Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται το επενδυτικό πλάνο της Enaon για την επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου στη χώρα μας, ενώ για την περίοδο 2026-2032 σχεδιάζονται επενδύσεις ύψους 1 δισ. ευρώ. Όπως δήλωσε χθες ο Paolo Gallo, Διευθύνων Σύμβουλος της Italgas, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου της Enaon στην Αθήνα: «Το πρόγραμμα του 1 δισ. ευρώ που θα επενδύσουμε τα επόμενα χρόνια είναι ο σωστός τρόπος για να φέρουμε το φυσικό αέριο στη θέση που πρέπει να βρίσκεται. Νομίζω ότι είμαστε σε θέση να φέρουμε στην Ελλάδα όλες τις τεχνολογίες που αναπτύξαμε στην Ιταλία».
Ανέφερε, μάλιστα, πως ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο ο όμιλος Italgas επένδυσε στη χώρα μας είναι το γεγονός ότι υπάρχει ένα σαφές και δίκαιο κανονιστικό πλαίσιο. «Η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα ισχυρής συνεργασίας στον τομέα της διανομής φυσικού αερίου και καταφέραμε, σε σύντομο χρονικό διάστημα, να ολοκληρώσουμε την πλήρη ψηφιοποίηση, την οποία στην Ιταλία πετύχαμε σε τέσσερα χρόνια», ανέφερε μεταξύ άλλων.
Τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη αναμένεται να έχουν σημαντικό αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα έως το 2032, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενίσχυση των ενεργειακών υποδομών και της περιφερειακής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η δημιουργία περίπου 129.000 νέων ενεργών σημείων παροχής (PODs), η σύνδεση 247 βιομηχανικών εγκαταστάσεων και η εξυπηρέτηση 425 μεγάλων εμπορικών καταναλωτών, μεταξύ των οποίων νοσοκομεία, ξενοδοχεία, σχολικές μονάδες και άλλες κρίσιμες εγκαταστάσεις. Η υλοποίηση των έργων αυτών θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της τοπικής οικονομίας, προσφέροντας αξιόπιστη και αποδοτική ενεργειακή τροφοδοσία, η οποία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση νέων επενδύσεων.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ψηφιακό μετασχηματισμό του δικτύου. Μέσα στο 2026, το σύνολο των παγίων θα έχει ενσωματωθεί στην ψηφιακή πλατφόρμα DANA. Η αναβάθμιση αυτή θα επιτρέψει την εφαρμογή απομακρυσμένης παρακολούθησης, διαχείρισης συναγερμών και τηλεχειρισμού του δικτύου, με στόχο την πλήρη μετάβαση σε απομακρυσμένη λειτουργία. Επιπλέον, έως το 2032 προβλέπεται η αναβάθμιση των RTUs και η εγκατάσταση έξυπνων αισθητήρων πεδίου, ενισχύοντας περαιτέρω την αξιοπιστία, την ευελιξία και την ασφάλεια της λειτουργίας του δικτύου.
Οι επενδύσεις αυτές, συνολικού ύψους περίπου 20,3 εκατ. ευρώ για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δικτύου, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο και ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα. Παράλληλα, υποστηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση μέσω της μείωσης των εκπομπών, της αντικατάστασης πιο ρυπογόνων καυσίμων και της προετοιμασίας του δικτύου για τη διανομή ανανεώσιμων αερίων. Με τον τρόπο αυτό, τα έργα δεν ενισχύουν μόνο την επιχειρηματική ανάπτυξη, αλλά βελτιώνουν και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις κρίσιμες κοινωνικές υποδομές, συμβάλλοντας στη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της Enaon, κ. Pier Lorenzo Dell’Orco, ο οποίος είναι και Διευθύνων Σύμβουλος της Italgas Reti, υπογράμμισε ότι η εταιρεία έχει εξελιχθεί σε ηγέτιδα δύναμη στη διανομή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ενισχύοντας σημαντικά τις δυνατότητές της στην καινοτομία, αλλά και σε άλλους τομείς, όπως αυτός του νερού. Όπως ανέφερε, η καινοτομία αυτή αποδεικνύει ότι η εταιρεία έχει υλοποιήσει έναν μετασχηματισμό με όραμα και πειθαρχημένη εκτέλεση.
Πρόσθεσε ότι, μετά την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού, η εταιρεία καλείται πλέον να αποδώσει απτά αποτελέσματα, βασιζόμενη σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτος είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία χρησιμοποιείται ήδη ως μοχλός ενίσχυσης της αποδοτικότητας της επιχείρησης και της ενοποίησης της αγοράς. Παράλληλα, ανοίγονται νέες ευκαιρίες στο εξωτερικό και στόχος της εταιρείας είναι η περαιτέρω ανάπτυξή της.
Όπως είπε, η εταιρεία προσφέρει περισσότερη αξία στους μετόχους και στους χρήστες των δικτύων, ενώ συνεχίζει να αξιοποιεί σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες. Επισήμανε ότι η ζήτηση αυξάνεται, η παγκόσμια οικονομία διευρύνεται και, παράλληλα, εμφανίζονται νέοι ενεργειακοί καταναλωτές, όπως τα data centers, τα οποία εκτιμάται ότι θα αυξήσουν την κατανάλωση κατά περισσότερες από 800 τεραβατώρες ετησίως. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 30% της αύξησης της ενεργειακής ζήτησης έως το 2050 θα οφείλεται στους παράγοντες αυτούς.
Αναφερόμενος στις εξελίξεις των τελευταίων ετών, σημείωσε ότι την τελευταία δεκαετία η ενεργειακή συζήτηση επικεντρώθηκε στο λεγόμενο «ενεργειακό τρίλημμα», δηλαδή στην ασφάλεια εφοδιασμού, την οικονομική προσιτότητα και την περιβαλλοντική προστασία. Πλέον, όμως, η αύξηση της ενεργειακής ζήτησης επιβάλλει την επίτευξη ισορροπίας και μια ενεργειακή μετάβαση που θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές συνθήκες.
Σε ό,τι αφορά τον εξηλεκτρισμό, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός πως αποτελεί βασικό άξονα της ενεργειακής μετάβασης, υπάρχουν διαφορετικοί παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξή του. Όπως είπε, τίθενται ζητήματα οικονομικής προσιτότητας, δυσκαμψίας των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και τεχνικών περιορισμών, γεγονός που καθιστά τους στόχους του πλήρους εξηλεκτρισμού λιγότερο ρεαλιστικούς.
Τα πράσινα αέρια λειτουργούν συμπληρωματικά προς τον εξηλεκτρισμό
Για τον λόγο αυτό, όπως υποστήριξε, τα πράσινα αέρια λειτουργούν συμπληρωματικά προς τον εξηλεκτρισμό. Αυτό βασίζεται σε τρεις παράγοντες, με πρώτο την προσαρμοστικότητα. Η ηλεκτρική ενέργεια εξακολουθεί να παραμένει ακριβή και παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις από περιφέρεια σε περιφέρεια. Αντίθετα, το βιομεθάνιο και το υδρογόνο μπορούν να αξιοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας. Όπως επισήμανε, τόσο η Ελλάδα όσο και η Ιταλία διαθέτουν εκτεταμένα δίκτυα φυσικού αερίου, των οποίων η αναβάθμιση είναι πιο αποδοτική και οικονομική από την κατασκευή νέων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας.
Αναφερόμενος στις διεθνείς εξελίξεις, σημείωσε ότι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι των τελευταίων ετών δημιούργησαν νέες προκλήσεις. Όπως είπε, την τελευταία τετραετία πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επενδύσεις στις υποδομές, ενώ η Ιταλία διαθέτει πλέον ισχυρό σύστημα με πέντε διαφορετικά σημεία εισόδου φυσικού αερίου. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η αποθήκευση ενέργειας, με την Ιταλία να βρίσκεται πλέον πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, γεγονός που, σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση των πηγών, ενισχύει την ανθεκτικότητα απέναντι σε μελλοντικούς κραδασμούς.
Όπως υπογράμμισε, η Ευρώπη απέδειξε σημαντική ανθεκτικότητα μετά την κρίση του φυσικού αερίου, ωστόσο αναδείχθηκαν και νέοι κίνδυνοι. Κάθε νέα κρίση, όπως είπε, καθιστά αναγκαία την ανάληψη δράσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα πρέπει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην ανάπτυξη πράσινων έργων και στις επενδύσεις για την αναβάθμιση των υποδομών, ώστε αυτές να μπορούν να υποδεχθούν υδρογόνο.
«Η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 17% την τελευταία τριετία»
Από την πλευρά του, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Enaon, Gianfranco Amoroso, ανέφερε ότι η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 17% την τελευταία τριετία. Όπως είπε, η ελληνική αγορά βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια περαιτέρω διείσδυσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης αποτελούν οι επενδύσεις στις υποδομές. Η ζήτηση φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 50% σε σχέση με το 2025, ενώ θα επεκταθούν τα δίκτυα σε περιοχές όπου σήμερα δεν υπάρχει πρόσβαση στο φυσικό αέριο. Παράλληλα, διαπιστώνεται αυξημένο ενδιαφέρον από τους βιομηχανικούς καταναλωτές.
«Επιταχύνουμε την ανάπτυξη του δικτύου και εμβαθύνουμε τη διείσδυσή μας στην αγορά. Τα επόμενα χρόνια θα επενδύσουμε 1 δισ. ευρώ. Στόχος μας είναι να επεκτείνουμε το δίκτυο κατά περισσότερα από 2.000 χιλιόμετρα και να προσθέσουμε 1 εκατ. νέους πελάτες. Αυτό συνεπάγεται επέκταση κατά 56%. Η ανάπτυξη της εταιρείας θα φτάσει τα 1,4 δισ. ευρώ έως το 2032», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, προβλέπεται η δημιουργία 19 σταθμών LNG, οι οποίοι θα αντικαταστήσουν τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις CNG, ενώ παράλληλα θα αναπτυχθούν και σταθμοί βιομεθανίου. Στόχος είναι η απανθρακοποίηση του δικτύου, η πλήρης ψηφιοποίησή του και η προετοιμασία του για τη διανομή ανανεώσιμων αερίων.
Αναφερόμενος στο επενδυτικό πρόγραμμα, σημείωσε ότι 644 εκατ. ευρώ θα κατανεμηθούν σε τρεις βασικούς τομείς. Ο πρώτος αφορά την επέκταση των δικτύων, καλύπτοντας διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Ο δεύτερος περιλαμβάνει τον επαναπροσδιορισμό της χρήσης του υφιστάμενου δικτύου, με αντικατάσταση όλων των παλαιών αγωγών. Ο τρίτος αφορά προγράμματα ενίσχυσης των υποδομών. Όπως επισήμανε, τα οφέλη αυτών των επενδύσεων συνδέονται με τη στρατηγική στήριξης της αυξανόμενης ζήτησης, την παροχή αξιόπιστης ενέργειας και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του δικτύου.
Επιπλέον, περίπου 100 εκατ. ευρώ θα διατεθούν για την ψηφιοποίηση του δικτύου, ώστε όλα τα συστήματα να μπορούν να ελέγχονται εξ αποστάσεως. Δεύτερος άξονας είναι η ανάπτυξη νέων έξυπνων μετρητών, οι οποίοι, όπως ανέφερε, αποτελούν από τα πιο προηγμένα εργαλεία διαχείρισης του δικτύου. Τρίτος πυλώνας είναι η περαιτέρω αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στο πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού της εταιρείας.
Τέλος, στελέχη της εταιρείας, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, επεσήμαναν ότι η αποθήκευση ενέργειας αποτελεί ήδη πραγματικότητα στην Ιταλία, όπου πραγματοποιούνται σχετικοί διαγωνισμοί. Ωστόσο, όπως ανέφεραν, η εξέλιξη αυτή δεν αλλάζει το συνολικό ενεργειακό σενάριο, καθώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχει λύση αποθήκευσης που να μπορεί να προσφέρει τα ίδια επίπεδα ενεργειακής ασφάλειας και αξιοπιστίας με το φυσικό αέριο.
Όπως εξήγησαν, εξακολουθεί να υπάρχει το ζήτημα της αποθήκευσης της ενέργειας όταν δεν υπάρχει παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά συστήματα, δηλαδή όταν απουσιάζουν ο άνεμος και η ηλιοφάνεια. Για τον λόγο αυτό, η επίδραση της αποθήκευσης στο ενεργειακό ισοζύγιο εκτιμάται ότι θα παραμείνει περιορισμένη έως το 2030. Παράλληλα, προβλέπεται μείωση του αριθμού των ωρών κατά τις οποίες η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα καλύπτεται από μονάδες φυσικού αερίου, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τον σημαντικό ρόλο του καυσίμου στο ενεργειακό σύστημα.
Αναφερόμενοι στον τομέα της θέρμανσης, σημείωσαν ότι δεν παρατηρείται σημαντική αύξηση στη διείσδυση των αντλιών θερμότητας. Όπως επισήμαναν, η μετάβαση από το φυσικό αέριο στον εξηλεκτρισμό προϋποθέτει εκτεταμένες παρεμβάσεις ανακαίνισης των κτιρίων, γεγονός που συνεπάγεται υψηλό κόστος, ενώ σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι τεχνικά εφικτό.
Χαρακτηριστικά ανέφεραν το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου υπάρχουν περίπου 30 εκατ. διαμερίσματα, σημαντικό ποσοστό των οποίων απαιτεί εκτεταμένες παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης προκειμένου να υποστηρίξει την πλήρη μετάβαση στον εξηλεκτρισμό. Ωστόσο, όπως τόνισαν, πολλοί πολίτες δεν διαθέτουν τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους για να προχωρήσουν στις απαιτούμενες επενδύσεις.
Διαβάστε ακόμη
