Τον γεωπολιτικό κίνδυνο για τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου επαναφέρει στο προσκήνιο η κρίση στον Περσικό Κόλπο, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρεί να καλύψει έλλειμμα 12 δισ. κυβικών μέτρων στις αποθήκες της σε σχέση με πέρυσι και να εξασφαλίσει τις αναγκαίες ποσότητες ενόψει του χειμώνα. Οι αγορές επιδεικνύουν προς το παρόν αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας να τιμολογήσουν πλήρως το δυσμενέστερο σενάριο μιας παρατεταμένης διαταραχής στα Στενά του Ορμούζ. Πίσω, όμως, από τη σχετική ψυχραιμία, τα περιθώρια ασφαλείας του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος έχουν περιοριστεί αισθητά.

Οι αποθήκες φυσικού αερίου είναι γεμάτες μόλις κατά 54%-55%, σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον ιστορικό εποχικό μέσο όρο, οι εισαγωγές LNG επιβραδύνονται καθώς περισσότερα φορτία κατευθύνονται προς την Ασία, ενώ τα ευρωπαϊκά αποθέματα ντίζελ βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2022. Στην πίεση από τη Μέση Ανατολή προστίθενται τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια και το χαμηλότερο υδρολογικό ισοζύγιο της τελευταίας δεκαετίας, συγκροτώντας ένα πλέγμα κινδύνων που μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα από τις διεθνείς αγορές στους λογαριασμούς ρεύματος, στη θέρμανση, στις μεταφορές και στο κόστος της βιομηχανίας.

Το βασικό σενάριο δεν είναι σήμερα ότι η Ευρώπη θα μείνει χωρίς ενέργεια. Είναι ότι θα εισέλθει στον χειμώνα του 2026-2027 με πολύ μικρότερη δυνατότητα αντίδρασης απέναντι σε ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους ή σε μια νέα διακοπή του εφοδιασμού και ότι θα χρειαστεί να πληρώσει σημαντικά ακριβότερα για να εξασφαλίσει τις ποσότητες που της λείπουν. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη δεν βαδίζει ακόμη προς έναν χειμώνα βέβαιων ελλείψεων, βαδίζει, όμως, προς έναν χειμώνα στον οποίο ένα ακόμη σοκ μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για να μετατρέψει τη στενότητα σε νέα ενεργειακή κρίση.

Το τοπίο αλλάζει άρδην. Τον Δεκέμβριο του 2025 η S&P Global περιέγραφε το 2026 ως σημείο καμπής προς μια πιο άνετη αγορά, λόγω της νέας προσφοράς LNG και της χαμηλότερης ζήτησης. Η σύγκρουση με το Ιράν, οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ και οι ζημιές στο Κατάρ και η απαγόρευση του ρωσικού αερίου ως απόρροια του πολέμου στην Ουκρανία ανέτρεψαν την εικόνα. Στα τέλη Ιουλίου, η Wood Mackenzie χτύπησε το καμπανάκι αναφέροντας ότι η Ευρώπη προσεγγίζει «έδαφος ενεργειακής κρίσης», χωρίς οι τιμές να έχουν επιστρέψει στα άκρα του 2022.

Το ακριβό στοίχημα της αποθήκευσης

Η πρώτη πηγή ανησυχίας βρίσκεται κάτω από το έδαφος. Σύμφωνα με τον ACER, οι ευρωπαϊκές αποθήκες ξεκίνησαν την περίοδο αναπλήρωσης την 1η Απριλίου με πληρότητα μόλις 28%, περίπου 29 δισ. κυβικά μέτρα ή 314 TWh, χαμηλότερα από τα τρία προηγούμενα έτη. Στις 22 Ιουλίου διέθεταν 57,7 δισ. κυβικά μέτρα, έναντι 69,7 δισ. την ίδια ημέρα του 2025. Το έλλειμμα των 12 δισ. κυβικών μέτρων έφερε την πληρότητα κοντά στο 54%-55%, στο χαμηλότερο εποχικό επίπεδο από το 2021, σύμφωνα με το Oxford Institute for Energy Studies και στοιχεία της LSEG που επικαλείται το Reuters.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη καλείται να καλύψει μέσα στους επόμενους μήνες ένα σημαντικό κενό στις αποθήκες φυσικού αερίου, αγοράζοντας πλέον σε σαφώς υψηλότερες τιμές από εκείνες που προεξοφλούσε πριν από τη νέα κλιμάκωση.

Η ακριβότερη αναπλήρωση των αποθεμάτων αναμένεται να ενισχύσει τις πιέσεις και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αυξάνοντας τον κίνδυνο ενός ακόμη ενεργειακά ακριβού χειμώνα. Μάλιστα, η Energy Aspects επισημαίνει ότι κάτω από το 50% η δυνατότητα άντλησης μειώνεται απότομα για τεχνικούς λόγους. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εμφανίζεται προς το τέλος του χειμώνα, εάν ένα κύμα ψύχους συναντήσει εξαντλημένα αποθέματα.

Η ανάπαυλα που έφερε το μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποδείχθηκε εξαιρετικά βραχύβια. Το κείμενο που είχε οδηγήσει στην παύση των εχθροπραξιών και είχε ανοίξει έναν δίαυλο συνομιλιών κατέρρευσε «σαν χάρτινος πύργος» μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα, με τις διαφωνίες γύρω από την εφαρμογή του να μετατρέπονται τελικά σε αφορμή για την επανέναρξη του πολέμου.

Οι αγορές αντέδρασαν προτού ακόμη κατακαθίσει η διπλωματική σκόνη. Η πρόσκαιρη αποκλιμάκωση στην αγορά LNG εξανεμίστηκε και η τιμή του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF εκτινάχθηκε από τα περίπου 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μετά την εκεχειρία, σε περισσότερα από 63 ευρώ, υπερδιπλάσια από τα επίπεδα των 31 ευρώ πριν από την έναρξη του πολέμου. Τα προθεσμιακά συμβόλαια παραμένουν πάνω από τα 60 ευρώ έως και τον Ιανουάριο του 2027, δείχνοντας ότι η αγορά δεν προεξοφλεί μια σύντομη αναταραχή, αλλά μια παρατεταμένη περίοδο αβεβαιότητας και υψηλών τιμών.

Οι τιμές του TTF έχουν βρεθεί υψηλότερα από τις χειμερινές, αφαιρώντας το εμπορικό κίνητρο αγοράς και αποθήκευσης. Ο ACER υπολογίζει ότι για τον ονομαστικό στόχο πληρότητας 90% έως την 1η Νοεμβρίου οι εισαγωγές LNG πρέπει να αυξηθούν περίπου 13% έναντι του 2025. Η ευελιξία για χαμηλότερο επίπεδο, κοντά στο 80%, καθιστά τον στόχο εφικτότερο, όχι όμως φθηνό. Η Wood Mackenzie εκτιμά ότι ακόμη και με ανάκαμψη της παραγωγής του Κατάρ έως το τέλος Σεπτεμβρίου οι αποθήκες θα φτάσουν το πολύ στο 75% την 1η Νοεμβρίου· με δίμηνη παράταση της διαταραχής στο Ορμούζ, πέφτουν κάτω από το 70%.

Η Energy Aspects προβλέπει 75%-78%, ενώ το Oxford Institute υπολογίζει περίπου 67% εάν οι εισροές ακολουθήσουν τον ρυθμό του 2024, το χαμηλότερο επίπεδο για 1η Νοεμβρίου από το 2013.

Η προειδοποίηση Εξάρχου και η «γραμμή άμυνας»

Το κλίμα ανησυχίας αποτύπωσε και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής ενημέρωσης. «Με ανησυχεί ο χειμώνας που έρχεται», ανέφερε, αποδίδοντας τις αναμενόμενες πιέσεις κυρίως στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο και εκτιμώντας ότι το μεγαλύτερο βάρος θα επωμιστούν οι βιομηχανικές οικονομίες του ευρωπαϊκού Βορρά.

Μάλιστα ως ευρωπαϊκή «γραμμή άμυνας», πρότεινε την έκδοση ευρωομολόγου ή τη δημιουργία ενός χρηματοδοτικού εργαλείου αντίστοιχου με το Ταμείο Ανάκαμψης, ώστε τα κράτη-μέλη να χρηματοδοτήσουν την αναπλήρωση των αποθεμάτων και να συγκρατήσουν το ενεργειακό κόστος. «Η ελπίδα δεν είναι στρατηγική», τόνισε, επισημαίνοντας ότι ακόμη και ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε ομαλοποίηση των αγορών.

Από το φυσικό αέριο στο ρεύμα

Η πίεση δεν σταματά στην αγορά αερίου. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει την οριακή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές ώρες, γι’ αυτό και η άνοδός του μεταφέρεται γρήγορα στη χονδρεμπορική. Από τον Μάιο, τα ευρωπαϊκά χειμερινά συμβόλαια ρεύματος διαπραγματεύονταν με premium άνω του 20% έναντι των συμβολαίων του 2027, το υψηλότερο από την κρίση του 2022. Στη Γερμανία είχαν ξεπεράσει τα 110 ευρώ/MWh και στην Ιταλία τα 120 ευρώ/MWh, σύμφωνα με το Reuters. Στην Ελλάδα, έως και τις 22 Ιουλίου, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας κινούνταν κοντά στα 115 ευρώ ανά MWh, καταγράφοντας αύξηση άνω του 24% σε σύγκριση με τον Ιούνιο.

Το δεύτερο μέτωπο του ντίζελ

Παράλληλα εξελίσσεται μια δεύτερη, πιθανώς πιο επίμονη κρίση. Οι ζημιές στα διυλιστήρια του Κόλπου μεταφέρουν το πρόβλημα από το αργό στην παραγωγή βενζίνης, ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η Κίνα έχει μειώσει τη διύλιση κατά περίπου 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως και περιορίζει τις εξαγωγές. Η Ρωσία ανέστειλε τις εξαγωγές ντίζελ μετά τα ουκρανικά πλήγματα, ενώ δέκα διυλιστήριά της τέθηκαν εκτός λειτουργίας.

Το Reuters σημειώνει ότι το 2025 η Ρωσία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ, με περίπου 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ η αγορά τοποθετεί το μερίδιό της κοντά στο 11% της διεθνούς ζήτησης. Κατά αναλυτές, η ενεργή παγκόσμια διυλιστική δυναμικότητα υπολείπεται κατά 8,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως των προπολεμικών επιπέδων. Η στενότητα αποτυπώνεται στις τιμές: από την εκεχειρία της 17ης Ιουνίου έως τις 23 Ιουλίου, το Platts του ντίζελ αυξήθηκε κατά 53,6%, έναντι 29% για τη βενζίνη και 26% για το Brent. Τα ευρωπαϊκά περιθώρια διύλισης ντίζελ έφτασαν σχεδόν τα 65 δολάρια ανά βαρέλι, παρότι η ζήτηση είχε μειωθεί κατά 6% τον Απρίλιο, στα 5,53 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Η αποσύνδεση των τιμών του αργού από εκείνες των τελικών καυσίμων είναι ήδη ορατή και στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα με την τελευταία πανελλαδική τιμοληψια η μέση τιμή της βενζίνης διαμορφώνεται στα 2,017 ευρώ το λίτρο και του ντίζελ στα 2,041 ευρώ, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητη σε σχέση με την προηγούμενη Παρασκευή. Κι αυτό, παρότι το Brent υποχώρησε μέσα σε μία εβδομάδα από τα 100,8 δολάρια σε λίγο πάνω από τα 87 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας πτώση περίπου 14%. Η απόκλιση δεν οφείλεται μόνο στη συνήθη χρονική υστέρηση με την οποία οι διεθνείς μεταβολές περνούν στη λιανική, αλλά αντανακλά τη μετατόπιση της κρίσης από την επάρκεια αργού στη διαθεσιμότητα διυλισμένων προϊόντων. Πετρέλαιο υπάρχει, ωστόσο η δυνατότητα μετατροπής του σε ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα έχει περιοριστεί από τις ζημιές στα διυλιστήρια του Κόλπου και της Ρωσίας, καθώς και από τους περιορισμούς στην παραγωγή και στις εξαγωγές της Ασίας. Γι’ αυτό οι τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων στη Μεσόγειο παραμένουν υψηλές ακόμη και όταν το Brent αποκλιμακώνεται, καθυστερώντας ή περιορίζοντας την ελάφρυνση στην αντλία. Η Goldman Sachs δίνει βασικό σενάριο 80 δολαρίων για το Brent, αλλά έως 120 δολάρια προς το τέλος του έτους εάν συνεχιστεί η ένταση στο Ορμούζ.

Να σημειωθεί πως η επέκταση προ ολίγων ημερών της έντασης στην Ερυθρά Θάλασσα, μετά τις απειλές των Χούθι για αποκλεισμό των σαουδαραβικών εξαγωγών και τα χτυπήματα σε δύο πετρελαιοφόρα, έθεσε σε κίνδυνο και τη δεύτερη βασική οδό μεταφοράς πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία χρησιμοποιεί το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ως εναλλακτική στα Στενά του Ορμούζ, διοχετεύοντας μέσω αυτού 4-5 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Οι απειλές πυροδότησαν νέο ράλι, με το Brent να φθάνει την περασμένη Πέμπτη στα 100,69 δολάρια το βαρέλι αναστατώνοντας εκ νέου την αγορά.

Την ίδια περίοδο, η διεθνής τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 22%, από τα 898,5 στα 1.096 δολάρια ανά τόνο, με την τουριστική κίνηση να ασκεί πρόσθετες πιέσεις.

Η μάχη με την Ασία για το LNG

Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη αντικατέστησε μεγάλο μέρος του ρωσικού αερίου αγωγών με LNG. Μείωσε έτσι την εξάρτησή της από τη Μόσχα, αλλά έγινε «παίκτης τιμής» σε μια παγκόσμια αγορά, για να προσελκύσει τα ίδια ευέλικτα φορτία, πρέπει πλέον να πλειοδοτεί απέναντι στην Ασία.

Η αλλαγή κατεύθυνσης είναι ήδη ορατή. Σύμφωνα με στοιχεία της LSEG που δημοσίευσε το Reuters, τον Ιούνιο κατευθύνθηκε στην Ευρώπη μόλις το 42% των αμερικανικών εξαγωγών LNG, από λίγο πάνω από 50% τον Μάιο. Η Kpler υπολογίζει ότι η ασιατική αγορά προσέλκυσε ποσότητες-ρεκόρ 4 εκατ. τόνων αμερικανικού LNG τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ οι ευρωπαϊκές εισαγωγές του Ιουλίου υποχώρησαν στα 6,3 εκατ. τόνους, το χαμηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2024. Περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που μετατρέπει κάθε νέα εμπλοκή στην περιοχή σε άμεσο ευρωπαϊκό πρόβλημα.

Γιατί δεν είναι ακόμη ένα νέο 2022

Υπάρχουν, πάντως, ισχυρά αντίβαρα. Η Ευρώπη διαθέτει περισσότερους τερματικούς LNG, ισχυρότερες διασυνδέσεις και κατανάλωση φυσικού αερίου μειωμένη περίπου κατά ένα πέμπτο σε σχέση με το 2021. Ο IEA είχε προβλέψει αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής LNG κατά περισσότερο από 7%, ή πάνω από 40 δισ. κυβικά μέτρα, το 2026, κυρίως από τη Βόρεια Αμερική, ενώ η ανάπτυξη των ΑΠΕ περιορίζει την κατανάλωση αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή.

Το ENTSOG κρίνει ότι οι αγωγοί και οι τερματικοί σταθμοί είναι τεχνικά επαρκείς, εφόσον εξασφαλιστούν οι αναγκαίες ποσότητες. Στο σενάριο περιορισμένης διαθεσιμότητας LNG, όμως, η Ευρώπη ξεκινά τον χειμώνα με πληρότητα περίπου 76%-77% και χρειάζεται μείωση της ζήτησης, μέσω τιμών ή πολιτικών μέτρων, για να αποφύγει την εξάντληση των αποθεμάτων. Αυτό ακριβώς είναι το όριο ανάμεσα σε έναν δύσκολο και σε έναν κρίσιμο χειμώνα: όχι μόνο η δυνατότητα των δικτύων, αλλά το εάν θα υπάρχουν αρκετά καύσιμα, σε τιμή που μπορούν να αντέξουν νοικοκυριά και βιομηχανία.

Η Ευρώπη οδεύει προς έναν χειμώνα χωρίς τα ενεργειακά «μαξιλάρια» των προηγούμενων ετών. Με γρήγορη αποκατάσταση των ροών από τον Περσικό Κόλπο και ήπιο καιρό, το σύστημα μπορεί να ανταποκριθεί. Εάν όμως συμπέσουν χαμηλά αποθέματα, παρατεταμένο κρύο, ασθενής αιολική και υδροηλεκτρική παραγωγή και νέα γεωπολιτική αναταραχή, οι τιμές θα κληθούν να προσελκύσουν LNG και συγχρόνως να περιορίσουν τη ζήτηση.