Η κυβέρνηση της Πολωνίας επιδιώκει να προωθήσει την επιβολή έκτακτου φόρου στα υπερκέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών, χρησιμοποιώντας τα σχετικά έσοδα για τη μείωση των τιμών των καυσίμων, όπως δήλωσε την Τρίτη ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, καλώντας τον πρόεδρο της χώρας να μην μπλοκάρει εκ νέου τη διαδικασία, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters.
Ο φόρος προβλέπει επιβάρυνση 60% στα υπερβάλλοντα έσοδα που παρήγαγαν οι πετρελαϊκές επιχειρήσεις μεταξύ Μαρτίου και Δεκεμβρίου 2026. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το μέτρο θα αποφέρει 1,06 δισ. δολάρια ετησίως.
Το προηγούμενο νομοσχέδιο είχε απορριφθεί από τον πρόεδρο Κάρολ Ναβρότσκι, σύμμαχο της εθνικιστικής αντιπολίτευσης, ο οποίος το παρέπεμψε στο Συνταγματικό Δικαστήριο τον Ιούλιο. Αν και το δικαστήριο δεν έχει εκδώσει ακόμη απόφαση, η κυβέρνηση επανέφερε το νομοσχέδιο, προγραμματίζοντας την έγκρισή του την Τρίτη πριν από την εκ νέου υποβολή του στο κοινοβούλιο.
«Εγγυώμαι ότι εάν ο πρόεδρος υπογράψει τελικά τον πρόσφατα επανυποβληθέντα νόμο για τα έκτακτα κέρδη, θα εφαρμόσουμε αμέσως άλλη μία επιλογή για τη μείωση των τιμών των καυσίμων», ανέφερε ο Τουσκ πριν από τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
«Θα δούμε πόσο θα φτάσουν τα κονδύλια. Ελπίζω, ωστόσο, ότι κανείς δεν έχει πλέον αμφιβολίες πως αυτό το νομοσχέδιο πρέπει να υπογραφεί. Δεν είναι οι πολίτες αυτοί που πρέπει να πληρώσουν για αυτή την κρίση καυσίμων. Δεν ευθύνεται ο πολωνικός λαός για αυτή την κρίση καυσίμων», πρόσθεσε.
Τον Μάρτιο, η πολωνική κυβέρνηση είχε εισαγάγει ένα πρόγραμμα πλαφόν στις τιμές των καυσίμων, το οποίο έληξε τον Ιούλιο και κόστισε στον προϋπολογισμό περίπου 1,25 δισ δολάρια. Επιπλέον, μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ στα καύσιμα ίσχυσε κατά τις δύο τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου.
Η αναταραχή στις παγκόσμιες αγορές κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν προκάλεσε απότομη αύξηση στις τιμές των καυσίμων, ευνοώντας τις εταιρείες του κλάδου, κυρίως την Orlen στην Πολωνία. Σύμφωνα με κυβερνητικό έγγραφο, η εταιρεία είδε τα έσοδά της να αυξάνονται σχεδόν κατά 26% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, ενώ τα κέρδη LIFO EBITDA εκτινάχθηκαν πάνω από 54%.
Την ίδια περίοδο, οι καταναλωτές αντιμετώπιζαν σημαντική αύξηση των τιμών στα πρατήρια, ενώ ο τομέας των μεταφορών επωμίστηκε υψηλότερα κόστη, εξέλιξη που οδήγησε σε ενισχυμένες πληθωριστικές πιέσεις.
Διαβάστε ακόμη
