Από τη στιγμή που έκλεισε χθες, λίγο μετά τις 16:00, το βιβλίο προσφορών για τη μεγαλύτερη αύξηση κεφαλαίου της χρονιάς στην Ευρώπη, το ενδιαφέρον στράφηκε αμέσως στο πιο απαιτητικό και πολιτικά ευαίσθητο στάδιο της διαδικασίας: την κατανομή των μετοχών.

Γιατί όταν στην άλλη πλευρά δεν βρίσκονται απλώς επενδυτές, αλλά κορυφαία funds της Wall Street και διεθνή χαρτοφυλάκια που διεκδικούν συμμετοχές εκατοντάδων εκατομμυρίων, η διαδικασία παύει να είναι μια απλή λογιστική άσκηση και μετατρέπεται σε παιχνίδι λεπτών ισορροπιών υπό έντονη πίεση.

Στην αγορά κυκλοφορούσε από την περασμένη Δευτέρα έντονα η πληροφορία ότι το Capital Group εμφανίστηκε με εγγραφή που άγγιξε τα 900 εκατ. δολάρια — περίπου 810 εκατ. ευρώ. Και δεν ήταν το μόνο μεγάλο όνομα που μπήκε επιθετικά στη διαδικασία.

Η εικόνα γύρω από τη δημόσια εγγραφή της ΔΕΗ ξεπέρασε τα όρια μιας συνηθισμένης κεφαλαιακής ενίσχυσης. Περισσότερο θύμιζε διεθνή μάχη θέσεων για συμμετοχή σε ένα νέο ενεργειακό και τεχνολογικό αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομήσει η επιχείρηση, παρά μία ακόμη αύξηση κεφαλαίου ελληνικής εισηγμένης.

Οι συνολικές προσφορές εκτιμάται ότι άγγιξαν τα 18 δισ. ευρώ — ένα μέγεθος χωρίς προηγούμενο για τα ελληνικά επιχειρηματικά δεδομένα. Η υπερκάλυψη ξεπέρασε τέσσερις φορές τον στόχο, επιβεβαιώνοντας ότι οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν πλέον τη ΔΕΗ ως έναν παραδοσιακό κρατικό οργανισμό ηλεκτρισμού, αλλά ως έναν υπό διαμόρφωση περιφερειακό παίκτη της νέας οικονομίας ενέργειας, data και τεχνητής νοημοσύνης.

Το βάρος δεν έπεσε μόνο στα ποσά. Έπεσε κυρίως στα ονόματα. Η BlackRock φέρεται να κατέθεσε προσφορές περίπου 600 εκατ. δολαρίων. Η Blackstone συμμετείχε με περίπου 300 εκατ. δολάρια, ενώ το Qatar Investment Authority εμφανίζεται να κινήθηκε κοντά στα 400 εκατ. δολάρια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε και η παρουσία εξειδικευμένων ενεργειακών hedge funds. Η Covalis Capital, με ισχυρή δραστηριότητα στα utilities, φέρεται να μπήκε στο βιβλίο με προσφορά περίπου 300 εκατ. ευρώ.

Και μέσα σε αυτό το διεθνές παιχνίδι ισχύος, σήμερα θα ξεκαθαρίσει και ο βαθμός συμμετοχής των ελληνικών κεφαλαίων. Θεσμικοί επενδυτές, επιχειρηματίες, εφοπλιστές αλλά και χιλιάδες μικρομέτοχοι περιμένουν να δουν πόσες μετοχές τελικά θα κατανεμηθούν στην εγχώρια αγορά.

Για τους Έλληνες επενδυτές αντιστοιχούσαν περίπου 13 εκατ. μετοχές — δηλαδή το 15% της έκδοσης. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι εγγραφές που κατατέθηκαν από την ελληνική πλευρά έφτασαν τα 55 εκατ. μετοχές ή περίπου 1,24 δισ. ευρώ.

Και ακριβώς εδώ αρχίζει η δύσκολη άσκηση. Το συνολικό ποσό που θα αντλήσει η επιχείρηση διαμορφώθηκε στα 4,25 δισ. ευρώ, με τιμή διάθεσης τα 18,63 ευρώ ανά μετοχή. Ωστόσο, μετά την αφαίρεση της συμμετοχής του Δημοσίου και της θέσης της CVC Capital Partners, το πραγματικά διαθέσιμο κομμάτι προς κατανομή περιορίζεται αισθητά.

Οι απαιτήσεις των μεγάλων ξένων χαρτοφυλακίων υπερβαίνουν κατά πολύ τον διαθέσιμο αριθμό μετοχών και αυτό σημαίνει ότι ακόμη και κορυφαίοι επενδυτές θα βρεθούν με αισθητά μικρότερες θέσεις από εκείνες που διεκδίκησαν. Οι πληροφορίες της αγοράς συγκλίνουν ότι περίπου το 85% των διαθέσιμων κεφαλαίων θα κατευθυνθεί τελικά προς ξένους επενδυτές, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για τα ελληνικά χαρτοφυλάκια.

Για τη ΔΕΗ, πάντως, η επόμενη ημέρα ξεκινά υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες. Από την ερχόμενη Τρίτη, με την εισαγωγή των νέων μετοχών, η κεφαλαιοποίηση της επιχείρησης αναμένεται να εκτοξευθεί στα 11,5 δισ. ευρώ, από περίπου 7,3 δισ. πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Το χρηματοδοτικό σκέλος θεωρείται πλέον κλειδωμένο. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, αρχίζει τώρα: η υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου των 24 δισ. ευρώ και η προσπάθεια μετατροπής της ΔΕΗ σε έναν ευρύτερο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Στην καρδιά αυτού του νέου αφηγήματος βρίσκεται το Giga AI Factory στην Κοζάνη. Πρόκειται για project αρχικής επένδυσης 1,2 δισ. ευρώ και ισχύος 300 MW, το οποίο φαίνεται ότι λειτούργησε ως βασικός καταλύτης για την προσέλκυση αμερικανικών κεφαλαίων.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η αγορά δεν επενδύει απλώς σε μία ελληνική εταιρεία ηλεκτρισμού. Επενδύει σε ένα σχέδιο μετάβασης: από τον λιγνίτη και το παλιό κρατικό μοντέλο, σε μια νέα οικονομία όπου η ενέργεια, τα data centers και η τεχνητή νοημοσύνη επιχειρούν να συνυπάρξουν στο ίδιο επιχειρηματικό αφήγημα.

Διαβάστε ακόμη