Ο φόβος μιας νέας παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης επανήλθε στο προσκήνιο μετά το πρόσφατο θανατηφόρο ξέσπασμα hantavirus στο κρουαζιερόπλοιο MV Hondius, ωστόσο οι επιστήμονες και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εμφανίζονται καθησυχαστικοί: ο ιός δεν θυμίζει COVID-19, ούτε παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πανδημία αντίστοιχης κλίμακας. Αυτό, όμως, που προκαλεί πλέον ιδιαίτερη ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα δεν είναι μόνο το ίδιο το ξέσπασμα, αλλά οι συνθήκες που ενδέχεται να ευνοούν όλο και περισσότερο την εμφάνιση τέτοιων ασθενειών. Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει άμεσα την εξάπλωση οργανισμών που λειτουργούν ως ξενιστές ασθενειών, καθώς οι μεταβολές στις θερμοκρασίες, στις βροχοπτώσεις και στα οικοσυστήματα δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον για την αύξηση πληθυσμών τρωκτικών που μεταφέρουν τον ιό.

Σύμφωνα με επιστήμονες που επικαλείται το euronews, περίοδοι ξηρασίας που ακολουθούνται από έντονες βροχοπτώσεις αυξάνουν τη βλάστηση και κατ’ επέκταση τη διαθεσιμότητα τροφής για τα τρωκτικά, οδηγώντας σε πληθυσμιακή έκρηξη. Κάτι αντίστοιχο φαίνεται πως συνέβη και στην Αργεντινή, όπου καταγράφηκε σημαντική αύξηση κρουσμάτων μετά τα ακραία καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ετών. Παράλληλα, η καταστροφή φυσικών οικοτόπων και η αποψίλωση δασών φέρνουν τον άνθρωπο ολοένα και πιο κοντά σε άγρια ζώα που φιλοξενούν παθογόνους οργανισμούς. Όταν διαταράσσονται περιοχές όπου ζουν τρωκτικά, ο ιός μπορεί να απελευθερωθεί στο περιβάλλον μέσω σκόνης ή αερολυμάτων, αυξάνοντας τον κίνδυνο μόλυνσης.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα «κατακερματισμένα» οικοσυστήματα ευνοούν είδη όπως τα τρωκτικά και τα τσιμπούρια, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνουν τις φυσικές ισορροπίες που περιορίζουν τη μετάδοση ασθενειών.

Απειλείται η Ευρώπη;

Ο hantavirus δεν είναι άγνωστος στην Ευρώπη. Τα πρώτα καταγεγραμμένα κρούσματα εμφανίστηκαν ήδη από τη δεκαετία του 1930 στη Σουηδία, ενώ μέχρι σήμερα εντοπίζονται περιστατικά κυρίως στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη.

Το πιο συχνό ευρωπαϊκό στέλεχος είναι ο Puumala hantavirus, ο οποίος μεταδίδεται μέσω ειδών αγροποντικών και συνήθως προκαλεί ήπια μορφή αιμορραγικού πυρετού με νεφρικές επιπλοκές. Αν και η νόσος σπάνια αποβαίνει θανατηφόρα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να μεταβάλει γεωγραφικά την εξάπλωση των ξενιστών του ιού.

Περιοχές της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, που παραδοσιακά χαρακτηρίζονταν από ψυχρότερα κλίματα, ενδέχεται στο μέλλον να καταστούν πιο κατάλληλες για την ανάπτυξη πληθυσμών τρωκτικών που μεταφέρουν hantavirus. Παρότι οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ο ιός δεν διαθέτει τη δυναμική μαζικής ανθρώπινης μετάδοσης που χαρακτηρίζει άλλες πανδημίες, προειδοποιούν ότι η Ευρώπη θα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην πρόληψη και στην έγκαιρη επιτήρηση.

Η ενίσχυση συστημάτων παρακολούθησης που συνδυάζουν υγειονομικά, οικολογικά και κλιματικά δεδομένα θεωρείται πλέον απαραίτητη, ενώ ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η προστασία των οικοσυστημάτων δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική ανάγκη, αλλά και βασικό εργαλείο δημόσιας υγείας. Όπως τονίζουν διεθνείς οργανισμοί, η αποκατάσταση της φύσης και η διατήρηση της βιοποικιλότητας ίσως αποδειχθούν καθοριστικές για την αποτροπή των επόμενων ζωονόσων πριν αυτές μετατραπούν σε παγκόσμιες απειλές.

Διαβάστε ακόμη