Σε τρεις μεγάλους άξονες οικοδομεί η ΔΕΗ το νέο επιχειρηματικό της σχέδιο για την περίοδο 2026-2030, επιχειρώντας να περάσει από τη φάση του ενεργειακού μετασχηματισμού σε μια νέα περίοδο ανάπτυξης, όπου η καθαρή ενέργεια, τα δίκτυα, οι ψηφιακές υποδομές και η τεχνητή νοημοσύνη συνδέονται πλέον σε ένα ενιαίο επενδυτικό αφήγημα. Το πλάνο των 24 δισ. ευρώ έως το 2030 δεν περιορίζεται στην περαιτέρω αύξηση των ΑΠΕ ή στην ενίσχυση των δικτύων. Σηματοδοτεί την προσπάθεια του ομίλου να τοποθετηθεί ως περιφερειακός παίκτης στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και ως στρατηγικός συνεργάτης για την ανάπτυξη μεγάλων ψηφιακών υποδομών, με αιχμή τα data centers και την αυξανόμενη ζήτηση που δημιουργεί η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Γιώργος Στάσσης, παρουσιάζοντας το νέο σχέδιο στους μετόχους στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης ανέδειξε τους τρεις βασικούς μοχλούς πάνω στους οποίους στηρίζεται η επόμενη φάση ανάπτυξης της ΔΕΗ. Ο πρώτος αφορά την επιτάχυνση των επενδύσεων στις βασικές αγορές του ομίλου, την Ελλάδα και τη Ρουμανία, με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην ευέλικτη παραγωγή και στα δίκτυα. Ο δεύτερος αφορά τη διεθνή επέκταση σε μεγαλύτερη κλίμακα, με νέες αγορές-στόχους την Πολωνία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, σε μια περίοδο κατά την οποία η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, η απόσυρση συμβατικών μονάδων και οι περιορισμένες διασυνδέσεις δημιουργούν νέα πεδία επενδυτικών αποδόσεων. Ο τρίτος και πιο φιλόδοξος άξονας είναι τα data centers, τα οποία η διοίκηση παρουσιάζει πλέον όχι ως συμπληρωματική δραστηριότητα, αλλά ως νέο μοχλό ανάπτυξης και μελλοντικής κερδοφορίας.
Από την Ελλάδα και τη Ρουμανία στη μεγαλύτερη περιφερειακή εικόνα
Η βάση του σχεδίου παραμένει η ενέργεια. Η ΔΕΗ εμφανίζεται να χτίζει την επόμενη πενταετία πάνω στο καθετοποιημένο μοντέλο που διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια, καλύπτοντας την αλυσίδα αξίας από την παραγωγή και τη διανομή έως την εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025 αποτέλεσε, σύμφωνα με τη διοίκηση, ακόμη μία χρονιά επιβεβαίωσης αυτής της στρατηγικής, με την εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ να αυξάνεται κατά 1,7 GW και να φθάνει τα 7,2 GW, την παραγωγή να διαμορφώνεται στις 20,9 TWh, εκ των οποίων το 37% από ΑΠΕ, και τα EBITDA να ανέρχονται στα 2 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα και η Ρουμανία παραμένουν οι δύο βασικές αγορές του ομίλου, με ισχυρή θέση τόσο στην παραγωγή όσο και στη διανομή και την προμήθεια. Στην Ελλάδα, η ΔΕΗ διατηρεί μερίδιο αγοράς περίπου 50%, ενώ στη Ρουμανία περίπου 15%, με συνολικές πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας 31,9 TWh. Παράλληλα, η Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση των δικτύων σε Ελλάδα και Ρουμανία αυξήθηκε κατά 0,8 δισ. ευρώ, φθάνοντας τα 5,7 δισ. ευρώ, στοιχείο που ενισχύει τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των μελλοντικών αποδόσεων.
Στο νέο πλάνο, η διοίκηση θέτει ως στόχο η εγκατεστημένη ισχύς ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων των υδροηλεκτρικών, να φθάσει περίπου τα 19 GW έως το 2030. Πρόκειται για αύξηση-ρεκόρ, με μέσες ετήσιες προσθήκες περίπου 2,3 GW, που δείχνει την πρόθεση του ομίλου να επιταχύνει την πράσινη ανάπτυξη όχι μόνο στην ελληνική αγορά, αλλά και στο ευρύτερο περιφερειακό χαρτοφυλάκιο.
Η ΔΕΗ ως περιφερειακός παίκτης στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη
Ο δεύτερος άξονας του σχεδίου αφορά την επέκταση της ΔΕΗ σε μεγαλύτερη γεωγραφική κλίμακα. Μετά την είσοδο στη Ρουμανία και τη διεύρυνση της παρουσίας της σε Βουλγαρία, Κροατία και Ιταλία, ο όμιλος στρέφει πλέον το βλέμμα σε αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία.
Το σκεπτικό της διοίκησης είναι σαφές. Η Ευρώπη θα χρειαστεί περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια την επόμενη δεκαετία, όχι μόνο λόγω της ενεργειακής μετάβασης και του εξηλεκτρισμού, αλλά και λόγω της ανάπτυξης νέων ψηφιακών υποδομών. Την ίδια στιγμή, η απόσυρση μονάδων ορυκτών καυσίμων και οι περιορισμένες ηλεκτρικές διασυνδέσεις σε αρκετές χώρες της περιοχής δημιουργούν στενότητα στο σύστημα. Για έναν όμιλο που διαθέτει εμπειρία στην ανάπτυξη ΑΠΕ μεγάλης κλίμακας, πρόσβαση σε κεφάλαια και καθετοποιημένη παρουσία, η συγκυρία αυτή διαμορφώνει νέο πεδίο επέκτασης.
Το επενδυτικό πλάνο των περίπου 24 δισ. ευρώ κατανέμεται με τρόπο που αποτυπώνει αυτή τη μετατόπιση. Περίπου το 52% των επενδύσεων προορίζεται για την Ελλάδα, το 21% για τη Ρουμανία και το 27% για άλλες χώρες. Αντίστοιχα, ανά τομέα δραστηριότητας, το 69% κατευθύνεται στο καθετοποιημένο ενεργειακό μοντέλο, το 19% στη διανομή, το 7% σε λοιπές δραστηριότητες και το 5% στα data centers. Η γεωγραφική διαφοροποίηση αποτελεί πλέον βασικό στοιχείο της στρατηγικής, καθώς η ΔΕΗ επιδιώκει να εξελιχθεί από εθνικό πρωταγωνιστή σε ευρύτερο περιφερειακό ενεργειακό όμιλο.
Τα data centers ως νέα στρατηγική στόχευση
Το στοιχείο που διαφοροποιεί περισσότερο το νέο επιχειρηματικό σχέδιο από τα προηγούμενα είναι η είσοδος των data centers στον πυρήνα της στρατηγικής. Η ΔΕΗ δεν παρουσιάζει πλέον τις ψηφιακές υποδομές ως παράπλευρη δραστηριότητα, αλλά ως πρόσθετο μοχλό ανάπτυξης, με άμεση σύνδεση με την ενέργεια, τις ΑΠΕ και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η πρώτη φάση του σχεδίου αφορά data center ισχύος 300 MW, με στόχο να τεθεί σε λειτουργία έως το τέλος του 2028. Παράλληλα, η διοίκηση διατηρεί ανοιχτή τη δυνατότητα επέκτασης έως το 1 GW, η οποία δεν περιλαμβάνεται ακόμη στο τρέχον επιχειρηματικό πλάνο. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον οι συνθήκες της αγοράς και οι διαπραγματεύσεις με μεγάλους τεχνολογικούς παίκτες προχωρήσουν, το αποτύπωμα των data centers στη μελλοντική ανάπτυξη της ΔΕΗ θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερο από αυτό που αποτυπώνεται σήμερα στους αριθμούς του σχεδίου.
Στην παρουσίαση γίνεται ειδική αναφορά σε εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις με κορυφαίους hyperscalers για την ανάπτυξη data center στην Κοζάνη. Η επιλογή της περιοχής έχει ιδιαίτερο συμβολισμό αλλά και επιχειρηματική λογική. Η Δυτική Μακεδονία, που για δεκαετίες αποτέλεσε το ενεργειακό κέντρο της χώρας μέσω του λιγνίτη, μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο νέων επενδύσεων σε ΑΠΕ, αποθήκευση και ψηφιακές υποδομές. Μετά την ολοκλήρωση φωτοβολταϊκών ισχύος 2,13 GW στην περιοχή, η προοπτική ενός μεγάλου data center στην Κοζάνη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο αφήγημα παραγωγικού μετασχηματισμού.
Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η κατανάλωση ηλεκτρισμού από data centers αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί έως το 2030 σε όλη την υφήλιο, φτάνοντας τα 945 TWh, δηλαδή επίπεδα αντίστοιχα με τη συνολική κατανάλωση της Ιαπωνίας σήμερα. Την ίδια στιγμή, η νέα πραγματικότητα δημιουργεί επίσης ένα εντελώς διαφορετικό προφίλ φορτίου για τα ηλεκτρικά συστήματα. Σε αντίθεση με τις κατοικίες ή πολλές βιομηχανίες δραστηριότητες, τα data centers λειτουργούν συνεχώς, με υψηλή και σταθερή κατανάλωση, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις μέσα στη μέρα. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούν μόνιμα διαθέσιμη ισχύ και εξαιρετικά αξιόπιστη ηλεκτροδότηση.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει την εξίσωση της ενέργειας
Η αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη είναι κρίσιμη, γιατί εξηγεί γιατί τα data centers μπαίνουν πλέον στο επίκεντρο του ενεργειακού σχεδιασμού. Η ανάπτυξη εφαρμογών AI, cloud computing και ψηφιακών υπηρεσιών αυξάνει κατακόρυφα τις ανάγκες για ηλεκτρική ενέργεια. Τα μεγάλα data centers χρειάζονται σταθερή, αξιόπιστη και ανταγωνιστική τροφοδοσία, ενώ οι τεχνολογικοί όμιλοι αναζητούν περιοχές όπου μπορούν να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε καθαρή ενέργεια και σε υποδομές μεγάλης κλίμακας.
Εδώ ακριβώς επιχειρεί να τοποθετηθεί η ΔΕΗ. Ο Γιώργος Στάσσης περιέγραψε την εξέλιξη του ομίλου σε «Powertech Group», δηλαδή σε έναν όμιλο που δεν περιορίζεται στην παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά συνδυάζει ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές. Η καθαρή ενέργεια παρουσιάζεται ως η βάση πάνω στην οποία μπορεί να αναπτυχθεί η οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης, του cloud και των ψηφιακών υπηρεσιών.
Στην ομιλία του, ο επικεφαλής της ΔΕΗ σημείωσε ότι ο όμιλος αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη τόσο ως πάροχος ενεργειακών υποδομών όσο και ως οργανισμός που εντάσσει την AI στις ίδιες τις λειτουργίες του. Αυτή η διπλή προσέγγιση δείχνει ότι η ψηφιοποίηση δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως νέα αγορά εσόδων, αλλά και ως εργαλείο εσωτερικού μετασχηματισμού, βελτίωσης αποδοτικότητας και αναβάθμισης υπηρεσιών προς τους πελάτες.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η συνεργασία με τη Vodafone Ελλάδας για τη δημιουργία κοινής εταιρείας ανάπτυξης δικτύου οπτικών ινών. Η ΔΕΗ διευρύνει τις δυνατότητές της πέρα από την ενέργεια, ενισχύοντας την παρουσία της σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές. Το μήνυμα που εκπέμπει η διοίκηση είναι ότι τα δίκτυα ηλεκτρισμού, οι οπτικές ίνες, τα data centers και οι ΑΠΕ δεν είναι πλέον ξεχωριστοί κόσμοι, αλλά τμήματα της ίδιας αλυσίδας υποδομών.
Οι οικονομικοί στόχοι έως το 2030
Το νέο επιχειρηματικό σχέδιο μεταφράζει αυτή τη στρατηγική σε συγκεκριμένους αριθμούς. Η ΔΕΗ στοχεύει σε EBITDA 4,6 δισ. ευρώ το 2030, από 2 δισ. ευρώ το 2025, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 18%. Τα καθαρά κέρδη προβλέπεται να υπερτριπλασιαστούν, φθάνοντας το 1,5 δισ. ευρώ το 2030, από 450 εκατ. ευρώ το 2025.
Η αύξηση της κερδοφορίας αναμένεται να προέλθει από τρεις βασικές πηγές: τις καθετοποιημένες ενεργειακές δραστηριότητες, τη διανομή και τα data centers. Οι καθετοποιημένες δραστηριότητες παραμένουν ο μεγαλύτερος πυλώνας, η διανομή προσφέρει ρυθμιζόμενες και σταθερές αποδόσεις, ενώ τα data centers εισάγονται ως νέα πηγή EBITDA, με υψηλό αναπτυξιακό δυναμικό.
Παράλληλα, η διοίκηση δίνει έμφαση στη μερισματική πολιτική. Το μέρισμα ανά μετοχή, από 0,60 ευρώ για τη χρήση 2025, αναμένεται να αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 15%, φθάνοντας τα 1,4 ευρώ το 2030. Με τον τρόπο αυτό, το νέο πλάνο παρουσιάζεται όχι μόνο ως επενδυτικό πρόγραμμα, αλλά ως σχέδιο δημιουργίας αξίας για τους μετόχους.
Από τον λιγνίτη στο οικοσύστημα ενέργειας και τεχνολογίας
Η μεγάλη εικόνα του σχεδίου δείχνει μια ΔΕΗ που επιχειρεί να κλείσει οριστικά τον κύκλο του παραδοσιακού ενεργειακού μοντέλου και να ανοίξει έναν νέο κύκλο, όπου η καθαρή παραγωγή, η ευέλικτη ισχύς, τα δίκτυα και οι ψηφιακές υποδομές λειτουργούν συμπληρωματικά. Η απολιγνιτοποίηση, η ενίσχυση των ΑΠΕ, η ανάπτυξη μονάδων ευέλικτης παραγωγής, οι επενδύσεις στη διανομή και η είσοδος στα data centers συνθέτουν μια στρατηγική που υπερβαίνει το στενό πλαίσιο μιας εταιρείας ηλεκτρισμού.
Η αναφορά στη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη έχει επίσης σημασία. Η ΔΕΗ δεν διεκδικεί πλέον ρόλο μόνο στην ελληνική αγορά, αλλά επιχειρεί να τοποθετηθεί ως ένας από τους λίγους παίκτες της περιοχής με δυνατότητα ανάπτυξης μεγάλων έργων ΑΠΕ, πρόσβαση σε δίκτυα, κεφαλαιακή βάση και στρατηγική σύνδεση με τις ανάγκες της ψηφιακής οικονομίας.
Το νέο αφήγημα της διοίκησης συμπυκνώνεται στη μετάβαση από τον όμιλο ενέργειας στον όμιλο υποδομών της επόμενης δεκαετίας. Η ΔΕΗ φιλοδοξεί να παράγει την καθαρή ενέργεια που θα χρειαστεί η περιοχή, να ενισχύσει τα δίκτυα που θα τη μεταφέρουν, να αναπτύξει τις ψηφιακές υποδομές που θα στηρίξουν την τεχνητή νοημοσύνη και να δημιουργήσει νέες πηγές κερδοφορίας σε μια αγορά που αλλάζει ταχύτατα.
Το στοίχημα, επομένως, της επόμενης πενταετίας δεν θα κριθεί μόνο από το αν η ΔΕΗ θα πετύχει τους στόχους για τα 19 GW ΑΠΕ ή τα 4,6 δισ. ευρώ EBITDA. Θα κριθεί και από το αν θα καταφέρει να μετατρέψει την ενεργειακή της βάση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την ψηφιακή οικονομία. Αν τα data centers και η τεχνητή νοημοσύνη εξελιχθούν στον νέο μεγάλο καταναλωτή ηλεκτρικής ενέργειας, τότε η ΔΕΗ επιχειρεί να βρεθεί στην πλευρά εκείνων που δεν θα παρέχουν απλώς ρεύμα, αλλά τις υποδομές πάνω στις οποίες θα χτιστεί η επόμενη φάση ανάπτυξης της περιοχής.
Διαβάστε ακόμη
