Σε μια συγκυρία διαρκών γεωπολιτικών αναταράξεων και ενεργειακής αβεβαιότητας, ο επικεφαλής του Ομίλου AKTOR και CEO της Atlantic SEE LNG Trade, Αλέξανδρος Εξάρχου, σκιαγράφησε από το βήμα του Delphi Economic Forum ένα ιδιαίτερα απαιτητικό τοπίο για την Ευρώπη, προειδοποιώντας ότι η ήπειρος εισέρχεται σε έναν ακόμη «δύσκολο χειμώνα», όχι μόνο λόγω των πολέμων, αλλά κυρίως εξαιτίας της δομικής της αδυναμίας να ανταγωνιστεί τις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις. Όπως ανέδειξε, το πρόβλημα δεν είναι πλέον πρωτίστως θέμα τιμών, αλλά ζήτημα επάρκειας προμηθειών, με το φυσικό αέριο να μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε ως κομβική προτεραιότητα τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών LNG, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη στρατηγική ευκαιρία της Ελλάδας να αναδειχθεί σε ενεργειακό κόμβο μέσω του Κάθετου Διαδρόμου και να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η τοποθέτηση του Αλέξανδρου Εξάρχου ξεκίνησε με μια ευρύτερη γεωπολιτική αποτίμηση, περιγράφοντας μια Ευρώπη που «ζει σε διαρκή έκπληξη» τα τελευταία χρόνια, καθώς οι κρίσεις από την πανδημία έως τους πολέμους αλλάζουν ριζικά τις συνθήκες λειτουργίας της. Όπως σημείωσε, «μιλάμε διαφορετικά, συναλλασσόμαστε διαφορετικά», επισημαίνοντας ότι το διεθνές σύστημα έχει μεταβληθεί σε ένα περιβάλλον όπου «οι ισχυροί κάνουν ό,τι θέλουν και οι λιγότερο ισχυροί υφίστανται τις συνέπειες», με την Ευρώπη να μην συγκαταλέγεται πλέον στους πρώτους .

Σε αυτό το πλαίσιο, εκτίμησε ότι ο επερχόμενος χειμώνας θα αποτελέσει ακόμη μία δοκιμασία για την ήπειρο, απορρίπτοντας την απλοϊκή ερμηνεία ότι οι δυσκολίες οφείλονται αποκλειστικά στις γεωπολιτικές εντάσεις, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία ή η κρίση στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, τόνισε ότι το βασικό πρόβλημα είναι βαθύτερο: η Ευρώπη «αδυνατεί πλέον να ανταγωνιστεί» τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα, γεγονός που την οδηγεί σε μια διαρκή θέση αντίδρασης και όχι πρωτοβουλίας.

Η ενεργειακή διάσταση αυτής της αδυναμίας είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, καθοριστική. Η Ευρώπη, όπως εξήγησε, οικοδόμησε για χρόνια την ενεργειακή της στρατηγική πάνω στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, δημιουργώντας μια μονοδιάστατη εξάρτηση. Η διακοπή αυτής της ροής, ως αποτέλεσμα της ουκρανικής κρίσης, σε συνδυασμό με τις νέες αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, έχει οδηγήσει σε ένα περιβάλλον περιορισμένων επιλογών. Ειδικά για το LNG, επεσήμανε ότι οι εξελίξεις, όπως οι ζημιές σε εγκαταστάσεις στο Κατάρ περιορίζουν περαιτέρω τη διαθεσιμότητα, αφήνοντας ως βασική εναλλακτική το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο.

Ωστόσο, εδώ εντοπίζεται και το κρίσιμο σημείο: «χωρίς μακροχρόνια συμβόλαια οι Αμερικανοί δεν είναι σε θέση να παράξουν και να παραδώσουν τις ποσότητες που χρειάζεται η Ευρώπη». Με άλλα λόγια, η αγορά δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά σε spot φορτία LNG, καθώς η παραγωγική δυναμικότητα και η εφοδιαστική αλυσίδα απαιτούν μακροχρόνιες δεσμεύσεις. «Δεν είναι ζήτημα τιμής, είναι ζήτημα προσφοράς», ανέφερε χαρακτηριστικά, μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το κόστος στην ασφάλεια εφοδιασμού.

Στο ίδιο μήκος κύματος, άσκησε κριτική στην ευρωπαϊκή στάση, υποστηρίζοντας ότι τα κράτη-μέλη «θα έπρεπε να είχαν σπεύσει» να κλείσουν μακροχρόνια συμβόλαια, κυρίως με τις ΗΠΑ, κάτι που δεν έγινε εγκαίρως. Μάλιστα, σημείωσε ότι εντός της Ευρώπης υπάρχουν αντιστάσεις σε αυτή την κατεύθυνση, με αιχμή χώρες της Βόρειας Ευρώπης και ειδικά τη Γερμανία, η οποία όπως είπε «υπονομεύει» τόσο τις μακροχρόνιες συμφωνίες LNG όσο και την προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου.

Η ανάλυσή του επεκτάθηκε και στη θεσμική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία χαρακτήρισε δομικά ανεπαρκή για τη διαχείριση κρίσεων. «Έχουμε ενιαίο νόμισμα χωρίς ενιαία οικονομική, εξωτερική και αμυντική πολιτική», σημείωσε, περιγράφοντας μια Ένωση 27 κρατών με διαφορετικές προτεραιότητες και δυνατότητα βέτο, γεγονός που καθυστερεί κρίσιμες αποφάσεις. Σε αντίθεση με άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται άμεσα, η Ευρώπη απαιτεί χρονοβόρες διαδικασίες συναίνεσης, γεγονός που την καθιστά λιγότερο ανταγωνιστική σε περιόδους κρίσης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που επηρεάζουν τη ζήτηση ενέργειας. Όπως εξήγησε, η Κίνα, λόγω περιορισμών σε προμήθειες από Ιράν και άλλες πηγές– αναμένεται να στραφεί ακόμη περισσότερο προς τη Ρωσία, απορροφώντας σημαντικό μέρος των διαθέσιμων ποσοτήτων φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη όχι μόνο με υψηλές τιμές, αλλά και με πιθανές ελλείψεις. «Το ζήτημα δεν θα είναι αν το αέριο είναι φθηνό ή ακριβό, αλλά αν υπάρχει», υπογράμμισε.

«Κομβικός ο ρόλος της Ελλάδας»

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Αλέξανδρος Εξάρχου ανέδειξε τον ρόλο της Ελλάδας ως δυνητικά κομβικό. Όπως σημείωσε, η χώρα βρίσκεται σε καλύτερη θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, λόγω της αναπτυξιακής της δυναμικής και της γεωστρατηγικής της θέσης. Ο Κάθετος Διάδρομος, όπως τόνισε, δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο ως επιχειρηματικό έργο, αλλά ως εργαλείο ενίσχυσης της γεωπολιτικής ισχύος και της ενεργειακής ασφάλειας της περιοχής.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η ανάπτυξη ενός «αμερικανικού hub» φυσικού αερίου στην Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, χωρίς να αναιρεί τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας. Αντιθέτως, όπως ανέφερε, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα, φέρνοντας πιο κοντά την αμερικανική ενεργειακή στρατηγική με την ευρωπαϊκή πολιτική, αξιοποιώντας έναν «ελιγμό ισορροπίας» που κατά την εκτίμησή του έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει.

Αναφερόμενος ειδικά στις συμφωνίες που προωθούνται μέσω της Atlantic SEE LNG Trade και στις εξελίξεις που δρομολογήθηκαν σε διεθνή fora, όπως το P-TEC, σημείωσε ότι πρόκειται για κινήσεις με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα, οι οποίες ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και ευρύτερα στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική.

Κλείνοντας, εμφανίστηκε αισιόδοξος για την πορεία του Κάθετου Διαδρόμου, εκτιμώντας ότι «και θα προχωρήσει και θα αποδώσει τα αναμενόμενα, ενδεχομένως και περισσότερα». Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη συνολικά «δεν προετοιμάζεται επαρκώς», ιδίως ως προς τη διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων φυσικού αερίου και τη διαμόρφωση ανταγωνιστικών τιμών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για πιο έγκαιρες και αποφασιστικές παρεμβάσεις.

Διαβάστε ακόμη