Πίσω από τα ισχυρά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου της Cenergy Holdings, η διοίκηση του ομίλου περιέγραψε ουσιαστικά κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν ακόμη ευνοϊκό κύκλο της αγοράς καλωδίων και αγωγών. Η εκρηκτική ανάπτυξη των data centers τεχνητής νοημοσύνης, η ανάγκη αναβάθμισης των ηλεκτρικών δικτύων σε Ευρώπη και ΗΠΑ, οι νέες διασυνδέσεις υψηλής τάσης, η ενεργειακή ασφάλεια και η πίεση για πιο ανθεκτικές υποδομές δημιουργούν πλέον ένα νέο επενδυτικό περιβάλλον με χαρακτηριστικά μακροχρόνιας και δομικής ανάπτυξης. Σε αυτό το περιβάλλον, η εταιρεία βλέπει τη ζήτηση να αποκτά ολοένα πιο στρατηγικά χαρακτηριστικά, με τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τα υποθαλάσσια καλώδια και τα μεγάλα ενεργειακά έργα να αντιμετωπίζονται πλέον όχι απλώς ως βιομηχανικές συμβάσεις αλλά ως κρίσιμες υποδομές γεωπολιτικής και ενεργειακής ασφάλειας.
Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα που επιχείρησε να περάσει η διοίκηση του ομίλου κατά την παρουσίαση των αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης του guidance μέσα στο καλοκαίρι, εφόσον συνεχιστεί το ισχυρό momentum και στο δεύτερο τρίμηνο. Η εταιρεία επιβεβαίωσε προς το παρόν την πρόβλεψη για προσαρμοσμένα EBITDA (λειτουργικά κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων) ύψους 370–400 εκατ. ευρώ για το 2026, ωστόσο ο οικονομικός διευθυντής του ομίλου, Αλέξανδρος Μπένος, παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι οι επιδόσεις κινούνται ήδη προς το ανώτερο εύρος της μεσοπρόθεσμης φιλοδοξίας που είχε τεθεί στα 380–420 εκατ. ευρώ.
Cenergy: «Βλέπει» προς τον ΑΔΜΗΕ για το πρώτο μεγάλο HVDC project
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι αναφορές της διοίκησης στον ΑΔΜΗΕ και στα νέα έργα HVDC, δηλαδή έργα διασυνδέσεων υψηλής τάσης συνεχούς ρεύματος, τα οποία αποτελούν πλέον τη «ραχοκοκαλιά» των μεγάλων ηλεκτρικών διασυνδέσεων μεταξύ χωρών και συστημάτων. Ο CFO της εταιρείας δήλωσε ανοιχτά ότι θεωρεί «πολύ πιθανό» το πρώτο μεγάλο νέο HVDC project της επόμενης περιόδου να προέλθει από τον ελληνικό Διαχειριστή, συνδέοντας μάλιστα την πρόοδο των συγκεκριμένων έργων με την επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ.
Ρεκόρ κερδοφορίας και ιστορικά υψηλά περιθώρια
Τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου αποτυπώνουν ήδη αυτή τη μεταβολή της αγοράς. Η λειτουργική κερδοφορία του ομίλου διαμορφώθηκε στα 100,4 εκατ. ευρώ, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τα 100 εκατ. ευρώ σε επίπεδο τριμήνου, ενώ τα καθαρά κέρδη έφτασαν τα 74 εκατ. ευρώ και τα κέρδη ανά μετοχή τα 0,35 ευρώ. Τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 5% και διαμορφώθηκαν στα 511 εκατ. ευρώ, ωστόσο το στοιχείο που ξεχώρισε ήταν τα ιστορικά υψηλά περιθώρια EBITDA, τα οποία έφτασαν το 19,7%.
Η διοίκηση απέδωσε την επίδοση αυτή κυρίως στο μείγμα έργων που εκτελέστηκαν μέσα στο τρίμηνο. Όπως εξήγησε ο CFO, το πρώτο τρίμηνο χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή έργων υποθαλάσσιων καλωδίων, τα οποία αποφέρουν περιθώρια κέρδους που ξεπερνούν το 20%. Παράλληλα, και ο κλάδος σωλήνων χάλυβα συνέχισε να εκτελεί έργα υψηλής τεχνικής πολυπλοκότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η διοίκηση, πάντως, έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι τα επίπεδα αυτά δεν θα διατηρηθούν σε όλη τη διάρκεια του έτους. Η σταδιακή ένταξη νέων έργων χερσαίων καλωδίων από τις επεκτάσεις παραγωγικής δυναμικότητας στη Θήβα και την Ελεώνα θα αυξήσει τον όγκο παραγωγής αλλά με χαμηλότερα περιθώρια σε σχέση με τα offshore καλώδια, οδηγώντας σταδιακά το EBITDA margin σε επίπεδα κοντά στο συν 17%.
Ωστόσο, ακόμη και αυτή η «κανονικοποίηση» των περιθωρίων αποτυπώνει μια σαφώς ισχυρότερη αγορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ο CFO αποκάλυψε ότι τα έργα medium voltage, δηλαδή καλώδια μέσης τάσης για δίκτυα διανομής κινούνται πλέον περίπου στο 13%-14%, ενώ τα inter-array καλώδια που χρησιμοποιούνται σε υπεράκτια αιολικά πάρκα έχουν υψηλότερες αποδόσεις. Όπως τόνισε, η νέα παραγωγική δυναμικότητα και η ισχυρή ζήτηση επιτρέπουν πλέον στην εταιρεία να «χρεώνει περισσότερο» ακόμη και στα χερσαία καλώδια σε σχέση με τα έργα που είχε αναλάβει δύο ή τρία χρόνια πριν.
Το backlog των 3,3 δισ. ευρώ και τα έργα που δεν έχουν ακόμη «γραφτεί»
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε η διοίκηση και στο ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων (backlog), το οποίο διαμορφώνεται στα 3,3 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 2,7 δισ. ευρώ αφορούν καλώδια και περίπου 600 εκατ. ευρώ σωλήνες χάλυβα. Η εταιρεία, ωστόσο, υποστήριξε ότι η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική, καθώς σημαντικά έργα δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί επίσημα στο backlog είτε επειδή δεν έχουν ολοκληρωθεί οι τελικές συμβάσεις είτε επειδή αναμένονται επενδυτικές ή χρηματοδοτικές αποφάσεις από τους πελάτες.
Η διοίκηση αναφέρθηκε χαρακτηριστικά σε έργα σε Πολωνία και Ολλανδία που ανατέθηκαν ήδη μέσα στο πρώτο τρίμηνο, ενώ αποκάλυψε ότι η Hellenic Cables έχει ήδη επιλεγεί ως αποκλειστικός προμηθευτής σε δύο ακόμη σημαντικά projects που δεν έχουν ακόμη συμβασιοποιηθεί.
Παράλληλα, η εταιρεία ξεκαθάρισε ότι το μεγαλύτερο μέρος των νέων έργων που περιμένει αφορά κυρίως ηλεκτρικές διασυνδέσεις και μεγάλα frame agreements, δηλαδή πολυετείς συμφωνίες-πλαίσιο και λιγότερο έργα offshore αιολικών. Αυτό δείχνει ότι η αγορά μετατοπίζεται ολοένα περισσότερο προς τις κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τα στρατηγικά δίκτυα.
ΗΠΑ: Το στοίχημα των data centers και το γερασμένο δίκτυο
Στο επίκεντρο της διεθνούς στρατηγικής του ομίλου βρίσκεται πλέον η αμερικανική αγορά. Η νέα μονάδα χερσαίων καλωδίων στη Βαλτιμόρη του Μέριλαντ παρουσιάστηκε από τη διοίκηση ως μια επένδυση που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία λόγω της έκρηξης επενδύσεων σε data centers και της ανάγκης αναβάθμισης του ηλεκτρικού δικτύου των ΗΠΑ.
Η διοίκηση επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία περισσότερο από το 70% του αμερικανικού δικτύου είναι ηλικίας άνω των 25 ετών, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο από 25% έως το 2030.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, η τεχνητή νοημοσύνη και οι hyperscale υποδομές – δηλαδή τα τεράστια data centers που αναπτύσσουν κολοσσοί όπως Amazon, Microsoft και Meta – δημιουργούν μια νέα αγορά τεράστιας κλίμακας. Η εταιρεία ανέφερε ότι μόνο το 2026 οι επενδύσεις των μεγάλων hyperscalers στις ΗΠΑ αναμένεται να προσεγγίσουν τα 600 δισ. δολάρια για νέες υποδομές data centers.
Τα συγκεκριμένα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και απαιτούν εκατοντάδες χιλιόμετρα καλωδίων μέσης και χαμηλής τάσης. Όπως σημείωσε η διοίκηση, ορισμένα hyperscale data centers ξεπερνούν ακόμη και τα 100 MW ισχύος, γεγονός που μεταφράζεται σε πρωτοφανή ζήτηση για ηλεκτρικές υποδομές.
Η εταιρεία θεωρεί ότι το εργοστάσιο στο Μέριλαντ βρίσκεται ακριβώς στο «επίκεντρο» αυτής της ανάπτυξης, καθώς εξυπηρετεί την ανατολική ακτή των ΗΠΑ όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος των νέων data centers. Η εγκατάσταση του εξοπλισμού αναμένεται να ξεκινήσει στα τέλη του 2026, οι πρώτες πιστοποιήσεις το πρώτο τρίμηνο του 2027 και η ουσιαστική ολοκλήρωση του εργοστασίου το τέταρτο τρίμηνο του 2027.
Hartlepool: Το βρετανικό εργοστάσιο και τα έργα υψηλής πίεσης
Η δεύτερη μεγάλη στρατηγική κίνηση του ομίλου αφορά την εξαγορά της μονάδας σωλήνων στο Hartlepool του Ηνωμένου Βασιλείου από την Corinth Pipeworks. Η διοίκηση περιέγραψε το εργοστάσιο ως μια ιστορική βιομηχανική εγκατάσταση 100 ετών, η οποία αποκτήθηκε έναντι περίπου 10 εκατ. λιρών μαζί με τη γραμμή παραγωγής και το εξειδικευμένο προσωπικό της.
Στις ερωταπαντήσεις, η εταιρεία έδωσε και πιο συγκεκριμένη εικόνα για το κόστος επανεκκίνησης της μονάδας. Όπως ανέφερε ο CFO, δεν απαιτούνται μεγάλες νέες προσλήψεις, καθώς το υπάρχον προσωπικό θεωρείται επαρκές και έμπειρο. Οι πρόσθετες επενδύσεις περιορίζονται κυρίως σε συντήρηση, επαναλειτουργία και μικρές τεχνικές αναβαθμίσεις, με το συνολικό επιπλέον capex να εκτιμάται στα 6–7 εκατ. ευρώ.
Μαζί με το τίμημα εξαγοράς, η συνολική επένδυση δεν αναμένεται να ξεπεράσει τα 20 εκατ. ευρώ. Το Hartlepool θεωρείται στρατηγικής σημασίας για έργα LNG, αγωγούς υψηλής πίεσης και έργα carbon capture and storage (δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα). Η διοίκηση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις σωληνώσεις LSAW, δηλαδή σωλήνες μεγάλων διαμέτρων και υψηλής αντοχής που χρησιμοποιούνται σε απαιτητικά ενεργειακά projects.
LNG, φυσικό αέριο και η αγορά carbon capture
Παράλληλα με την έκρηξη επενδύσεων στον ηλεκτρισμό, η εταιρεία εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξη και για την αγορά σωλήνων φυσικού αερίου και LNG. Η διοίκηση υποστήριξε ότι η ανάγκη για ασφαλείς και διαφοροποιημένες ενεργειακές οδεύσεις παραμένει κρίσιμη για την Ευρώπη, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Ειδική αναφορά έγινε στο project του αγωγού Alaska LNG, όπου η Corinth Pipeworks έχει ήδη επιλεγεί ως preferred supplier, δηλαδή προτιμητέος προμηθευτής – χωρίς ωστόσο το έργο να έχει ακόμη ενσωματωθεί επίσημα στο backlog, καθώς δεν έχει ληφθεί η τελική επενδυτική απόφαση.
Η διοίκηση αναφέρθηκε επίσης στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς carbon capture, δηλαδή έργων δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει επενδύσεις ύψους 80 δισ. δολαρίων μέσα στην επόμενη πενταετία στον συγκεκριμένο τομέα.
Υδρογόνο, γεωπολιτική και στρατηγικές υποδομές
Σε ό,τι αφορά το υδρογόνο, η διοίκηση αναγνώρισε ότι η αγορά αναπτύσσεται με πιο αργούς ρυθμούς σε σχέση με τις προσδοκίες που υπήρχαν πριν από λίγα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, υπογράμμισε ότι ήδη προχωρούν σημαντικές πρωτοβουλίες στη Γερμανία αλλά και στο project υποθαλάσσιου αγωγού υδρογόνου μεταξύ Βαρκελώνης και Μασσαλίας. Η εταιρεία υπενθύμισε επίσης ότι η Σωληνουργεία Κορίνθου ήταν η πρώτη εταιρεία διεθνώς που πιστοποιήθηκε για σωλήνες υψηλής πίεσης έτοιμους να μεταφέρουν 100% υδρογόνο.
Ο κ. Μπένος στάθηκε και στην αβεβαιότητα που δημιουργεί στην αγορά ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Η εταιρεία υποστήριξε ότι μέχρι στιγμής ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν έχει άμεσο επιχειρησιακό αντίκτυπο στις δραστηριότητές της, ωστόσο αποκάλυψε ότι έχει ήδη αυξήσει τα αποθέματα πρώτων υλών και τη διασφάλιση εφοδιασμού για τρεις έως τέσσερις μήνες, ώστε να προστατευθεί από πιθανές διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Το συνολικό μήνυμα της διοίκησης ήταν ότι η αγορά στην οποία δραστηριοποιείται πλέον η Cenergy δεν βρίσκεται απλώς σε φάση ανόδου αλλά σε περίοδο βαθιού μετασχηματισμού.
Διαβάστε ακόμη
