Μπορεί η ΔΕΗ να έχει ήδη σημειώσει άνοδο 63% σε δωδεκάμηνη βάση, όμως η Goldman Sachs εκτιμά ότι η μετοχή έχει ακόμη περιθώριο. Στην έκθεσή της, της 15ης Ιουνίου 2026, ο αμερικανικός οίκος επαναφέρει την κάλυψη του τίτλου με σύσταση «αγορά» (Buy) και τιμή στόχο τα 26,50 ευρώ, έναντι τιμής κλεισίματος 22,66 ευρώ, ανεβάζοντας έτσι το ανοδικό περιθώριο στο 16,9%. Πρόκειται για σημαντική αναβάθμιση σε σχέση με την προηγούμενη τιμή στόχο των 20,50 ευρώ που είχε δοθεί στις 25 Νοεμβρίου 2025, και αποτυπώνει μια διαδοχική κλιμάκωση των εκτιμήσεων του οίκου, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2025 τοποθετούσε τον στόχο στα 17 ευρώ και τον Ιανουάριο του 2025 στα 15,50 ευρώ.
Η αφορμή για την επαναφορά της κάλυψης είναι η πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ισοδύναμη με περίπου το 70% της προηγούμενης κεφαλαιοποίησής της, την οποία η Goldman Sachs χαρακτηρίζει ως ένα «στρατηγικό άλμα» προς τον εξηλεκτρισμό και τα κέντρα δεδομένων. Η αντλούμενη ρευστότητα προορίζεται για τη ριζική αναβάθμιση της επενδυτικής στρατηγικής: στο διάστημα 2026-2030 η ΔΕΗ στοχεύει σε επενδύσεις 24 δισ. ευρώ, ή σχεδόν 5 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό αυξημένο κατά περίπου 50% σε σχέση με το προηγούμενο πλάνο, που προέβλεπε ετήσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες 3 έως 3,5 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η πλειονότητα των κεφαλαίων, περίπου το 60%, θα κατευθυνθεί σε νέα δυναμικότητα παραγωγής, κυρίως ανανεώσιμες πηγές και αποθήκευση, ένα 20% σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και το υπόλοιπο 20% στο νέο επιχειρηματικό μοντέλο των κέντρων δεδομένων και σε συναφείς δραστηριότητες. Στην αναλυτική κατανομή του προγράμματος, οι ανανεώσιμες απορροφούν το 48%, η ευέλικτη παραγωγή το 14%, η διανομή το 19%, το έργο των κέντρων δεδομένων το 5% και οι λοιπές δραστηριότητες το 14%.
Το αποτέλεσμα αυτής της επιτάχυνσης, εφόσον υλοποιηθεί επιτυχώς, θα είναι ο διπλασιασμός της εγκατεστημένης ισχύος της εταιρείας μέσα σε μόλις πέντε χρόνια: από τα 12 GW στο τέλος του 2025 στα 24 GW το 2030, με βελτιωμένο ενεργειακό μείγμα, καθώς περίπου το 80% θα προέρχεται από καθαρές πηγές χαμηλότερου κόστους. Από τις νέες προσθήκες ΑΠΕ και αποθήκευσης, περίπου το 60% θα πραγματοποιηθεί στις υφιστάμενες αγορές της εταιρείας, την Ελλάδα και τη Ρουμανία, ενώ το υπόλοιπο 40% θα κατανεμηθεί ισόποσα μεταξύ των αγορών στις οποίες η εταιρεία εισήλθε πρόσφατα, δηλαδή Βουλγαρία, Κροατία και Ιταλία, και των νέων αγορών, δηλαδή Ουγγαρία, Πολωνία και Σλοβακία. Σε επίπεδο γεωγραφικής κατανομής, η Ελλάδα αντιστοιχεί στο 31%, η Ρουμανία στο 29%, η διεθνής παρουσία στο 21% και οι νέες αγορές στο 19%. Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η είσοδος σε περιοχές όπου η εταιρεία δεν έχει δραστηριοποιηθεί στο παρελθόν μπορεί να επιφέρει πρόσθετο κίνδυνο εκτέλεσης.
Το πιο καινοτόμο σκέλος του σχεδίου είναι η είσοδος της ΔΕΗ στον χώρο των υποδομών κέντρων δεδομένων, με ένα μοντέλο που διαφοροποιείται από εκείνο των περισσότερων εταιρειών κοινής ωφέλειας. Πέρα από την παροχή γης και ηλεκτρικής ενέργειας, η εταιρεία θα αναπτύσσει, θα κατασκευάζει, θα κατέχει και θα λειτουργεί τις μη πληροφοριακές υποδομές του κέντρου δεδομένων, εκμισθώνοντας δυναμικότητα σε hyperscalers υπό μακροχρόνιες συμβάσεις. Το μοντέλο θα δημιουργεί έσοδα από μισθώσεις υποδομών, παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και συνδέσεις οπτικών ινών. Το πρώτο έργο, ο κόμβος κέντρου δεδομένων στην Κοζάνη, περιλαμβάνει αρχική φάση 300 MW εντός του τρέχοντος πλάνου, με στόχο η κατασκευή να ξεκινήσει έως το τέλος του έτους και τη θέση σε λειτουργία να αναμένεται έως το τέλος του 2028, υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης στρατηγικού εταίρου. Η ΔΕΗ βρίσκεται σε εμπιστευτικές συζητήσεις με hyperscalers και, σύμφωνα με πρόσφατα μη επιβεβαιωμένα δημοσιεύματα τύπου, μια πιθανή συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί εντός των επόμενων τριών έως έξι μηνών. Με την πάροδο του χρόνου, ο κόμβος της Κοζάνης θα μπορούσε να κλιμακωθεί έως τα 2 GW.
Στο επίκεντρο της επενδυτικής υπόθεσης βρίσκεται η αποτίμηση, την οποία ο οίκος θεωρεί ελκυστική ακόμη και με συντηρητικές παραδοχές. Το βασικό σενάριο της Goldman Sachs προϋποθέτει σταδιακή πτώση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας κατά περίπου 30% σωρευτικά από τα τρέχοντα επίπεδα, περικοπή κατά περίπου 20% των στόχων της εταιρείας για προσθήκες ΑΠΕ και αποθήκευσης, καθώς και μηδενική συνεισφορά από τα κέντρα δεδομένων. Ακόμη και υπό αυτές τις παραδοχές, ο οίκος εκτιμά μέση ετήσια αύξηση των καθαρών κερδών κατά περίπου 19% έως το 2030, με τα κέρδη ανά μετοχή να φτάνουν το 1,79 ευρώ, επίπεδο που αντιστοιχεί σε δείκτη τιμής προς κέρδη 12,5 φορές. Σε αυτό το σενάριο η τιμή στόχος διαμορφώνεται στα 26,50 ευρώ.
Στο σενάριο πλήρους εκτέλεσης, που προϋποθέτει υλοποίηση του σχεδίου εντός χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού, η αποτίμηση φτάνει τα 30 ευρώ ανά μετοχή, ακόμη και με τις ίδιες παραδοχές εξομάλυνσης των τιμών ενέργειας και χωρίς διεύρυνση του πολλαπλασιαστή. Στην περίπτωση αυτή ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των κερδών για το 2025-2030 ανέρχεται σε 24%, ενώ ο δείκτης τιμής προς κέρδη για το 2030 υποχωρεί στις 10 φορές με βάση τα τρέχοντα επίπεδα, από τους χαμηλότερους στον κλάδο. Η Goldman Sachs σημειώνει ότι σε επίπεδο κερδών ανά μετοχή η αύξηση είναι πιο συγκρατημένη, με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 7%, λόγω της αραίωσης από την πρόσφατη αύξηση κεφαλαίου.
Λόγω της επιτάχυνσης των επενδύσεων, η εταιρεία αναμένεται να παραμείνει με αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές μεσοπρόθεσμα, με τον καθαρό δανεισμό να αυξάνεται από περίπου 6,5 δισ. ευρώ το 2025 σε περίπου 11 δισ. ευρώ έως το 2030 και τον δείκτη μόχλευσης να διατηρείται σταθερός γύρω στις 3 φορές, στο χαμηλό άκρο του στόχου της εταιρείας για 3 έως 3,5 φορές. Παράλληλα, η μερισματική πολιτική επεκτείνεται έως το 2030, με μέση ετήσια αύξηση μερίσματος 18% και το μέρισμα ανά μετοχή να ανεβαίνει από τα 0,60 ευρώ το 2025 στα 1,40 ευρώ το 2030.
Σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό κλάδο, η ΔΕΗ διαπραγματεύεται με μέσο δείκτη τιμής προς κέρδη (P/E) 13,5 φορές για την περίοδο 2027-2030 στο βασικό σενάριο, έναντι 16,9 φορές για την Iberdrola, 16,4 για την Endesa, 16,3 για την EDP και 15,2 για τη RWE, με μόνη την Enel να εμφανίζεται φθηνότερη στις 11,2 φορές. Για την αποτίμηση, ο οίκος χρησιμοποιεί συνδυασμό μεθόδων, με στάθμιση δύο τρίτων στην προσέγγιση τιμής προς κέρδη, που δίνει 24,6 ευρώ, και ενός τρίτου στην ανάλυση επιμέρους αθροίσματος αξιών, που δίνει 29,9 ευρώ.
Στους κινδύνους, η Goldman Sachs απαριθμεί τη χαμηλότερη πορεία των τιμών ενέργειας και εμπορευμάτων, τις μικρότερες από τις αναμενόμενες προσθήκες ΑΠΕ και αποθήκευσης, τις χαμηλότερες αποδόσεις στις νέες επενδύσεις, τον αυξανόμενο ανταγωνισμό στη λιανική, πιθανές καθυστερήσεις στην απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, τη ρυθμιστική παρέμβαση στην Ελλάδα και τη Ρουμανία, την άνοδο των επιτοκίων και τη χειρότερη του αναμενομένου μακροοικονομική συγκυρία.
Διαβάστε ακόμη
