Η Ευρώπη κατάφερε να μειώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά 18% μεταξύ Αυγούστου 2022 και Δεκεμβρίου 2023, εξοικονομώντας περίπου 101 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, αλλά η μεγαλύτερη εξοικονόμηση επιτεύχθηκε από τη βιομηχανία. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία έσυρε την κούρσα της συνολικής μείωσης της ζήτησης φυσικού αερίου με ποσοστό 47%. Ωστόσο, αυτή πρωτιά ανέδειξε τις παθογένειες του εν λόγω τομέα μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Η παρακμή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας αντανακλάται στο γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις μείωσε την παραγωγή της, διότι αδυνατούσε να αποπληρώσει το υψηλό κόστος ενέργειας, γεγονός που την έφερε και στην πρώτη θέση. Η διάσωσή της προβάλλει ως μια από τις μείζονες προκλήσεις που φέρνει η νέα χρονιά. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία είχε ήδη συγκριτικά αυξημένα κόστη και η περαιτέρω διόγκωσή τους κατέστησε σε ορισμένες περιπτώσεις την παραγωγή στρατηγικά ασύμφορη για πολλές βιομηχανίες. Η μείωση της ενεργοβόρας βιομηχανικής παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μειωμένη χρήση φυσικού αερίου, κυρίως σε 3 ενεργοβόρους υποτομείς: χημικά προϊόντα (-11%), μη μεταλλικά ορυκτά (-3%), βασικά μέταλλα (-8%) και προϊόντα χαρτιού (-7%).

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν για την πορεία της κατανάλωσης φυσικού αερίου, 36% χρησιμοποιήθηκε από τα νοικοκυριά και τις υπηρεσίες, 32% για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας και 23% στη βιομηχανία. Η τομεακή κατανομή της ζήτησης φυσικού αερίου για τη βιομηχανία, τις κατοικίες και την ηλεκτρική ενέργεια είναι απαραίτητη για την κατανόηση του αντίκτυπου των μέτρων μείωσης της ζήτησης στην κοινωνικοοικονομική ευημερία της ΕΕ. Ο οικιακός και ο βιομηχανικός τομέας συνέβαλαν κατά 43% και 47% αντίστοιχα στη συνολική μείωση της ζήτησης, ενώ ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας συνέβαλε κατά 10%. Το 77% της ετήσιας βιομηχανικής κατανάλωσης φυσικού αερίου χρησιμοποιήθηκε σε πέντε τομείς υψηλής ενεργειακής έντασης: χημικά προϊόντα, μη μεταλλικά ορυκτά, τρόφιμα, βασικά μέταλλα και προϊόντα χαρτιού.

Η μείωση της ζήτησης έχει συμβάλει σημαντικά στη σταδιακή κατάργηση εισαγωγών 65 δισ. κυβικών μέτρων ρωσικού φυσικού αερίου το 2023, η οποία επιτεύχθηκε κυρίως από τα νοικοκυριά και τον βιομηχανικό τομέα. Το διακύβευμα είναι να εξασφαλιστεί ένα υψηλό επίπεδο ετοιμότητας τους επόμενους μήνες και να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με το 90% της πλήρωσης των αποθεμάτων, ώστε οι αποθήκες της ΕΕ να παραμείνουν σε αρκετά υψηλό επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Το 2023, όπως και το 2022, η μείωση της ζήτησης διαδραμάτισε καθοριστική σημασία για να τελειώσει ο χειμώνας με γεμάτες αποθήκες και να εξασφαλιστεί η απαραίτητη ευελιξία το καλοκαίρι, διατηρώντας παράλληλα τις τιμές σε χαμηλότερα επίπεδα και περιορίζοντας τη μεταβλητότητα. Η μείωση της ζήτησης βοήθησε επίσης στην επίτευξη του στόχου αποθήκευσης τον Αύγουστο, πολύ νωρίτερα από τον Νοέμβριο.

Σημειώνεται πως η Κομισιόν προτείνει να συνεχιστεί η εξοικονόμηση στην κατανάλωση φυσικού αερίου. Ειδικότερα, η σύσταση της Επιτροπής, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν την εθελοντική μείωση της ζήτησης κατά 15%. Η σύσταση αναμένεται να συζητηθεί σε συνάντηση των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ και της Επιτρόπου για την Ενέργεια, Κάντρι Σίμσον, τη Δευτέρα 4 Μαρτίου. Σημειώνεται ότι 21 κράτη μέλη πέτυχαν τον στόχο εθελοντικής μείωσης κατά 15%. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Δανία, ενώ μακριά από τον στόχο της εξοικονόμησης βρέθηκε η Μάλτα, η Πολωνία και η Ιρλανδία.

Η νομοθεσία έκτακτης ανάγκης πρόκειται να λήξει στις 31 Μαρτίου και με δεδομένο το γεγονός ότι η κατάσταση είναι πιο σταθερή από ό,τι ήταν τα δύο τελευταία χρόνια, η Επιτροπή προτείνει την υιοθέτηση σύστασης του Συμβουλίου σχετικά με τη συνέχιση των μέτρων μείωσης της ζήτησης αερίου. Όπως αναφέρει η Κομισιόν σε έκθεσή της για τα στοιχεία κατανάλωσης αερίου, χάρη στο ευρύ φάσμα μέτρων έκτακτης ανάγκης που ελήφθησαν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ενεργειακές προοπτικές της ΕΕ έχουν αλλάξει κατά κόρον. Οι προμήθειες είναι πιο διαφοροποιημένες, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχουν διεισδύσει βαθύτερα στο ενεργειακό ευρωπαϊκό μείγμα και έχει επιτευχθεί εξοικονόμηση ενέργειας, με τις αποθήκες αερίου να βρίσκονται σε ένα πιο υγιές επίπεδο. Ως επακόλουθο γίναμε μάρτυρες μίας σημαντικής μείωσης και σταθεροποίησης των τιμών ενέργειας στην Ευρώπη.

Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση της ασφάλειας του εφοδιασμού έχει βελτιωθεί χάρη στις στοχευμένες παρεμβάσεις της ΕΕ η κατάσταση παραμένει τεταμένη. Αυτό συμβαίνει διότι οι παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν κλυδωνισμούς. Μάλιστα, η εικόνα αυτή ενδέχεται να μην αλλάξει μέχρι το 2026. Το διακύβευμα είναι να επιτευχθεί η χρυσή τομή μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Ωστόσο, υποβόσκουν κίνδυνοι οι οποίοι συνδέονται με πιθανές διαταραχές στον εφοδιασμό φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής των ρωσικών εισαγωγών ή της διακοπής των υφιστάμενων κρίσιμων υποδομών. Επίσης, πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλες παράμετροι όπως η ανάκαμψη της ζήτησης υγροποιημένου φυσικού αερίου ( LNG) στην Ασία, ένας κρύος επικείμενος χειμώνας και η χαμηλή αποθήκευση υδροηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτό το τοπίο ανασφάλειας έρχεται και «κουμπώνει» το ευρύτερα τεταμένο γεωπολιτικό τοπίο το οποίο επιδεινώνεται από τις ένοπλες συγκρούσεις που έχουν πλήξει αρκετές άλλες περιοχές προμήθειας και διαμετακόμισης, όπως η Μέση Ανατολή και Ερυθρά Θάλασσα.