Η επαρχία της Νέας Σκωτίας στον Καναδά ξεκινά δημόσια διαβούλευση για ένα αμφιλεγόμενο σχέδιο που προβλέπει την εκμετάλλευση χερσαίων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, περισσότερο από μία δεκαετία μετά την απαγόρευση της υδραυλικής ρηγμάτωσης (fracking). Σύμφωνα με το Canadian Press, το σχέδιο, που υλοποιείται με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Dalhousie, αφορά την αξιολόγηση των εκτιμώμενων αποθεμάτων 198 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου στην περιοχή. Το πρόγραμμα έχει προϋπολογισμό 30 εκατ. δολαρίων και προβλέπει οικονομικά κίνητρα για ιδιωτικές εταιρείες που θα συμμετάσχουν στην εξερεύνηση των κοιτασμάτων.

Η πρωτοβουλία έρχεται μετά την άρση του δεκαετούς μορατόριουμ στο fracking από την πολιτειακή κυβέρνηση του Τιμ Χιούστον, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αξιοποίηση των φυσικών πόρων είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της οικονομίας της επαρχίας. Η μέθοδος fracking, που περιλαμβάνει την έγχυση νερού, άμμου και χημικών ουσιών σε γεωτρήσεις υψηλής πίεσης, έχει δεχθεί έντονη κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις λόγω πιθανών επιπτώσεων στο περιβάλλον.

Σύμφωνα με την καναδική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η έρευνα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις βρίσκεται σε εξέλιξη, με στόχο τον περιορισμό ρύπανσης σε αέρα και νερά. Παρότι η τεχνική έχει συνδεθεί κατά περιπτώσεις με μικρής έντασης σεισμικές δονήσεις, οι αρχές αναφέρουν ότι αυτές είναι σπάνιες και χαμηλής επικινδυνότητας. Στη Νέα Σκωτία έχουν ήδη ξεκινήσει δημόσιες συναντήσεις, ενώ οι πολίτες μπορούν να υποβάλουν γραπτές απόψεις έως τα τέλη Μαΐου. Εφόσον το χρονοδιάγραμμα τηρηθεί, οι πρώτες δοκιμαστικές γεωτρήσεις ενδέχεται να ξεκινήσουν το καλοκαίρι.

Το ιστορικό της περιοχής σε έργα φυσικού αερίου

Η επαρχία έχει ήδη εμπειρία από φυσικό αέριο, κυρίως υπεράκτια έργα όπως τα Sable και Deep Panuke, τα οποία απέφεραν δισεκατομμύρια σε έσοδα πριν κλείσουν το 2018. Παρά τα εκτιμώμενα αποθέματα στην περιοχή του Scotian Shelf, το ενδιαφέρον του ιδιωτικού τομέα έχει μειωθεί σημαντικά.

Στην ξηρά, το μεγαλύτερο μέρος των αποθεμάτων αφορά σχιστολιθικό αέριο, που απαιτεί fracking για εμπορική εκμετάλλευση, ενώ μικρότερα ποσοστά σχετίζονται με φυσικό αέριο από κοιτάσματα άνθρακα και συμβατικά αποθέματα. Σήμερα, περίπου το 12% της ενέργειας της επαρχίας προέρχεται από φυσικό αέριο, κυρίως μέσω εισαγωγών από τις ΗΠΑ και τη δυτική Καναδά.

Πολιτική στροφή υπέρ της αξιοποίησης

Η κυβέρνηση Χιούστον ήρε το μορατόριουμ το 2025, υποστηρίζοντας ότι η ενεργειακή αξιοποίηση των πόρων θα ενισχύσει την οικονομία και θα μειώσει την εξάρτηση από εισαγωγές. Ο πρωθυπουργός έχει χαρακτηρίσει τις γενικευμένες απαγορεύσεις πόρων ως «εύκολη αλλά λανθασμένη πολιτική». Παράλληλα, η επαρχία προωθεί ένα ευρύτερο σχέδιο ενεργειακής ανάπτυξης, το οποίο περιλαμβάνει εξόρυξη, υδρογόνο και υπεράκτια αιολικά πάρκα, με στόχο να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο.

Επενδυτικό ενδιαφέρον και αντιδράσεις

Ήδη επτά εταιρείες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για έρευνες φυσικού αερίου. Οι εταιρείες μπορούν να λάβουν πλήρη αποζημίωση για τα έξοδα εξερεύνησης, ενώ το κράτος εξετάζει ακόμη και συμμετοχή μέσω μετοχών ή συμφωνιών δικαιωμάτων. Ωστόσο, το σχέδιο συναντά ισχυρή αντίσταση. Ιθαγενείς κοινότητες Mi’kmaq, περιβαλλοντικές οργανώσεις και ακαδημαϊκοί εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για ρύπανση υδάτων, υπολείμματα εξόρυξης και εκπομπές άνθρακα. Οι ηγέτες των Mi’kmaq δηλώνουν ότι παραμένουν αντίθετοι χωρίς πλήρη αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών κινδύνων.

Κριτική έχει ασκηθεί και από τον πρώην πρόεδρο του Cape Breton University, ο οποίος θεωρεί ότι η επιστημονική τεκμηρίωση του σχεδίου είναι ανεπαρκής και ότι η συνεργασία με ιδιωτικές εταιρείες ενέχει κινδύνους αξιοπιστίας για το πανεπιστήμιο. Η κυβέρνηση και το Dalhousie επιδιώκουν ταχεία υλοποίηση. Οι διαβουλεύσεις ολοκληρώνονται εντός του μήνα, οι συμφωνίες με εταιρείες αναμένονται τον Μάιο και οι πρώτες γεωτρήσεις θα μπορούσαν να ξεκινήσουν τον Ιούλιο. Το τελικό πόρισμα του προγράμματος αναμένεται μέχρι τον Δεκέμβριο.

Διαβάστε ακόμη