Η ενεργειακή αξιοποίηση αποβλήτων μπαίνει πλέον πιο δυναμικά στο επίκεντρο του σχεδιασμού για τη διαχείριση των σκουπιδιών στην Ελλάδα, με τη ΡΑΑΕΥ να επιχειρεί να βάλει για πρώτη φορά σαφείς κανόνες σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για την πρώτη γενιά έργων ενεργειακής αξιοποίησης: το ποιο μέρος των απορριμμάτων θεωρείται πραγματικά «πράσινο» και μπορεί να αναγνωριστεί ως ανανεώσιμη ενέργεια.
Η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων εξέδωσε έναν αναλυτικό πρακτικό οδηγό για τον υπολογισμό του λεγόμενου «βιογενούς κλάσματος» των αποβλήτων, δηλαδή του μέρους εκείνου των σκουπιδιών που προέρχεται από οργανικά ή φυσικά υλικά, όπως τρόφιμα, χαρτί και ξύλο.
Η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά πλέον τεράστια σημασία για τα έργα ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων, καθώς από αυτή εξαρτάται αν και σε ποιο βαθμό η ενέργεια που παράγεται από την καύση απορριμμάτων θα θεωρείται ανανεώσιμη. Αυτό με τη σειρά του επηρεάζει άμεσα τις επιδοτήσεις, τις εγγυήσεις προέλευσης «πράσινης» ενέργειας, τη δυνατότητα χρηματοδότησης των έργων, αλλά και το κόστος που μπορεί να προκύψει στο μέλλον από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Ουσιαστικά, όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό οργανικών και φυσικών υλικών μέσα στα απορρίμματα που καίγονται, τόσο μεγαλύτερο μέρος της παραγόμενης ενέργειας μπορεί να θεωρηθεί καθαρό ή ανανεώσιμο. Αντίθετα, υλικά όπως τα πλαστικά θεωρούνται ορυκτής προέλευσης και συνδέονται με υψηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα.
Η ΡΑΑΕΥ επισημαίνει ότι μέχρι σήμερα δεν υπήρχε στην Ελλάδα κοινό και τυποποιημένο σύστημα για να υπολογίζεται με ενιαίο τρόπο αυτό το ποσοστό. Αυτό δημιουργούσε αβεβαιότητα τόσο για τις εταιρείες που σχεδιάζουν επενδύσεις όσο και για τις τράπεζες ή τους χρηματοδοτικούς φορείς που καλούνται να αξιολογήσουν τα έργα.
Μέσα από τον οδηγό, η Αρχή επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει μια κοινή «γλώσσα» για την αγορά ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων, παρουσιάζοντας αναλυτικά τις βασικές μεθόδους που χρησιμοποιούνται διεθνώς για τον υπολογισμό του βιογενούς κλάσματος.
Η πιο αξιόπιστη μέθοδος, σύμφωνα με τον οδηγό, είναι η λεγόμενη μέθοδος ραδιοάνθρακα. Με απλά λόγια, πρόκειται για εργαστηριακή διαδικασία που εξετάζει τη σύσταση των αποβλήτων και μπορεί να ξεχωρίσει ποια υλικά προέρχονται από πρόσφατους βιολογικούς κύκλους όπως φυτικά και οργανικά υπολείμματα και ποια από ορυκτές πρώτες ύλες, όπως τα πλαστικά. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και θεωρείται το πιο ασφαλές εργαλείο για να αποδεικνύεται ποιο μέρος της παραγόμενης ενέργειας είναι πραγματικά ανανεώσιμο.
Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη διαδικασία είναι ακριβή και απαιτεί εξειδικευμένα εργαστήρια, ο οδηγός περιγράφει και εναλλακτικές προσεγγίσεις που βασίζονται στην ανάλυση της σύστασης των αποβλήτων, στη θερμογόνο δύναμη των υλικών ή στα λειτουργικά δεδομένα των μονάδων. Με πιο απλό τρόπο, εξετάζεται πόσο «ενεργειακό φορτίο» δίνουν τα διαφορετικά υλικά που περιέχουν τα σκουπίδια και ποια από αυτά θεωρούνται βιογενή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι ο οδηγός συνδέει ευθέως το βιογενές κλάσμα με το ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS). Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον οι μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων ενδέχεται να επιβαρύνονται με κόστος για τις εκπομπές CO₂ που προέρχονται από το μη βιογενές μέρος των απορριμμάτων, κυρίως από τα πλαστικά. Συνεπώς, ο ακριβής υπολογισμός του οργανικού μέρους των αποβλήτων αποκτά πλέον άμεση οικονομική αξία.
Η έκδοση του οδηγού έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα προσπαθεί να περιορίσει την ταφή απορριμμάτων και να προωθήσει νέες μορφές επεξεργασίας, με την ενεργειακή αξιοποίηση να αποκτά όλο και πιο κεντρικό ρόλο στον συνολικό σχεδιασμό. Τα δευτερογενή καύσιμα SRF και RDF, που παράγονται μετά από επεξεργασία αποβλήτων, θεωρούνται βασικό κομμάτι αυτής της στρατηγικής, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε σε ειδικές μονάδες Waste-to-Energy είτε σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις, όπως οι τσιμεντοβιομηχανίες.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΡΑΑΕΥ επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πιο σταθερό και προβλέψιμο περιβάλλον για τις επενδύσεις του κλάδου, δίνοντας για πρώτη φορά συγκεντρωμένες τεχνικές κατευθύνσεις για το πώς θα πρέπει να υπολογίζεται και να τεκμηριώνεται το ανανεώσιμο μέρος της ενέργειας που παράγεται από τα απορρίμματα.
Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα πρώτο βήμα προετοιμασίας της αγοράς απέναντι στις νέες ευρωπαϊκές απαιτήσεις για την κυκλική οικονομία, τη μείωση των εκπομπών και τη σταδιακή μετατροπή των αποβλήτων από περιβαλλοντικό πρόβλημα σε ενεργειακό πόρο.
Διαβάστε ακόμη
