Η ενέργεια αναδείχθηκε σε ένα από τα βασικά θέματα της ομιλίας της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την Κατάσταση της Ένωσης το 2026, με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να θέτει στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής της ατζέντας την οικονομική προσιτότητα, την ενεργειακή ασφάλεια, τον εξηλεκτρισμό, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά και το ζήτημα της λειψυδρίας.
Μιλώντας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο, η φον ντερ Λάιεν αξιοποίησε την περίπου μία ώρα της ομιλίας της για να αναφερθεί σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από την τεχνητή νοημοσύνη, την ασφάλεια στο διαδίκτυο και την άμυνα έως την οικονομική ασφάλεια και τη γεωπολιτική. Ωστόσο, η ενέργεια επανερχόταν διαρκώς στο προσκήνιο, αντανακλώντας τις πιέσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη έπειτα από χρόνια διαταραχών στις εφοδιαστικές αλυσίδες, γεωπολιτικής αστάθειας και αυξημένου κόστους.
Βασικό της μήνυμα ήταν ότι Ευρώπη πρέπει να καταστεί πιο ενεργειακά ανεξάρτητη, επιταχύνοντας τη μετάβαση προς εγχώριες πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών άνθρακα και ταυτόχρονα εξηλεκτρίζοντας πολύ μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας.
Eνεργειακή ασφάλεια
Οι τιμές της ενέργειας έχουν καταστεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα για την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2020. Στην ομιλία της η πρόεδρος της Κομισιόν, τοποθέτησε τη σημερινή κατάσταση της ηπείρου στο πλαίσιο μιας σειράς μεγάλων κρίσεων, από την πανδημία COVID-19 και τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έως την πιο πρόσφατη κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Το βασικό επιχείρημα της φον ντερ Λάιεν ήταν ότι η εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες αφήνει την Ευρώπη εκτεθειμένη όχι μόνο στη μεταβλητότητα των τιμών, αλλά και σε γεωπολιτικές εξελίξεις που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό της.
Η φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για μεγαλύτερες επενδύσεις στην «οικονομικά προσιτή και εγχώρια παραγόμενη καθαρή ενέργεια», συμπεριλαμβάνοντας τις ανανεώσιμες πηγές και την πυρηνική ενέργεια, καθώς και το βιομεθάνιο και άλλες τεχνολογίες. Η έμφαση δόθηκε στην τεχνολογική ουδετερότητα, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένες πηγές ενέργειας συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας και στη μείωση των τιμών.
«Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει βιομηχανική υπερδύναμη εάν οι τιμές της ενέργειας παραμένουν διαρθρωτικά πολύ υψηλές», είπε χαρακτηριστικά η φον ντερ Λάιεν.
Καταλύτης, ο εξηλεκτρισμός
Η απάντησή της είναι μια σημαντικά πιο εξηλεκτρισμένη ευρωπαϊκή οικονομία. Η Πρόεδρος της Επιτροπής δήλωσε ότι η Ευρώπη θα πρέπει να επιδιώξει τον διπλασιασμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2040, υποστηρίζοντας ότι αυτό θα μπορούσε να μειώσει τον λογαριασμό της ηπείρου για τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων κατά 260 δισ. ευρώ ετησίως. Ταχύτερες επενδύσεις, γρηγορότερες συνδέσεις στο δίκτυο και μεγαλύτερη ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας, υποστήριξε, θα είναι απαραίτητες για να καταστεί εφικτή αυτή η φιλοδοξία.
Ο Καναδάς μπαίνει στην ενεργειακή εξίσωση
Αίσθηση προκάλεσε και η πρόταση της φον ντερ Λάιεν να καταστεί ο Καναδάς το πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της ΕΕ.
Με τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ παρόντα στο Στρασβούργο, η Πρόεδρος της Επιτροπής περιέγραψε μια σχέση που θα υπερβαίνει τις συμβατικές εμπορικές συμφωνίες, χωρίς όμως να φτάνει στο επίπεδο της πλήρους ένταξης στην ΕΕ. Μεταξύ των τομέων που προσδιορίστηκαν για στενότερη συνεργασία ήταν η ενέργεια, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και οι μπαταρίες, παράλληλα με την τεχνολογία, την άμυνα, την τεχνητή νοημοσύνη, τους κβαντικούς υπολογιστές, την κυβερνοασφάλεια και την οικονομική ασφάλεια.
Η ενεργειακή διάσταση είναι σημαντική. Ο Καναδάς διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους και κρίσιμες πρώτες ύλες που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση, ενώ η ΕΕ επιδιώκει να ενισχύσει και να διαφοροποιήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες που στηρίζουν τις φιλοδοξίες της για καθαρή ενέργεια.
Για τον Καναδά, την ίδια στιγμή, η στενότερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές θα μπορούσε να προσφέρει μια επιπλέον οικονομική σχέση σε μια περίοδο αυξημένων εμπορικών εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, η ομιλία συνέδεσε την ενεργειακή ασφάλεια με μια ευρύτερη αναδιάταξη συμμαχιών και εφοδιαστικών αλυσίδων.
Το νερό
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της ομιλίας ήταν το νερό. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η ξηρασία και οι ακραίες θερμοκρασίες ασκούν αυξανόμενη πίεση στη γεωργία, τα οικοσυστήματα και τις υποδομές. Η διαθεσιμότητα νερού συνδέεται επίσης άμεσα με την ενέργεια: οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής μπορούν να εξαρτώνται από επαρκείς υδάτινους πόρους για την ψύξη τους, γεγονός που σημαίνει ότι σοβαρές ελλείψεις μπορούν να περιορίσουν την παραγωγή.
Η φον ντερ Λάιεν ανέδειξε αυτές τις αλληλένδετες προκλήσεις, επισημαίνοντας ότι η λειψυδρία επηρεάζει τους αγρότες, την ενέργεια και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Αναφέρθηκε επίσης στις απώλειες από τις πεπαλαιωμένες ευρωπαϊκές υποδομές ύδρευσης, λέγοντας ότι σχεδόν ένα στα τέσσερα λίτρα νερού χάνεται, κυρίως λόγω διαρροών. Για τον λόγο αυτό σχεδιάζεται μια νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για το νερό, με στόχο την ενίσχυση της υδατικής ασφάλειας για τη βιομηχανία και την παραγωγή τροφίμων.
Η ενεργειακή πρόκληση της ΑΙ
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτέλεσε έναν ακόμη κρίκο στη συζήτηση για την ενέργεια.
Η φον ντερ Λάιεν παρουσίασε την τεχνητή νοημοσύνη ως σημαντική ευκαιρία για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, προσδιορίζοντας την υγεία, τις μεταφορές, τα αγροδιατροφικά προϊόντα, τη μεταποίηση υψηλής τεχνολογίας και την άμυνα και το διάστημα ως πέντε τομείς με ιδιαίτερα ισχυρές δυνατότητες για βιομηχανικές εφαρμογές της AI. Παράλληλα, τόνισε ότι η ευρωπαϊκή προσέγγιση θα πρέπει να επικεντρώνεται στη δημιουργία αξίας με υπευθυνότητα, χαμηλότερο κόστος και μικρότερη κατανάλωση ενέργειας.
Οι ψηφιακές φιλοδοξίες της Ευρώπης θα απαιτήσουν ενέργεια, γεγονός που σημαίνει ότι η στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη και η ενεργειακή στρατηγική δεν μπορούν εύκολα να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστοί τομείς πολιτικής.
Ο «ευρωπαϊκός τρόπος» που περιέγραψε η φον ντερ Λάιεν συνδυάζει, επομένως, την τεχνολογική ανάπτυξη με έμφαση στην αποδοτικότητα, την υπευθυνότητα και την ανθρώπινη αυτονομία. Η ενέργεια βρίσκεται κάτω από αυτή την ατζέντα τόσο ως πρακτικός περιορισμός όσο και ως οικονομική ευκαιρία.
Οι πρώτες αντιδράσεις
Οι πρώτες αντιδράσεις από τους φορείς του ενεργειακού τομέα επικεντρώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο μήνυμα υπέρ του εξηλεκτρισμού.
Ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, επανέλαβε την έκκληση της φον ντερ Λάιεν για μεγαλύτερη ενεργειακή ανεξαρτησία, υποστηρίζοντας ότι τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα αποτελούν τόσο οικονομική όσο και ενεργειακή ευπάθεια. Αναφέρθηκε σε επιπλέον κόστος 90 δισ. ευρώ για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα από την έναρξη της σύγκρουσης στον Κόλπο, ενώ επανέλαβε και το δυνητικό όφελος των 260 δισ. ευρώ ετησίως από τον διπλασιασμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2040.
Ο Γιόργκενσεν συνέδεσε επίσης άμεσα την ενεργειακή πολιτική με την πολιτική για το κλίμα. Όπως είπε, η Ευρώπη θα συνεχίσει να επιδιώκει τους κλιματικούς της στόχους, ενώ ταυτόχρονα θα προσαρμόζεται στις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει ένα Ευρωπαϊκό Σχέδιο για τους Καύσωνες, το οποίο θα περιλαμβάνει μέτρα για συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης, την ετοιμότητα των υπηρεσιών υγείας, την προσαρμογή των πόλεων και την ψύξη.
Η Eurelectric, ο κλαδικός φορέας του ευρωπαϊκού ηλεκτρισμού, χαιρέτισε την έμφαση στον εξηλεκτρισμό και επισήμανε το μέγεθος της πρόκλησης στις υποδομές: παρότι η ΕΕ εγκατέστησε περισσότερα από 80 GW ανανεώσιμης ισχύος κατά το προηγούμενο έτος, ποσότητα εξαπλάσια παραμένει, σύμφωνα με τον φορέα, σε αναμονή για σύνδεση στο δίκτυο. Η Eurelectric υποστήριξε ότι τα δίκτυα, η αποθήκευση και η καθαρή παραγωγή θα καθορίσουν το πόσο γρήγορα η Ευρώπη θα μπορέσει να μετατρέψει τους πολιτικούς στόχους σε μεγαλύτερη ενεργειακή κυριαρχία.
Η SolarPower Europe τάχθηκε επίσης υπέρ της κατεύθυνσης που χαράχθηκε, δίνοντας έμφαση στην ταχύτερη ανάπτυξη της αποθήκευσης, στην ενίσχυση των δικτύων και στην επιτάχυνση της αδειοδότησης. Υποστήριξε ότι η ηλιακή ενέργεια έχει ήδη συμβάλει στη μείωση του κόστους των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων στην Ευρώπη και ζήτησε την υλοποίηση του ευρωπαϊκού στόχου για 200 GW αποθήκευσης, τον εκσυγχρονισμό των δικτύων, την ταχύτερη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων και έναν δεσμευτικό στόχο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2040.
