Ξεκίνησαν οι εργασίες για την κατασκευή της ηλεκτρικής διασύνδεσης υψηλής τάσης 400 kV μεταξύ Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας, ενός έργου στρατηγικής σημασίας που εντάσσεται στον Πανευρωπαϊκό Διάδρομο VIII και στοχεύει στην ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας στην περιοχή. Σύμφωνα με το Ceenergy News, το έργο εισέρχεται πλέον στη φάση υλοποίησης, μετά από καθυστερήσεις και νέα διαγωνιστική διαδικασία για την επιλογή αναδόχου. Περιλαμβάνει την κατασκευή γραμμής μεταφοράς μήκους 97,5 χιλιομέτρων εντός της Βόρειας Μακεδονίας, την ανάπτυξη νέου υποσταθμού μετασχηματισμού κοντά στην Οχρίδα, καθώς και τη δημιουργία πεδίου μεταφοράς στη Μπίτολα.
Η χρηματοδότηση του έργου εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς και ευρωπαϊκούς πόρους. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD) έχει εγκρίνει δάνειο ύψους 37 εκατ. ευρώ, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάλλει με επιχορήγηση 12 εκατ. ευρώ μέσω του Μηχανισμού Επενδύσεων για τα Δυτικά Βαλκάνια (WBIF). Στην αλβανική πλευρά, οι εργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει από τον Δεκέμβριο του 2023 και, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του WBIF, προχωρούν με ικανοποιητικούς ρυθμούς.
Η υπουργός Ενέργειας της Βόρειας Μακεδονίας, Σάνια Μποζίνοφσκα, χαρακτήρισε το έργο ως θεμέλιο για τον επανασχεδιασμό του ενεργειακού χάρτη της χώρας. Όπως δήλωσε, η επένδυση αυτή υπερβαίνει τον χρονικό ορίζοντα μιας κυβερνητικής θητείας ή ενός οικονομικού κύκλου, δημιουργώντας υποδομές που θα στηρίξουν μελλοντικές παραγωγικές μονάδες, νέες βιομηχανίες, ψηφιακές πλατφόρμες και κέντρα δεδομένων. Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο αναπληρωτής επικεφαλής της αντιπροσωπείας στη χώρα, Μπεν Νούπναου, τόνισε ότι η ενίσχυση της διασυνοριακής ενεργειακής συνδεσιμότητας δεν αφορά μόνο τις δύο εμπλεκόμενες χώρες, αλλά συμβάλλει συνολικά στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Ένας ακόμη κρίκος στην «ηλεκτρική αλυσίδα» της ΝΑ Ευρώπης
Η έναρξη υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ Βόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της ηλεκτρικής διασυνδεσιμότητας στα Βαλκάνια, καθώς προσθέτει έναν ακόμη κρίκο στο δίκτυο διασυνοριακών γραμμών που επιτρέπουν την ελεύθερη ροή ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή. Αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη ευελιξία για τα εθνικά συστήματα, καλύτερη αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων κάθε χώρας και αυξημένη ασφάλεια εφοδιασμού, ιδιαίτερα σε περιόδους αιχμής ή κρίσεων. Παράλληλα, διευκολύνεται η ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς η περίσσεια παραγωγής μπορεί να διοχετεύεται σε γειτονικές αγορές, μειώνοντας απώλειες και κόστη. Σε ευρύτερο επίπεδο, τέτοιου είδους έργα ενισχύουν τη σύγκλιση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας των Βαλκανίων με την ευρωπαϊκή, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια πιο ενοποιημένη, ανταγωνιστική και ανθεκτική ενεργειακή αγορά.
Διαβάστε ακόμη
