Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δύσκολο, ενεργειακά, χειμώνα, καθώς οι αποθήκες φυσικού αερίου παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα για την εποχή, ενώ οι γεωπολιτικές αναταράξεις περιορίζουν την πρόσβαση της αγοράς σε κρίσιμες ποσότητες LNG, σύμφωνα με δημοσίευμα του CNBC.

Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται ανοδικά. Το ολλανδικό συμβόλαιο αναφοράς TTF ξεπέρασε την Τρίτη τα 68 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2023.

Το ενδεχόμενο, ωστόσο, να δούμε ξανά τιμές άνω των 100 ευρώ/MWh δεν θεωρείται πλέον ακραίο σενάριο. Αναλυτές προειδοποιούν ότι ένας ψυχρός χειμώνας, σε συνδυασμό με περιορισμένες προμήθειες, θα μπορούσε να οδηγήσει τις τιμές ακόμη και στα 90-120 ευρώ/MWh, επίπεδα που παραπέμπουν στην ενεργειακή κρίση του 2022.

Οι αποθήκες δεν γεμίζουν με τον απαιτούμενο ρυθμό

Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι τα αποθέματα. Οι αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονται περίπου στο 63% της χωρητικότητάς τους, σύμφωνα με τα στοιχεία της Gas Infrastructure Europe. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί για αυτή την περίοδο του έτους και περίπου 18 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Η εξέλιξη αυτή περιορίζει το «μαξιλάρι ασφαλείας» ενόψει του χειμώνα. Όσο χαμηλότερα είναι τα αποθέματα, τόσο μειώνεται και η δυνατότητα άντλησης μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου σε περιόδους αιχμής. Με άλλα λόγια, η Ευρώπη μπορεί να μπει στον χειμώνα με επαρκείς ποσότητες για τις συνήθεις ανάγκες, αλλά να βρεθεί αντιμέτωπη με σοβαρό πρόβλημα εάν επικρατήσουν παρατεταμένες χαμηλές θερμοκρασίες τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο.

Το LNG γίνεται ξανά το μεγάλο «στοίχημα»

Καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη των τιμών είναι η διαθεσιμότητα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η Ευρώπη έχει αυξήσει σημαντικά την εξάρτησή της από το LNG μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη σταδιακή απομάκρυνσή της από το ρωσικό φυσικό αέριο. Αυτό σημαίνει ότι για να καλύψει τις ανάγκες της πρέπει να ανταγωνιστεί την Ασία για φορτία LNG.

Ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι αμερικανικές εξαγωγές. Η Ευρώπη έχει σήμερα ένα μικρό πλεονέκτημα έναντι της Ασίας στην προσέλκυση ευέλικτων φορτίων αμερικανικού LNG, καθώς οι υψηλότερες μεταφορικές δαπάνες προς την Ασία ευνοούν σε κάποιο βαθμό την ευρωπαϊκή αγορά.

Ωστόσο, εάν οι υπόλοιπες πηγές εφοδιασμού παραμείνουν περιορισμένες, η Ευρώπη θα χρειαστεί πολύ μεγαλύτερες ποσότητες. Σύμφωνα με εκτίμηση της Morningstar, θα μπορούσε να χρειαστεί περίπου 64 δισ. κυβικά μέτρα αμερικανικού LNG, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 77% των συνολικών αμερικανικών εξαγωγών LNG. Για να κατευθυνθούν τόσο μεγάλες ποσότητες προς την Ευρώπη, όμως, θα απαιτηθούν σημαντικά υψηλότερες τιμές.

Ο παράγοντας των Στενών  του Ορμούζ

Στο επίκεντρο βρίσκεται και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ έχουν περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές LNG από μεγάλους παραγωγούς του Κόλπου, μεταξύ των οποίων και το Κατάρ, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων.

Η επαναφορά των εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αποσυμπιέσει σημαντικά την αγορά. Εάν, αντίθετα, οι ροές παραμείνουν περιορισμένες ή αποκατασταθούν μόνο σταδιακά, η πίεση στις τιμές αναμένεται να ενταθεί.

Η Goldman Sachs εκτιμά ότι, εάν οι εξαγωγές LNG από τη Μέση Ανατολή επανέλθουν σταδιακά μόνο μέσα στο 2027, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου θα μπορούσαν να χρειαστεί να ξεπεράσουν τα 100 ευρώ/MWh, προκειμένου να περιοριστεί η ασιατική ζήτηση και να μπορέσει η Ευρώπη να διαχειριστεί επαρκώς τα αποθέματά της κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Παρά το γεγονός ότι το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται κυρίως για θέρμανση κατά τους χειμερινούς μήνες, η φετινή ακραία ζέστη έχει ήδη επηρεάσει την ενεργειακή ισορροπία της Ευρώπης.

Η αυξημένη χρήση κλιματιστικών έχει ενισχύσει τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες και η ξηρασία έχουν επηρεάσει την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας, ενώ η ασθενέστερη παραγωγή από αιολικά πάρκα έχει αυξήσει την ανάγκη για συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.

Το φυσικό αέριο καλύπτει περίπου το 16% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημαίνει ότι η πίεση στην αγορά αερίου μπορεί να μεταφερθεί και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.

Τι σημαίνει για νοικοκυριά και βιομηχανία

Ένα νέο άλμα στις τιμές του φυσικού αερίου δεν θα περιοριστεί στην αγορά ενέργειας.

Υψηλότερες τιμές σημαίνουν αυξημένο κόστος θέρμανσης για τα νοικοκυριά, ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια και μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις.

Σε ένα δυσμενές σενάριο, η Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγηθεί ακόμη και σε περιορισμούς της κατανάλωσης φυσικού αερίου από τη βιομηχανία, καθώς οι τιμές θα αυξάνονταν αρκετά ώστε να προκαλέσουν μείωση της ζήτησης και στροφή σε εναλλακτικά καύσιμα.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη επειδή η παγκόσμια προσφορά LNG δεν αναμένεται να αυξηθεί αρκετά μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Νέα έργα στο Κατάρ, για παράδειγμα, δεν αναμένεται να φτάσουν σε πλήρη δυναμικότητα πριν από το δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Το ερώτημα πλέον είναι εάν η Ευρώπη θα καταφέρει να ενισχύσει επαρκώς τα αποθέματά της πριν από την έναρξη της περιόδου υψηλής ζήτησης.

Ένας ήπιος χειμώνας θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τους κινδύνους. Αντίθετα, ένα παρατεταμένο κύμα ψύχους, σε συνδυασμό με χαμηλές εισαγωγές LNG και συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, θα μπορούσε να επαναφέρει την ευρωπαϊκή αγορά σε συνθήκες που θυμίζουν την ενεργειακή κρίση του 2022.

Και αυτή τη φορά, η Ευρώπη διαθέτει μικρότερο περιθώριο λάθους.

Με τις αποθήκες να ξεκινούν την κρίσιμη χειμερινή περίοδο από χαμηλή βάση και τον ανταγωνισμό με την Ασία για LNG να εντείνεται, το φυσικό αέριο μπορεί να εξελιχθεί ξανά σε έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Το όριο των 100 ευρώ ανά MWh δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα θεωρητικό σενάριο. Εάν οι γεωπολιτικές και καιρικές συνθήκες κινηθούν προς τη λάθος κατεύθυνση, μπορεί να γίνει το νέο σημείο αναφοράς μιας ακόμη δύσκολης ενεργειακής περιόδου για την Ευρώπη.

Διαβάστε ακόμη