Η άνοδος των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας όχι μόνο δεν ανακόπηκε με το τέλος του καλοκαιριού, αλλά εντάθηκε στις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, διαψεύδοντας προς το παρόν τις προσδοκίες για εποχική αποκλιμάκωση. Μετά τον Αύγουστο, ο οποίος έκλεισε με μέση τιμή 133,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα και αύξηση 21% σε σχέση με τον Ιούλιο, η Αγορά Επόμενης Ημέρας κινείται πλέον κοντά στα 200 ευρώ/MWh, την ώρα που το φυσικό αέριο παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Η εικόνα του Αυγούστου είναι από μόνη της ενδεικτική της μεταβολής που έχει συντελεστεί μέσα σε έναν χρόνο. Η μέση χονδρεμπορική τιμή των 133,4 ευρώ/MWh συγκρίνεται με μόλις 73,15 ευρώ/MWh τον αντίστοιχο μήνα του 2025, καταγράφοντας αύξηση περίπου 82%. Σε σχέση, δε, με τον φετινό Ιούλιο και τα 109,95 ευρώ/MWh, η επιβάρυνση ξεπέρασε το 21%, επαναφέροντας την ελληνική αγορά σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Οι πρώτες συνεδριάσεις του Σεπτεμβρίου ενίσχυσαν περαιτέρω αυτή την εικόνα. Την 1η Σεπτεμβρίου η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 174,68 ευρώ/MWh, μία ημέρα αργότερα ανέβηκε στα 188 ευρώ/MWh και στις 3 Σεπτεμβρίου έφθασε τα 192,88 ευρώ/MWh. Η τελευταία τιμή είναι περίπου 45% υψηλότερη από τον μέσο όρο του Αυγούστου, ενώ μέσα σε μόλις δύο ημέρες η αγορά κατέγραψε άνοδο άνω του 10%.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στις ακραίες ωριαίες τιμές. Στις 2 Σεπτεμβρίου η μέγιστη τιμή άγγιξε τα 305,16 ευρώ/MWh, από 286,01 ευρώ/MWh την προηγουμένη, ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου το υψηλό διαμορφώθηκε στα 283,43 ευρώ/MWh. Περισσότερο αποκαλυπτική, ωστόσο, είναι η μεταβολή στις χαμηλότερες τιμές της ημέρας: από σχεδόν μηδενικά επίπεδα, μόλις 0,02 ευρώ/MWh στις 2 Σεπτεμβρίου, η ελάχιστη τιμή εκτινάχθηκε μία ημέρα αργότερα στα 105 ευρώ/MWh. Πρόκειται για ένδειξη ότι η πίεση δεν περιορίζεται μόνο στις ώρες αιχμής, αλλά έχει μετακινηθεί προς τα πάνω ολόκληρο το ημερήσιο εύρος τιμών.

Πίσω από αυτή την απότομη μεταβολή βρίσκεται ένα σύνολο παραγόντων που είχε ήδη αρχίσει να επιβαρύνει την αγορά από τον Αύγουστο. Ένας από αυτούς ήταν η χαμηλότερη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε αρκετές περιόδους του μήνα. Οι ασθενέστεροι άνεμοι περιόρισαν την απόδοση των αιολικών πάρκων και ανάγκασαν το σύστημα να στραφεί περισσότερο στις θερμικές μονάδες, αυξάνοντας τη συμμετοχή του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή.

Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με μία από τις μεγαλύτερες μεταβολές στο κόστος του ίδιου του καυσίμου. Το TTF κινείται πλέον κοντά στα 74 ευρώ/MWh, έχοντας ξεπεράσει τα 70 ευρώ για πρώτη φορά από τις αρχές του 2023. Η ένταση στη Μέση Ανατολή, οι αναταράξεις στις ροές LNG και η προσπάθεια των ευρωπαϊκών χωρών να ενισχύσουν τα αποθέματά τους πριν από τον χειμώνα έχουν επαναφέρει το φυσικό αέριο σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από εκείνα που επικρατούσαν πριν από έναν χρόνο. Και επειδή οι μονάδες αερίου εξακολουθούν να καθορίζουν την οριακή τιμή σε μεγάλο αριθμό ωρών, η αύξηση αυτή περνά άμεσα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού.

Οι πιέσεις, όμως, δεν περιορίζονται στο φυσικό αέριο. Η παρατεταμένη ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες σε τμήματα της Κεντρικής και της Νότιας Ευρώπης έχουν περιορίσει την παραγωγή από υδροηλεκτρικές μονάδες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δημιούργησαν προβλήματα και στη λειτουργία πυρηνικών σταθμών. Η υψηλή θερμοκρασία των ποταμών και η χαμηλότερη στάθμη των υδάτων περιόρισαν τη δυνατότητα ψύξης αντιδραστήρων, μειώνοντας τη διαθεσιμότητα φθηνότερης παραγωγής σε μία περίοδο κατά την οποία η ζήτηση παρέμεινε αυξημένη.

Έτσι, οι υψηλές τιμές στην Ελλάδα δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στις ιδιαιτερότητες της εγχώριας αγοράς. Αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης πίεσης που εκτείνεται κυρίως στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη, όπου η αυξημένη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, οι περιορισμένες υδροηλεκτρικές εισροές και οι διακυμάνσεις της παραγωγής ΑΠΕ διατηρούν το κόστος ηλεκτροπαραγωγής ψηλά.

Ενδεικτικό είναι ότι ακόμη και στις 3 Σεπτεμβρίου, όταν οι ΑΠΕ καλύπτουν το 48,65% του ενεργειακού μείγματος της Αγοράς Επόμενης Ημέρας, η μέση τιμή παραμένει στα 192,88 ευρώ/MWh. Το φυσικό αέριο συμμετέχει με 32,53%, ο λιγνίτης με 6,02%, οι εισαγωγές με 5,49% και τα μεγάλα υδροηλεκτρικά με 5,17%. Η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ επομένως δεν αρκεί από μόνη της για να συγκρατήσει τη μέση τιμή όταν, στις ώρες που απαιτείται συμβατική παραγωγή, το οριακό κόστος των μονάδων φυσικού αερίου έχει αυξηθεί τόσο έντονα.

Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στη λιανική έχουν ήδη αλλάξει. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν και την αναταραχή που ακολούθησε στις ενεργειακές αγορές, οι προμηθευτές άρχισαν να περιορίζουν τα πολύ φθηνά σταθερά συμβόλαια, τα οποία το 2025 είχαν αποτελέσει βασικό πεδίο ανταγωνισμού για τη διεύρυνση των μεριδίων τους.

Από την άνοιξη και μετά, μέρος των καταναλωτών μετακινήθηκε προς τα κυμαινόμενα «κίτρινα» τιμολόγια, θεωρώντας ότι μετά τις υψηλές θερινές καταναλώσεις θα ακολουθούσε η συνήθης εποχική υποχώρηση της ζήτησης και, μαζί της, των τιμών στη χονδρική. Μέχρι στιγμής, αυτή η προσδοκία δεν επιβεβαιώνεται. Αντιθέτως, τα 174,68 ευρώ/MWh της 1ης Σεπτεμβρίου έγιναν 188 ευρώ/MWh τη δεύτερη ημέρα του μήνα και 192,88 ευρώ/MWh την τρίτη, την ώρα που το φυσικό αέριο παραμένει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών.

Οι τρεις πρώτες ημέρες, ασφαλώς, δεν αρκούν για να προδικάσουν το σύνολο του Σεπτεμβρίου. Δείχνουν όμως ότι η υποχώρηση των θερμοκρασιών και της ζήτησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια. Όσο το φυσικό αέριο παραμένει ακριβό και η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει περιορισμούς στην προσφορά φθηνότερης παραγωγής, το περιθώριο ουσιαστικής αποκλιμάκωσης παραμένει στενό. Και αυτό είναι το στοιχείο που έχει πλέον τη μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές που επέλεξαν κυμαινόμενα προϊόντα προσδοκώντας φθηνότερο φθινόπωρο.

Διαβάστε ακόμη