Τα «σύννεφα» που κάλυπταν εδώ και καιρό το σχέδιο για την ενεργειακή αξιοποίηση απορριμμάτων επιχείρησε να «διώξει» χθες ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Μανώλης Γραφάκος. Μιλώντας σε εκδήλωση της ΡΑΑΕΥ με θέμα «Ενεργειακή Αξιοποίηση στην Ελλάδα – Από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή: Κόστος, Ρυθμιστική Εποπτεία και Κοινωνική Αποδοχή», επιβεβαίωσε ότι η πολυαναμενόμενη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για τις έξι σχεδιαζόμενες μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης απορριμμάτων βρίσκεται πλέον στην τελική ευθεία, προκειμένου να λάβει και επίσημα το «πράσινο φως».
Πρόκειται για ένα φιλόδοξο σχέδιο με ορίζοντα υλοποίησης το 2030, που εντάσσεται στον εθνικό σχεδιασμό για την κυκλική οικονομία και την αποτελεσματική διαχείριση των αστικών στερεών αποβλήτων (ΑΣΑ). Είχε ανακοινωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη το 2019 χωρίς μέχρι σήμερα να έχει προχωρήσει αν και θεωρείται μονόδρομος προκειμένου να πετύχουμε τους στόχους περιορισμού των σκουπιδιών που διατίθενται σε χωματερές (ΧΥΤΥ).
Σύμφωνα με πληροφορίες του energygame.gr, το ΥΠΕΝ φαίνεται πως έχει ενσωματώσει στο νέο κείμενο πάνω από το 60% των επισημάνσεων που είχαν κάνει πολλοί φορείς της αγοράς. Υπενθυμίζεται πως είχαν εκφραστεί έντονες επιφυλάξεις, οι οποίες εστίαζαν κυρίως σε τρεις άξονες: στη χωροθέτηση των μονάδων και τις αντιδράσεις που αυτή προκαλεί σε τοπικό επίπεδο, στον οικονομικό καταμερισμό των επενδύσεων, και στη διασφάλιση ότι η ανακύκλωση και η ανάκτηση υλικών δεν θα υπονομευθούν από την επιλογή της καύσης. Το ΥΠΕΝ πάει να κλείσει αυτή την ψαλίδα με την αγορά, ωστόσο οι «φωνές» που εκφράζουν επιφυλάξεις και περιμένουν να δουν το τελικό κείμενο ακόμα υπάρχουν.
Πάντως, η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης του Γραφείου Αντιπροέδρου του Κλάδου Αποβλήτων της ΡΑΑΕΥ, Αΐντα Ανθούλη έστειλε σαφές μήνυμα ότι η ενεργειακή αξιοποίηση αποβλήτων μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης για τη χρόνια παθογένεια της ταφής στην Ελλάδα, αλλά μόνο υπό αυστηρούς περιβαλλοντικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς όρους.
Κατά την ίδια, η συζήτηση έχει αποκτήσει πλέον πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, καθώς η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που τέθηκε σε διαβούλευση τον Αύγουστο του 2025 προβλέπει τη δημιουργία δικτύου έξι μονάδων, σε τέσσερις διαχειριστικές ενότητες, με συνολική δυναμικότητα περίπου 1,18 εκατ. τόνους απορριμματογενών ενεργειακών πρώτων υλών ετησίως. Η τροφοδοσία των μονάδων, όπως παρουσιάστηκε, θα πρέπει να προέρχεται από υπολείμματα αποβλήτων και δευτερογενή καύσιμα που παράγονται μετά την επεξεργασία σύμμεικτων απορριμμάτων σε Μονάδες Επεξεργασίας Αποβλήτων και Μονάδες Ανάκτησης Ανακύκλωσης, και όχι από ρεύματα υλικών που θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε ανακύκλωση.
Σενάριο για μικρότερες μονάδες απορριμμάτων
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το μεγαλύτερο ρυθμιστικό ρίσκο: η υπερδιαστασιολόγηση. Η ΡΑΑΕΥ προειδοποιεί ότι μονάδες με μεγαλύτερη δυναμικότητα από τις πραγματικές ποσότητες υπολειμματικών αποβλήτων ενδέχεται να δημιουργήσουν ανάγκη για εγγυημένες ποσότητες τροφοδοσίας, μακροχρόνιες δεσμεύσεις και τελικά συνθήκες lock-in. Αυτό θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ανακύκλωση και να υπονομεύσει τους στόχους πρόληψης, διαλογής στην πηγή και εκτροπής βιοαποβλήτων.
«Ένα από τα βασικότερα ζητήματα, με ρυθμιστικό ρίσκο, είναι η υπερδιαστασιολόγηση, δηλαδή μονάδες που χρειάζονται εγγυημένες ποσότητες, που μπορεί να αποδυναμώσουν την ανακύκλωση», ανέφερε η Αΐντα Ανθούλη, επισημαίνοντας ότι ο σχεδιασμός πρέπει να βασιστεί σε επαληθευμένες και επικαιροποιημένες ποσότητες αποβλήτων, σε διαφάνεια στις μελέτες σκοπιμότητας και στις τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και στη λήψη υπόψη των περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων και των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων μονάδων επεξεργασίας.
Όπως όλα δείχνουν, το υπουργείο φαίνεται να εξετάζει το ενδεχόμενο επαναδιαστασιολόγησης των προτεινόμενων μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης αποβλήτων, με πιθανή μείωση της δυναμικότητάς τους, καθώς αυξάνεται ο στόχος για την ανακύκλωση και περιορίζονται οι ποσότητες υπολειμματικών απορριμμάτων που απομένουν προς ενεργειακή αξιοποίηση. Στο πλαίσιο αυτό, η επικείμενη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αναμένεται να θέτει ως ελάχιστο στόχο ανακύκλωσης το 65%, ενώ σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν το ΥΠΕΝ επεξεργάζεται σενάριο περαιτέρω αύξησης του ποσοστού ακόμη και στο 70%. Σε ένα τέτοιο μοντέλο διαχείρισης, η ενεργειακή αξιοποίηση θα αφορά κυρίως το μη ανακυκλώσιμο υπολειμματικό κλάσμα των αποβλήτων, το οποίο εκτιμάται ότι θα κινείται στην περιοχή του 20%-25%, ενώ ο τελικός στόχος παραμένει η σταδιακή μείωση της ταφής κάτω από το 10% έως το 2035.
Τα επόμενα βήματα
Τα επόμενα βήματα, μετά την έγκριση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, αφορούν τη διαμόρφωση του ρυθμιστικού και χρηματοδοτικού πλαισίου των μονάδων, καθώς και την υποβολή σχετικού φακέλου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έγκριση του σχήματος ενίσχυσης.
Η οικονομική βιωσιμότητα των έργων αναμένεται να βασιστεί σε δύο βασικούς πυλώνες: αφενός στα έσοδα από την πώληση ηλεκτρικής ενέργειας και αφετέρου στο λεγόμενο “gate fee”, δηλαδή το τέλος που θα καταβάλλεται για την παραλαβή και διαχείριση των απορριμμάτων. Το τελικό ύψος των σχετικών χρεώσεων δεν έχει ακόμη καθοριστεί, ωστόσο η στόχευση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, είναι να διαμορφωθεί ένα μοντέλο που θα διασφαλίζει βιώσιμες επενδύσεις χωρίς υπέρμετρη επιβάρυνση των πολιτών μέσω των δημοτικών τελών.
«Το κόστος θα πρέπει να είναι δίκαιο για τον πολίτη και ανταποδοτικό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα βιώσιμες επενδύσεις, καθώς διαφορετικά δεν πρόκειται να προχωρήσει τίποτα», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ και επικεφαλής του Κλάδου Αποβλήτων, Κωνσταντίνος Αραβώσης.
Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του ευρωπαϊκού πλαισίου, η ενεργειακή αξιοποίηση δεν προορίζεται να υποκαταστήσει την ανακύκλωση, αλλά να διαχειρίζεται το υπολειμματικό κλάσμα των αποβλήτων που απομένει μετά τη διαλογή και την ανακύκλωση, υπό αυστηρούς περιβαλλοντικούς και ποσοτικούς περιορισμούς.
Οι ευρωπαϊκοί στόχοι, το παράδειγμα άλλων χωρών
Η ενεργειακή αξιοποίηση αποτελεί μια αναγνωρισμένη και δοκιμασμένη πρακτική. «Είναι μέρος της διαχείρισης των αποβλήτων σε παγκόσμιο επίπεδο και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση της ταφής και στη μετάβαση προς την κυκλική οικονομία».
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τη ΡΑΑΕΥ, η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ταφή, με ποσοστό 79% για τα αστικά στερεά απόβλητα το 2022, έναντι περίπου 23,2% στον μέσο όρο της ΕΕ-27. Την ίδια στιγμή, η ανακύκλωση και κομποστοποίηση στην Ελλάδα κινείται περίπου στο 21%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται κοντά στο 49,6%, ενώ η ενεργειακή αξιοποίηση αστικών αποβλήτων παραμένει ουσιαστικά μηδενική στη χώρα, έναντι 27,2% στην ΕΕ.
Η σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει το χάσμα. Στη Δανία η ταφή περιορίζεται στο 2%, με ανακύκλωση 50% και ενεργειακή αξιοποίηση 48%. Στη Γερμανία η ανακύκλωση φθάνει στο 68%, η ταφή στο 1% και η ενεργειακή αξιοποίηση στο 30%, ενώ στην Ιταλία, χώρα με πιο συγγενή χαρακτηριστικά με την Ελλάδα, η ανακύκλωση βρίσκεται στο 59%, η ταφή στο 20% και το Waste-to-Energy στο 21%. Αντίθετα, χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, εμφανίζουν ακόμη υψηλά ποσοστά ταφής, αν και έχουν αρχίσει να εντάσσουν σταδιακά την ενεργειακή αξιοποίηση στο μείγμα διαχείρισης.
Η Αΐντα Ανθούλη συνέδεσε την ελληνική εικόνα με τους ευρωπαϊκούς στόχους, υπενθυμίζοντας ότι η Οδηγία-Πλαίσιο για τα Απόβλητα θέτει σαφή ιεράρχηση: πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση, ανάκτηση και, τελευταίο στάδιο, διάθεση ή ταφή. Οι δεσμευτικοί στόχοι προβλέπουν προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση 55% έως το 2025, 60% έως το 2030 και 65% έως το 2035, ενώ η ταφή πρέπει να περιοριστεί κάτω από το 10% έως το 2035. Στο πλαίσιο αυτό, η ενεργειακή αξιοποίηση παρουσιάζεται ως συμπληρωματική επιλογή για τα μη ανακυκλώσιμα υπολείμματα και όχι ως «παράκαμψη» της κυκλικής οικονομίας.
Το ΥΠΕΝ δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στην καύση απορριμμάτων υποστηρίζοντας ότι «είναι 100–0 το σκορ» υπέρ της ενεργειακής αξιοποίησης έναντι της ταφής. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, φορείς της αγοράς επιμένουν ότι η ενεργειακή αξιοποίηση δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος της ανακύκλωσης. Όπως επισημάνθηκε, ο σχεδιασμός θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες υποδομές διαλογής και ανάκτησης υλικών, να επιταχύνει τη μετατροπή των Μονάδων Επεξεργασίας Απορριμμάτων σε σύγχρονες Μονάδες Ανάκτησης και να διασφαλίζει ότι προηγείται η ανακύκλωση και ακολουθεί η διαχείριση του πραγματικού υπολείμματος.
«Ναι στην ενεργειακή αξιοποίηση, αλλά με τη σωστή σειρά», ήταν η χαρακτηριστική αποτύπωση της προσέγγισης που παρουσιάστηκε, με σαφή αντίθεση σε ενδεχόμενη υιοθέτηση “μεταβατικών” λύσεων όπως η καύση σύμμεικτων απορριμμάτων. Μια τέτοια επιλογή, σύμφωνα με τις ίδιες τοποθετήσεις, δεν συνάδει με τη φιλοσοφία της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και της κυκλικής οικονομίας, ενώ εκφράζονται φόβοι ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «Κερκόπορτα» για εμπροσθοβαρή ανάπτυξη της καύσης εις βάρος της ανακύκλωσης, η οποία βρίσκεται υψηλότερα στην ευρωπαϊκή ιεράρχηση διαχείρισης αποβλήτων.
Διαβάστε ακόμη
