Με αφετηρία μια σχεδόν ανύπαρκτη παραγωγική βάση, μόλις 5 τόνων πέρα από τον κινεζικό έλεγχο, η Δύση επιχειρεί να χτίσει δυναμικότητα 386 τόνων γαλλίου έως το 2030. Ακόμη όμως κι αν όλα τα ανακοινωμένα projects υλοποιηθούν χωρίς καθυστερήσεις, η απόσταση από τη ζήτηση θα παραμείνει μεγάλη, με το έλλειμμα να υπολογίζεται στους 729 τόνους. Σε αυτή την αγορά, περιορισμένη σε όγκους αλλά κρίσιμη για ημιαγωγούς, data centers, τεχνητή νοημοσύνη, 5G, άμυνα, ηλεκτροκίνηση και ΑΠΕ, η Ελλάδα επιχειρεί να αποκτήσει ρόλο πρώτης γραμμής μέσω της Metlen, η οποία προχωρά το πρώτο ευρωπαϊκό project παραγωγής γαλλίου σε βιομηχανική κλίμακα.
Σύμφωνα με έκθεση της S&P Global Energy, η παγκόσμια ζήτηση γαλλίου, από περίπου 1.000 τόνους το 2025, εκτιμάται ότι θα φθάσει τους 1.414 τόνους το 2028 και τους 1.738 τόνους το 2030, με ετήσιο ρυθμό αύξησης περίπου 12% την περίοδο 2026-2030. Την ίδια στιγμή, η Κίνα ελέγχει περίπου το 99% της παγκόσμιας δυναμικότητας χαμηλής καθαρότητας και περίπου το 62% της δυναμικότητας υψηλής καθαρότητας, μετατρέποντας ένα εξειδικευμένο βιομηχανικό μέταλλο σε εργαλείο γεωοικονομικής ισχύος.
Η Δύση ξεκινά την προσπάθεια απεξάρτησης από εξαιρετικά χαμηλή βάση. Σήμερα, η παραγωγή εκτός Κίνας περιορίζεται ουσιαστικά σε περίπου 5 τόνους από την εγκατάσταση Iijima στην Ιαπωνία. Έως το τέλος του 2026, η διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα εκτός Κίνας αναμένεται να φθάσει μόλις τους 20 τόνους, αφήνοντας κενό περίπου 678 τόνων. Το 2028, με τη δυναμικότητα να ανεβαίνει στους 280 τόνους, το έλλειμμα εκτιμάται στους 615 τόνους. Το 2030, παρά την αύξηση της δυτικής δυναμικότητας στους 386 τόνους, το κενό μεγαλώνει ξανά στους 729 τόνους, καθώς η ζήτηση τρέχει ταχύτερα από τα νέα έργα.
Η S&P Global καταγράφει οκτώ ανακοινωμένα projects, τα οποία μπορούν να προσθέσουν περίπου 381 τόνους παραγωγικής δυναμικότητας έως το 2030. Στο επενδυτικό κάδρο βρίσκονται η Αυστραλία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η Ευρώπη και άλλες αγορές. Η δυνητική παραγωγή του 2030 προκύπτει ότι η Αυστραλία μπορεί να φθάσει περίπου τους 100 τόνους, οι ΗΠΑ περίπου τους 120 τόνους, ο Καναδάς περίπου τους 40 τόνους, οι λοιπές χώρες G7+ περίπου τους 40 τόνους και ο υπόλοιπος κόσμος περίπου τους 86 τόνους.

Η ελληνική είσοδος στην αλυσίδα του γαλλίου
Η Ελλάδα μπαίνει στην κούρσα των κρίσιμων πρώτων υλών μέσω της Metlen, η οποία επιχειρεί να αξιοποιήσει την καθετοποιημένη παρουσία της στον βωξίτη, στην αλουμίνα και στο αλουμίνιο για να προσθέσει το γάλλιο στην παραγωγική της αλυσίδα. Η επένδυση αναπτύσσεται στις εγκαταστάσεις του Αλουμινίου της Ελλάδος, στον Άγιο Νικόλαο Βοιωτίας, και προβλέπει τη δημιουργία παραγωγικής δυναμικότητας 50 τόνων γαλλίου ετησίως, με σταδιακή έναρξη παραγωγής το 2027 και στόχο πλήρους ανάπτυξης έως το 2028.
Το project αποτελεί μέρος του ευρύτερου επενδυτικού προγράμματος της Metlen, ύψους 295,5 εκατ. ευρώ, που αποφασίστηκε τον Ιανουάριο του 2025 και συνδέει την αύξηση της παραγωγής βωξίτη, την ενίσχυση της δυναμικότητας αλουμίνας και την παραγωγή γαλλίου. Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα προβλέπει αύξηση της παραγωγής βωξίτη περίπου στους 2 εκατ. τόνους ετησίως και επέκταση της δυναμικότητας αλουμίνας από 865.000 σε 1,265 εκατ. τόνους, διαμορφώνοντας τη βιομηχανική βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η νέα δραστηριότητα.
Σήμερα, η παραγωγική βάση πέρα από τον κινεζικό έλεγχο περιορίζεται περίπου στους 5 τόνους, ενώ η S&P Global εκτιμά ότι η δυναμικότητα εκτός κινεζικής παραγωγικής κυριαρχίας μπορεί να φθάσει τους 280 τόνους το 2028 και τους 386 τόνους το 2030. Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική μονάδα δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή επένδυση, αλλά έναν από τους πρώτους κρίκους στην προσπάθεια της Ευρώπης να αποκτήσει δική της παραγωγή σε ένα μέταλλο που συνδέεται με ημιαγωγούς, data centers, άμυνα, 5G, ηλεκτροκίνηση και ΑΠΕ.
Η επένδυση έχει αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως Στρατηγικό Έργο στο πλαίσιο του Critical Raw Materials Act, ενώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει εγκρίνει χρηματοδότηση 90 εκατ. ευρώ για τις επενδύσεις σε βωξίτη και γάλλιο στο πλαίσιο του REPowerEU. Τον Μάιο του 2026, το συνολικό επενδυτικό σχέδιο, ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ, έλαβε και την έγκριση της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων, με προβλεπόμενη στήριξη μέσω επιχορηγήσεων και φορολογικών κινήτρων περίπου 118 εκατ. ευρώ.
Πριν ακόμη ξεκινήσει η πλήρης παραγωγή, η Metlen έχει προσθέσει και το εμπορικό σκέλος στην επένδυση, υπογράφοντας συμφωνία offtake για περίπου το 25% της μελλοντικής παραγωγής. Με βάση τη δυναμικότητα των 50 τόνων, η συμφωνία αντιστοιχεί σε περίπου 12,5 τόνους γαλλίου ετησίως.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν κατανέμεται ισόρροπα. Η Metlen δηλώνει ότι θα ήθελε μέρος της παραγωγής να κατευθυνθεί σε ευρωπαίους καταναλωτές, όμως, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, το ενδιαφέρον από την Ευρώπη παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με εκείνο που καταγράφεται από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Εκεί βρίσκεται και η βασική αντίφαση: η Ευρώπη χρηματοδοτεί και θεσμικά στηρίζει την παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών, αλλά οι πιο αποφασισμένοι αγοραστές για το ευρωπαϊκό γάλλιο φαίνεται, προς το παρόν, να βρίσκονται εκτός Ευρώπης.
Ο Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στους αναλυτές για τα αποτελέσματα α’ εξαμήνου 2026 έδωσε ακόμη πιο καθαρό σήμα για τη δυναμική της αγοράς. Όπως είπε, η Metlen θα μπορούσε να πουλήσει όχι μόνο τους 50 τόνους που σχεδιάζει να παράγει, αλλά ακόμη και 200 τόνους, εάν τους είχε διαθέσιμους. Παράλληλα, ανέφερε ότι η εταιρεία προσπαθεί να «τεντώσει» τις τεχνικές της δυνατότητες, ώστε να ανεβάσει τη δυναμικότητα από τους 50 στους 60 τόνους, χωρίς όμως να αναμένονται νεότερες ανακοινώσεις πριν από το β’ τρίμηνο του 2027.
Η Ευρώπη θέλει αυτονομία, αλλά η ζήτηση κινείται αλλού
Η συμφωνία λειτουργεί ως πρόωρη εμπορική πιστοποίηση του project και ταυτόχρονα ως ένδειξη του πού βρίσκεται σήμερα η πραγματική ζήτηση. Ενώ η Ευρώπη επιχειρεί να οικοδομήσει στρατηγική αυτονομία στις κρίσιμες πρώτες ύλες, το πρώτο μεγάλο συμβόλαιο για το ευρωπαϊκό γάλλιο κατευθύνεται προς αμερικανικό αγοραστή. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώθηκε και από τον Ευάγγελο Μυτιληναίο στο conference call των αποτελεσμάτων α’ εξαμήνου 2026, όπου ανέφερε ότι το ενδιαφέρον από ευρωπαίους καταναλωτές παραμένει χαμηλότερο από εκείνο που καταγράφεται από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα. Εν τοις πράγμασι, Ευρώπη χρηματοδοτεί και στηρίζει την παραγωγή, όμως οι πιο αποφασισμένοι αγοραστές φαίνεται, προς το παρόν, να βρίσκονται εκτός Ευρώπης.
Πάντως, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εντάξει το γάλλιο στη λίστα των 34 κρίσιμων πρώτων υλών, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους για την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Ωστόσο, η ίδια η ευρωπαϊκή βιομηχανική ζήτηση φαίνεται πιο διστακτική από την αντίστοιχη των ΗΠΑ και της Ασίας. Έτσι, υπάρχει ο κίνδυνος μια ευρωπαϊκή παραγωγική μονάδα να βρει τους πιο αποφασισμένους πελάτες εκτός Ευρώπης.
Ο πόλεμος Κίνας – ΗΠΑ περνά από τα κρίσιμα μέταλλα
Η Κίνα έχει ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την κυριαρχία της στην αλυσίδα γαλλίου ως μοχλό πίεσης. Σύμφωνα με την S&P Global, από το 2023 έχουν επιβληθεί περιορισμοί εξαγωγών προς ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ευρώπη, ενώ η απαγόρευση εξαγωγών προς τις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2024 οδήγησε τις τιμές γύρω στα 2.100 δολάρια ανά κιλό το 2026, περίπου επτά φορές υψηλότερα από τα επίπεδα του 2023. Η Metlen, από την πλευρά της, ανέφερε στο conference call ότι το υψηλό άκρο των δημοσιευμένων τιμών βρίσκεται σήμερα γύρω στα 3.250 δολάρια ανά κιλό, όταν στο Capital Markets Day του Απριλίου 2025 οι παραδοχές της εταιρείας βασίζονταν σε τιμή περίπου 800 δολαρίων ανά κιλό.
Η σύγκριση με τις κινεζικές τιμές αποτυπώνει το κόστος της απεξάρτησης. Η S&P Global εκτιμά ότι τα νέα projects γαλλίου χρειάζονται διαρθρωτικό κόστος 620-700 δολαρίων ανά κιλό το 2028, ώστε να στηριχθούν τουλάχιστον πέντε μονάδες στην παραγωγική αλυσίδα. Το επίπεδο αυτό είναι σαφώς υψηλότερο από τις εγχώριες κινεζικές τιμές, τις οποίες η έκθεση τοποθετεί περίπου στα 300 δολάρια ανά κιλό. Το συνολικό εύρος διαρθρωτικού κόστους για το 2028 κινείται από περίπου 390 έως 860 δολάρια ανά κιλό, ενώ χωρίς το CapEx το κόστος λειτουργίας των projects μετά την έναρξη παραγωγής υπολογίζεται στα 420-460 δολάρια ανά κιλό.
Αυτό σημαίνει ότι η δυτική αλυσίδα γαλλίου δεν μπορεί να στηθεί με όρους καθαρά εμπορικής σύγκρισης απέναντι στην Κίνα. Χρειάζεται κρατική στήριξη, μακροχρόνια συμβόλαια, εγγυήσεις απορρόφησης και βιομηχανικούς πελάτες που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για ασφάλεια εφοδιασμού. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ΗΠΑ χρηματοδοτούν projects μέσω του υπουργείου Άμυνας και κρατικών συμμετοχών, αντιμετωπίζοντας το γάλλιο όχι ως απλή πρώτη ύλη, αλλά ως κρίσιμο στοιχείο της τεχνολογικής και αμυντικής τους βάσης.

Οι κινήσεις σε ΗΠΑ, Αυστραλία και Καναδά
Η διεθνής κινητικότητα είναι έντονη. Η Alcoa έχει εγκρίνει μονάδα 100 τόνων στο Wagerup της Αυστραλίας, με χρηματοδότηση έως 200 εκατ. δολάρια και στόχο πρώτης παραγωγής το τέταρτο τρίμηνο του 2026. Στον Καναδά, έχει δεσμευθεί ποσό έως 281,7 εκατ. καναδικών δολαρίων για την επέκταση του Trail της Teck, με στόχο παραγωγή γαλλίου, γερμανίου και αντιμονίου. Η Korea Zinc έλαβε 25 εκατ. δολάρια από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας για επέκταση δυναμικότητας γαλλίου και γερμανίου σε μονάδα ανακύκλωσης στην Ιντιάνα. Παράλληλα, ο Καναδάς έχει εγκρίνει υπό όρους μη επιστρεπτέα συνεισφορά έως 18,95 εκατ. καναδικών δολαρίων για πιλοτική μονάδα Rio Tinto και Indium Corporation, ενώ η Atalco εξασφάλισε 150 εκατ. δολάρια κρατική συμμετοχή των ΗΠΑ και 300 εκατ. δολάρια ιδιωτικά κεφάλαια από την Pinnacle Asset Management για μεγάλη μονάδα γαλλίου στο Gramercy της Λουιζιάνα.
Η «μάχη» δεν αφορά μόνο την Κίνα και τις ΗΠΑ σε επίπεδο εμπορικών περιορισμών. Αφορά την ανασυγκρότηση ολόκληρων βιομηχανικών αλυσίδων, από τη βωξιτική και αλουμινική βάση έως την παραγωγή ημιαγωγών, μαγνητών και ηλεκτρονικών ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι χώρες και εταιρείες με υφιστάμενη βιομηχανική βάση σε αλουμίνα, αλουμίνιο και ψευδάργυρο έχουν πλεονέκτημα, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να επενδύσουν στην τεχνολογία ανάκτησης και στον καθαρισμό.
Το energy story πίσω από το γάλλιο
Το γάλλιο βρίσκεται στην τομή της ενεργειακής μετάβασης και της ψηφιακής οικονομίας. Οι ενώσεις του χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονικά ισχύος υψηλής απόδοσης, σε μετατροπείς για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε inverters ηλεκτρικών οχημάτων και σε εξοπλισμό που απαιτεί μεγαλύτερη αντοχή σε θερμοκρασίες, τάσεις και συχνότητες.
Για αυτό η αγορά δεν είναι απλώς μεταλλευτική. Είναι energy story, τεχνολογικό story και αμυντικό story ταυτόχρονα. Στους ημιαγωγούς συγκεντρώνεται το 61% της σημερινής ζήτησης, στους μαγνήτες το 36%, ενώ οι λοιπές χρήσεις, όπως φωτοβολταϊκά, ιατρικές εφαρμογές και καταλύτες, αντιστοιχούν στο 3%. Η επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης, των data centers και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων αυξάνει την πίεση στην αλυσίδα, ενώ η αμυντική χρήση του μετάλλου καθιστά κάθε εμπορική συμφωνία πιο ευαίσθητη.
