ισχυρών περιφερειακών σχημάτων που θα λειτουργούν ως κέντρα συντονισμού σε περιοχές με αυξημένες ανάγκες.

Γιατί κρίθηκε αναγκαία η νέα στρατηγική

Παρότι η Ελλάδα διαθέτει πλήρως εναρμονισμένο θεσμικό πλαίσιο με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα ύδατα, η ίδια η στρατηγική διαπιστώνει ότι το βασικό πρόβλημα βρίσκεται στην εφαρμογή.

Το σχέδιο καταγράφει σημαντικές αδυναμίες στον συντονισμό των αρμόδιων φορέων, έντονο κατακερματισμό αρμοδιοτήτων, περιορισμένη λειτουργική αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών ύδατος, σημαντικά κενά στελέχωσης και τεχνικής υποστήριξης, προβλήματα παρακολούθησης της κατάστασης των υδάτων, αλλά και αδυναμίες στην υλοποίηση και συντήρηση κρίσιμων υποδομών.

Η στρατηγική σημειώνει επίσης ότι οι καθυστερήσεις στην αναθεώρηση των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής και των Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας αποτελούν ένδειξη περιορισμένης διοικητικής ικανότητας και ανεπαρκούς συντονισμού.

Οι πιέσεις που δέχονται οι υδατικοί πόροι

Η ανάλυση του ΥΠΕΝ δείχνει ότι η σημαντικότερη πίεση στα υδατικά συστήματα της χώρας προέρχεται από τη γεωργία και την άρδευση. Η γεωργική δραστηριότητα αναδεικνύεται ως η κυρίαρχη διάχυτη πηγή πίεσης σχεδόν σε όλα τα υδατικά διαμερίσματα της χώρας, ενώ ο αγροτικός τομέας ευθύνεται για περίπου το 82% των συνολικών απολήψεων γλυκού νερού.

Παράλληλα, σημαντικές πιέσεις προέρχονται από τη βιομηχανία, τις κτηνοτροφικές μονάδες, τις τουριστικές εγκαταστάσεις, τις ιχθυοκαλλιέργειες, τα αστικά λύματα και τους χώρους διάθεσης αποβλήτων. Σημαντικό πρόβλημα παραμένει επίσης η διασυνοριακή ρύπανση που επηρεάζει περιοχές όπως οι Πρέσπες, ο Αξιός, ο Στρυμόνας και ο Έβρος.

Η στρατηγική επισημαίνει ακόμη ότι η Ελλάδα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα υπόγεια υδατικά αποθέματα, ενώ συνεχίζεται η εκτεταμένη χρήση γεωτρήσεων χωρίς επαρκή έλεγχο και παρακολούθηση, γεγονός που δυσχεραίνει την ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.

Τα ανησυχητικά στοιχεία για τα ύδατα

Τα στοιχεία που παρατίθενται στη στρατηγική αναδεικνύουν σημαντικές προκλήσεις. Περίπου το ένα τρίτο των επιφανειακών υδατικών συστημάτων της χώρας δεν πετυχαίνει τον στόχο της καλής οικολογικής κατάστασης, ενώ ιδιαίτερα προβληματική εικόνα εμφανίζουν τα λιμναία και μεταβατικά ύδατα. Στην Αττική και τη Θεσσαλία μόλις το ένα τρίτο των επιφανειακών υδάτων πληροί τους στόχους καλής οικολογικής κατάστασης.

Στα υπόγεια ύδατα, περίπου το 14% βρίσκεται σε κακή ποσοτική κατάσταση και αντίστοιχο ποσοστό σε κακή ποιοτική κατάσταση. Τα σοβαρότερα προβλήματα εντοπίζονται στη Θεσσαλία, την Αττική, τη Δυτική Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ο δείκτης υδατικής καταπόνησης της χώρας ανήλθε στο 37,3% το 2023, πολύ κοντά στο όριο του 40% που θεωρείται ένδειξη σοβαρής υδατικής καταπόνησης.

Οι επτά άξονες της νέας πολιτικής για το νερό

Η στρατηγική οργανώνεται γύρω από επτά βασικούς άξονες πολιτικής που θα καθορίσουν τις παρεμβάσεις των επόμενων ετών.

  1. Ο πρώτος άξονας αφορά τη διαχείριση της ζήτησης και την εξοικονόμηση νερού. Το ΥΠΕΝ επιδιώκει τη μείωση των απωλειών στα δίκτυα, την εγκατάσταση έξυπνων υδρομέτρων, την τηλεμετρία, την παρακολούθηση της κατανάλωσης και τη βελτίωση της αποδοτικότητας των αρδευτικών δικτύων.
  2. Ο δεύτερος άξονας αφορά την κυκλική οικονομία και την επαναχρησιμοποίηση νερού. Προβλέπεται ευρύτερη αξιοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων για άρδευση, βιομηχανική χρήση και άλλες δραστηριότητες, ώστε να δημιουργηθεί ένας πρόσθετος υδατικός πόρος.
  3. Ο τρίτος άξονας επικεντρώνεται στην προστασία των υδατικών συστημάτων, με έμφαση στον περιορισμό της ρύπανσης, στην αποκατάσταση επιβαρυμένων περιοχών και στην προστασία των υπόγειων υδροφορέων.
  4. Ο τέταρτος άξονας αφορά την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και την καλύτερη προετοιμασία απέναντι σε ξηρασίες, πλημμύρες και ακραία καιρικά φαινόμενα. Η στρατηγική επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος από τη διαχείριση των κρίσεων στην πρόληψη.
  5. Ο πέμπτος άξονας συνδέει το νερό με τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Για πρώτη φορά η φέρουσα ικανότητα μιας περιοχής θα συνδέεται άμεσα με τη διαθεσιμότητα υδατικών πόρων, επηρεάζοντας μελλοντικές επενδύσεις, τουριστικές αναπτύξεις και επεκτάσεις οικισμών.
  6. Ο έκτος άξονας αφορά την ψηφιοποίηση και τη διαχείριση δεδομένων. Το ΥΠΕΝ επιδιώκει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος που θα επιτρέπει την παρακολούθηση των απολήψεων, των δικτύων, των αδειών χρήσης νερού και των υδατικών αποθεμάτων σε πραγματικό χρόνο.
  7. Ο έβδομος άξονας αφορά την οικονομική βιωσιμότητα των υπηρεσιών ύδατος, με στόχο τη διασφάλιση των αναγκαίων πόρων για επενδύσεις, συντήρηση δικτύων και αναβάθμιση υποδομών.

Ψηφιακός μετασχηματισμός και νέος τρόπος διαχείρισης

Η στρατηγική δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία ενός συστήματος που θα βασίζεται σε αξιόπιστα δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές εκτιμήσεις. Σήμερα, σημαντικό ποσοστό των αξιολογήσεων βασίζεται σε ομαδοποιήσεις και κρίσεις εμπειρογνωμόνων λόγω ελλιπών μετρήσεων, γεγονός που περιορίζει την αξιοπιστία του συστήματος παρακολούθησης.

Για τον λόγο αυτό προβλέπεται η ενίσχυση του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Υδάτων, η διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων και η δημιουργία ενός ψηφιακού περιβάλλοντος που θα επιτρέπει τη λήψη αποφάσεων στη βάση πραγματικών στοιχείων.

Η μεγαλύτερη ίσως αλλαγή φιλοσοφίας που εισάγει η στρατηγική είναι η μετάβαση από τη λογική της συνεχούς αναζήτησης νέων υδατικών πόρων στη λογική της καλύτερης αξιοποίησης όσων ήδη διαθέτει η χώρα.

Η εξοικονόμηση, η μείωση των διαρροών, η επαναχρησιμοποίηση νερού, η ψηφιακή παρακολούθηση, η ενίσχυση των μεγάλων παρόχων και η σύνδεση του νερού με τον αναπτυξιακό σχεδιασμό αποτελούν τα βασικά εργαλεία μέσα από τα οποία το ΥΠΕΝ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο μοντέλο διαχείρισης των υδατικών πόρων για τις επόμενες δεκαετίες.

Διαβάστε ακόμη