Η Γερμανία αναδείχθηκε το 2025 ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πλαστικών αποβλήτων παγκοσμίως, αποστέλλοντας στο εξωτερικό περισσότερους από 810.000 τόνους, σύμφωνα με ανάλυση εμπορικών δεδομένων που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Guardian. Το Ηνωμένο Βασίλειο ακολούθησε σε πολύ μικρή απόσταση, εξάγοντας πάνω από 675.000 τόνους πλαστικών απορριμμάτων — το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων οκτώ ετών — ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 127.000 εμπορευματοκιβώτια.
Μεγάλο μέρος των αποβλήτων αυτών κατευθύνθηκε προς την Τουρκία, ενώ ακολούθησαν η Μαλαισία και η Ινδονησία, χώρες που αποτελούν σταθερούς προορισμούς για τα ευρωπαϊκά πλαστικά απορρίμματα. Έρευνες έχουν επανειλημμένα συνδέσει τη βιομηχανία ανακύκλωσης πλαστικών στις συγκεκριμένες χώρες με σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, παράνομη απόρριψη και καύση αποβλήτων, καθώς και εργασιακές παραβιάσεις.
Ο Τούρκος θαλάσσιος βιολόγος Σεντάτ Γκιουντόγντου, που ερευνά τη ρύπανση από πλαστικά, δήλωσε: «Οι τουρκικές ακτές της Μεσογείου είναι οι πιο μολυσμένες σε ολόκληρη τη Μεσόγειο εξαιτίας των πλαστικών αποβλήτων από τα εργοστάσια ανακύκλωσης. Υπάρχουν τεράστιες ποσότητες μικροπλαστικών — μερικές φορές οι άνθρωποι δεν μπορούν καν να μπουν στη θάλασσα λόγω των απορριμμάτων.»
Μεγαλύτερες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα, εξάγουν λιγότερα πλαστικά απόβλητα εν μέρει επειδή διαχειρίζονται μεγαλύτερο ποσοστό εντός των συνόρων τους μέσω υγειονομικής ταφής, αποτέφρωσης ή ανακύκλωσης. Επιπλέον, δεν υπόκεινται στις ίδιες πιέσεις ανακύκλωσης που ισχύουν στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου οι εξαγωγές συνυπολογίζονται στα επίσημα ποσοστά ανακύκλωσης. Οι ΗΠΑ εξήγαγαν το 2025 περίπου 385.000 τόνους, καταλαμβάνοντας την πέμπτη θέση παγκοσμίως, ενώ η Κίνα βρισκόταν το 2024 στη 18η θέση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποφασίσει την απαγόρευση εξαγωγών πλαστικών αποβλήτων προς χώρες εκτός του ΟΟΣΑ από τον Νοέμβριο του 2026. Ωστόσο, σήμερα περίπου το ήμισυ των εξαγωγών εξακολουθεί να κατευθύνεται προς αυτές τις χώρες, ενώ μεγάλο μέρος του υπόλοιπου όγκου καταλήγει στην Τουρκία, που αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο αποδέκτη ευρωπαϊκών πλαστικών αποβλήτων.
Καθώς πλησιάζει η εφαρμογή της απαγόρευσης, εντείνονται οι ανησυχίες ότι οι εξαγωγές ενδέχεται απλώς να ανακατευθυνθούν σε αναπτυσσόμενες χώρες του ΟΟΣΑ, όπως η Τουρκία, ή σε περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες δεν διαθέτουν την απαιτούμενη υποδομή για να διαχειριστούν αυξημένους όγκους αποβλήτων. Στην Τουρκία, το σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων βρίσκεται ήδη υπό μεγάλη πίεση.
Ο Γκιουντόγντου σημείωσε: «Η χώρα παράγει 3,3 εκατομμύρια τόνους πλαστικών αποβλήτων ετησίως, ποσότητα υπερδιπλάσια από τη δυνατότητα ανακύκλωσής μας.» Η ευρωβουλευτής των Πρασίνων Σάρα Ματιέ χαρακτήρισε την επικείμενη απαγόρευση «σημείο καμπής», τονίζοντας ότι η Ευρώπη αρχίζει να αναλαμβάνει την ευθύνη για τα δικά της απορρίμματα. Ωστόσο, υποστήριξε ότι «λόγω επιθέσεων κατά των πράσινων πολιτικών από συντηρητικές και ακροδεξιές δυνάμεις», η ευρωπαϊκή δυναμικότητα εγχώριας ανακύκλωσης έχει μειωθεί κατά 1 εκατομμύριο τόνους τα τελευταία χρόνια.
«Το βασικό πρόβλημα είναι ότι τα νέα πλαστικά εξακολουθούν να είναι πολύ φθηνότερα από τα επαναχρησιμοποιημένα και ανακυκλωμένα υλικά. Γνωρίζουμε αυτήν την αποτυχία της αγοράς εδώ και χρόνια, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αντιμετώπισε ουσιαστικά τη ρίζα του προβλήματος», δήλωσε.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογράμμισε ότι το ανεξέλεγκτο εμπόριο πλαστικών αποβλήτων έχει επιβαρύνει σοβαρά το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία, ενώ ανέφερε ότι έχουν ήδη υιοθετηθεί νέα μέτρα για την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας και της ευρωπαϊκής ανακύκλωσης πλαστικών. Παρόμοια δέσμευση έχει αναλάβει και το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω του Environment Act του 2021, αν και το σχετικό πλαίσιο παραμένει υπό διαβούλευση.
«Αποικιοκρατία αποβλήτων»
Το 2025 περίπου το 20% των βρετανικών εξαγωγών πλαστικών αποβλήτων κατευθύνθηκε ακόμη σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ, ενώ οι αποστολές προς τη Μαλαισία — πλέον τρίτος μεγαλύτερος προορισμός του Ηνωμένου Βασιλείου — αυξήθηκαν σχεδόν κατά 60% σε σχέση με το 2024. Η ακτιβίστρια από τη Μαλαισία Πουά Λέι Πενγκ χαρακτήρισε την πρακτική αυτή ως: «Αποικιοκρατία αποβλήτων.»
Η βρετανική κυβέρνηση αυστηροποιεί πλέον τους κανόνες για τις εξαγωγές αποβλήτων και την ανακύκλωση, εισάγοντας νέα μέτρα διαφάνειας και αυστηρότερους ελέγχους για τις παράνομες αποστολές μη ανακυκλώσιμων πλαστικών. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις εκτιμούν ότι τα μέτρα αυτά δεν επαρκούν. Η Έιμι Γιάνγκμαν από την Environmental Investigation Agency προειδοποίησε:
«Όσο συνεχίζουμε να παράγουμε τόσο μεγάλες ποσότητες πλαστικού, τα απόβλητα απλώς θα μεταφέρονται σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, όπως η Τουρκία, ή θα αυξάνεται η αποτέφρωση στην Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο.» Παράλληλα, εξέφρασε φόβους ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ενδέχεται να εξελιχθεί σε ενδιάμεσο σταθμό για πλαστικά απόβλητα της ΕΕ, τα οποία στη συνέχεια θα επανεξάγονται προς τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένων μη μελών του ΟΟΣΑ, όπως η Μαλαισία.
Το βρετανικό υπουργείο Περιβάλλοντος ανέφερε ότι οι εξαγωγές αποβλήτων υπόκεινται ήδη σε αυστηρούς ελέγχους, ενώ επανεξετάζονται τα δεδομένα για τη διαχείριση των πλαστικών αποβλήτων στο εξωτερικό, με στόχο τη διασφάλιση ορθής επεξεργασίας. Παράλληλα, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι απαιτούνται περαιτέρω δράσεις για την επαναχρησιμοποίηση, τη μείωση και την ανακύκλωση των πόρων, στο πλαίσιο μιας πιο κυκλικής οικονομίας με μικρότερη εξάρτηση από τις εξαγωγές πλαστικών αποβλήτων.
Διαβάστε ακόμη
