Η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας αποτελεί μία από τις βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίζεται το οικονομικό σενάριο της κυβέρνησης για το 2027. Χαμηλότερος πληθωρισμός, ενίσχυση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης και ταχύτερη ανάπτυξη προϋποθέτουν, σε σημαντικό βαθμό, ότι η πίεση που άσκησαν φέτος το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και συνολικά το ενεργειακό κόστος θα αρχίσει να υποχωρεί.
Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού αποτυπώνει αυτή την παραδοχή με σαφήνεια. Για το 2027 προβλέπεται ότι η μέση τιμή του Brent θα διαμορφωθεί στα 78,2 δολάρια το βαρέλι, έναντι 91,2 δολαρίων το 2026, δηλαδή περίπου 14,3% χαμηλότερα. Παράλληλα, θεωρείται ότι η αποκλιμάκωση θα επεκταθεί και στα υπόλοιπα ενεργειακά προϊόντα, χωρίς πάντως να δίνεται αντίστοιχη συγκεκριμένη αριθμητική πρόβλεψη για το φυσικό αέριο ή τα καύσιμα.
Πάνω σε αυτή την υπόθεση στηρίζεται και μέρος της αναμενόμενης υποχώρησης του πληθωρισμού. Ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή εκτιμάται ότι θα περιοριστεί από 3,6% το 2026 σε 2,4% το 2027, υπό την παραδοχή της «σταδιακής αποκλιμάκωσης των διεθνών τιμών της ενέργειας».
Η σύνδεση με την πραγματική οικονομία είναι άμεση. Το βασικό σενάριο προβλέπει αύξηση των πραγματικών αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 1,4% και της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,5%, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί από 2% φέτος σε 2,3% το 2027. Η λογική είναι ότι η υποχώρηση των ενεργειακών τιμών θα περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, θα ενισχύσει το διαθέσιμο εισόδημα και θα αφήσει μεγαλύτερο περιθώριο για κατανάλωση.
Το 2026 δείχνει πόσο εύκολα αλλάζει η εικόνα
Η φετινή χρονιά, ωστόσο, υπενθυμίζει πόσο ευάλωτες μπορούν να αποδειχθούν τέτοιου είδους προβλέψεις απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις.
Το Brent ξεκίνησε τον Ιανουάριο από τα 66,8 δολάρια το βαρέλι και έως τον Απρίλιο είχε εκτιναχθεί στα 120,4 δολάρια. Ακολούθησε αποκλιμάκωση στα 83,4 δολάρια τον Ιούλιο, όμως τον Αύγουστο η τιμή επανήλθε στα 90,9 δολάρια, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου ξεπέρασε εκ νέου το όριο των 100 δολαρίων.
Ανάλογη πίεση καταγράφηκε και στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Η τιμή του TTF, από 27,6 ευρώ/MWh τον Δεκέμβριο του 2025, έφθασε στα 52,9 ευρώ τον Μάρτιο, στα 62,1 ευρώ τον Αύγουστο και στα 75,6 ευρώ στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Για την ηλεκτρική ενέργεια δεν παρατίθεται αντίστοιχη μέση τιμή, ωστόσο η επίδραση του ενεργειακού κόστους είναι εμφανής στη συνολική εικόνα του πληθωρισμού. Τον Αύγουστο οι τιμές ενέργειας στην Ευρωζώνη ήταν αυξημένες κατά 14,3% σε ετήσια βάση.
Η μεταβολή είναι ακόμη πιο έντονη αν συγκριθεί με τις εκτιμήσεις που ίσχυαν πριν από έναν χρόνο. Η τεχνική παραδοχή για τη μέση τιμή του Brent το 2026 τοποθετείται πλέον στα 91,2 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο περίπου 46% υψηλότερο από τη φθινοπωρινή πρόβλεψη του 2025. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν εξωγενή παράγοντα που κινήθηκε πολύ διαφορετικά από τις αρχικές παραδοχές και επηρέασε συνολικά το μακροοικονομικό περιβάλλον της χρονιάς.
Ο γεωπολιτικός παράγοντας παραμένει ανοικτός
Η επιστροφή σε χαμηλότερες ενεργειακές τιμές το 2027 δεν θεωρείται, πάντως, δεδομένη. Παράγοντες της ενεργειακής αγοράς εκτιμούν ότι για να υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση θα πρέπει οι δύο μεγάλες γεωπολιτικές εστίες έντασης, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, είτε να εκτονωθούν είτε τουλάχιστον να περιοριστούν αρκετά ώστε να εξομαλυνθούν οι διεθνείς ενεργειακές ροές.
Τον ίδιο κίνδυνο καταγράφει και το ίδιο το Προσχέδιο, συμπεριλαμβάνοντας μεταξύ των βασικών καθοδικών κινδύνων για το 2027 μία περαιτέρω κλιμάκωση των δύο κρίσεων.
Σε μία τέτοια περίπτωση, προειδοποιεί ότι θα μπορούσαν να προκληθούν νέες διαταραχές στις ενεργειακές αγορές και στις μεταφορές. Η παραμονή των ενεργειακών τιμών σε υψηλά επίπεδα θα μπορούσε με τη σειρά της να ενισχύσει ξανά τον πληθωρισμό, να περιορίσει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα.
Το Brent δεν αρκεί για να πέσουν και τα καύσιμα
Ένας δεύτερος αστερίσκος αφορά τη σχέση ανάμεσα στην τιμή του αργού πετρελαίου και στις τιμές των τελικών προϊόντων.
Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι η μείωση της ευρωπαϊκής διυλιστικής δυναμικότητας τα προηγούμενα χρόνια έχει δημιουργήσει μία διαφορετική ισορροπία μεταξύ της διαθεσιμότητας αργού και της επάρκειας προϊόντων διύλισης.
Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν η μέση τιμή του Brent υποχωρήσει στα επίπεδα που προβλέπει το βασικό σενάριο του Προϋπολογισμού, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα ακολουθήσουν με τον ίδιο ρυθμό και οι τελικές τιμές των προϊόντων διύλισης.
Το 2027 και η έξοδος από το ρωσικό αέριο
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η αγορά φυσικού αερίου, καθώς το 2027 είναι χρονιά κατά την οποία ολοκληρώνεται η εφαρμογή της ευρωπαϊκής απαγόρευσης στις εισαγωγές ρωσικού αερίου.
Το τελευταίο πλήρες επίσημο ευρωπαϊκό benchmark τοποθετεί το μερίδιο του ρωσικού αερίου στο 13% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ το 2025, έναντι περίπου 45% πριν από την ενεργειακή κρίση.
Για τα μακροχρόνια συμβόλαια LNG η απαγόρευση τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027, ενώ για τα μακροχρόνια συμβόλαια φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τις 30 Σεπτεμβρίου. Υπάρχει δυνατότητα μετάθεσης της δεύτερης ημερομηνίας έως την 1η Νοεμβρίου, σε περίπτωση που δεν έχουν επιτευχθεί οι στόχοι πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα πρέπει μέσα στην επόμενη χρονιά να αντικαταστήσει και τις ποσότητες ρωσικού αερίου που εξακολουθούν να φθάνουν μέσω TurkStream στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, δεν αφορά μόνο την εξεύρεση επαρκών ποσοτήτων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα εξασφαλιστούν. Εάν η υποκατάσταση καθυστερήσει ή εάν η Ευρώπη χρειαστεί να στραφεί σε μεγάλο βαθμό στη spot αγορά LNG, η τιμή του φυσικού αερίου μπορεί να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα ακόμη και εάν το πετρέλαιο κινηθεί χαμηλότερα.
Πώς το ακριβό αέριο περνά στο ρεύμα
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πίεση δεν θα περιοριζόταν στο φυσικό αέριο.
Παρά τη σημαντική διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν για αρκετές ώρες να καθορίζουν την οριακή τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Κατά συνέπεια, ένα υψηλό TTF αυξάνει το μεταβλητό κόστος λειτουργίας των θερμικών μονάδων και μπορεί, μέσω του μηχανισμού διαμόρφωσης των τιμών, να διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα και τις τιμές του ρεύματος στη χονδρική.
Το ενεργειακό σενάριο του 2027 επομένως δεν κρίνεται αποκλειστικά από το πετρέλαιο. Το φυσικό αέριο παραμένει κρίσιμος κρίκος τόσο για τη βιομηχανία και τη θέρμανση όσο και για την αγορά ηλεκτρισμού.
Πρόβλεψη 200 εκατ. ευρώ για ενδεχόμενες νέες παρεμβάσεις
Απέναντι σε αυτή την αβεβαιότητα, η κυβέρνηση έχει ενσωματώσει στον Προϋπολογισμό μία πρώτη δημοσιονομική πρόβλεψη για το ενδεχόμενο νέας ενεργειακής πίεσης.
Συγκεκριμένα, έχουν προβλεφθεί 200 εκατ. ευρώ για ανάγκες που ενδέχεται να προκύψουν εξαιτίας των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Το ποσό δεν έχει συνδεθεί εξαρχής με συγκεκριμένο μέτρο, αλλά λειτουργεί ως διαθέσιμο περιθώριο σε περίπτωση που απαιτηθούν νέες παρεμβάσεις.
Παράλληλα, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο πρόσθετων παρεμβάσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, εφόσον οι υφιστάμενες δικλίδες ασφαλείας δεν αποδειχθούν επαρκείς.
Ένα από τα σενάρια που θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν νέα μέτρα είναι ένα παρατεταμένο ανοδικό κύμα στη χονδρεμπορική αγορά, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόσυρση των πλέον ανταγωνιστικών σταθερών τιμολογίων.
Στα 669 εκατ. ευρώ τα έκτακτα μέτρα του 2026
Η δημοσιονομική επιβάρυνση από την ενεργειακή κρίση είναι ήδη σημαντική μέσα στο 2026.
Σύμφωνα με το Προσχέδιο, τα έκτακτα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους αποτιμώνται σε 669 εκατ. ευρώ, ποσό που αναμένεται να αυξηθεί όσο συνεχίζονται οι παρεμβάσεις στα καύσιμα.
Μόνο η επιδότηση του ντίζελ έχει δημοσιονομικό κόστος 216 εκατ. ευρώ. Για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου η στήριξη αυξήθηκε στα 15 λεπτά το λίτρο.
Οι επόμενες αποφάσεις αναμένονται στις 14 Οκτωβρίου και θα αφορούν τόσο τα καύσιμα κίνησης όσο και το πετρέλαιο θέρμανσης.
Στόχος είναι το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει να διατίθεται σε τιμή χαμηλότερη από 1,75 ευρώ το λίτρο, έναντι επιπέδων κοντά στα 2 ευρώ χωρίς κρατική στήριξη.
Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, συνεχίζονται οι επαφές της κυβέρνησης με τα δύο διυλιστήρια προκειμένου να εξεταστεί έκπτωση και στο πετρέλαιο θέρμανσης. Στην εξίσωση θα ληφθεί υπόψη και η στήριξη που παρέχουν HELLENiQ Energy και Motor Oil στα καύσιμα κίνησης, η οποία είναι πιθανό να αναπροσαρμοστεί.
Νέο πακέτο περίπου 100 εκατ. ευρώ για τη βιομηχανία
Στις ενεργειακές παρεμβάσεις του 2026 προστίθεται και νέο πακέτο στήριξης για το βιομηχανικό ρεύμα, ύψους περίπου 100 εκατ. ευρώ, το οποίο αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα από τον Πρωθυπουργό στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ.
Η παρέμβαση προβλέπεται να έχει αναδρομική εφαρμογή και να αξιοποιεί τα πλαίσια CISAF και METSAF.
Στο σχήμα αναμένεται να ενταχθούν τόσο επιχειρήσεις που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση κόστους CO2 όσο και μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη καλύπτονται από τον μηχανισμό αντιστάθμισης.
Για τις επιχειρήσεις της πρώτης κατηγορίας προβλέπεται κάλυψη ολόκληρου του 2026, ενώ μέσω του METSAF η μέγιστη μείωση της τιμής μπορεί να φθάνει έως και το 70% για την επιλέξιμη κατανάλωση.
Σχεδόν 1 δισ. ευρώ σε επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας
Παράλληλα με τα έκτακτα μέτρα, το Προσχέδιο προβλέπει σειρά επενδύσεων που έχουν στόχο να περιορίσουν πιο μόνιμα την έκθεση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και της οικονομίας συνολικά στο ενεργειακό κόστος.
Μέσω της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια σχεδιάζονται έως το 2028 επενδύσεις που προσεγγίζουν συνολικά το 1 δισ. ευρώ και θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους.
Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται νέο πρόγραμμα επιχορήγησης μπαταριών ύψους 200 εκατ. ευρώ. Προβλέπεται επίσης πανελλαδικό πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ για εγκατάσταση αντλιών θερμότητας και ηλιακών θερμοσιφώνων, το οποίο θα αφορά 100.000 δικαιούχους.
Επιπλέον, σχεδιάζεται πρόγραμμα 50 εκατ. ευρώ για 10.000 δικαιούχους στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη. Οι παρεμβάσεις σε αυτές τις περιοχές θα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και φωτοβολταϊκά στη στέγη σε συνδυασμό με μπαταρία.
Το βασικό στοίχημα του 2027, επομένως, είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, το οικονομικό σενάριο προϋποθέτει ότι η ένταση στις διεθνείς ενεργειακές αγορές θα περιοριστεί αρκετά ώστε να υποχωρήσει ο πληθωρισμός και να ενισχυθεί η κατανάλωση. Από την άλλη, ο ίδιος ο Προϋπολογισμός διατηρεί δημοσιονομικά περιθώρια και επενδυτικά εργαλεία για το ενδεχόμενο οι διεθνείς αγορές να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία.
Διαβάστε ακόμη
