Σε έναν μαραθώνιο αγώνα που αναζητά νικητή στην τελική γραμμή εξελίσσεται η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα. Γαλλία και ΗΠΑ διαγκωνίζονται στην κούρσα των τεχνολογιών σε μία αγορά που επιχειρεί να ανοίξει στην χώρα μας. 

Η επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα είχε καλλιεργήσει προσδοκίες στην αγορά ότι θα μπορούσε να συνοδευτεί από μια πρώτη, έστω προκαταρκτική, συμφωνία Ελλάδας και ΗΠΑ για την πυρηνική ενέργεια, η οποία θα έδινε πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο στο αμερικανικό ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά. Οι προσδοκίες αυτές ενισχύθηκαν και από το γεγονός ότι η ενέργεια βρέθηκε ψηλά στην ατζέντα του 6ου Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ. Ωστόσο, στο κοινό ανακοινωθέν της 7ης Οκτωβρίου δεν περιλαμβάνεται ειδική αναφορά στην πυρηνική ενέργεια ή στις τεχνολογίες μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, με αποτέλεσμα, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, να μην υπάρξει η θεσμική κίνηση που περίμεναν ορισμένοι παράγοντες της αγοράς.

Το σημείο αναφοράς για την ελληνική πλευρά παραμένει η κίνηση που είχε προηγηθεί με τη Γαλλία τον περασμένο Απρίλιο. Στις 25 Απριλίου 2026, κατά την επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος και ο Γάλλος υπουργός Roland Lescure υπέγραψαν δήλωση προθέσεων για τη συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας. Η συμφωνία δεν αφορά την κατασκευή συγκεκριμένου πυρηνικού έργου, αλλά δημιουργεί ένα πρώτο θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας με έμφαση στην έρευνα και την καινοτομία, την πυρηνική ασφάλεια, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και εμπειρίας για τη διαμόρφωση του απαιτούμενου νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, καθώς και στην εκπαίδευση και ανάπτυξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

Την ίδια ώρα, στο εσωτερικό της ελληνικής αγοράς αρχίζουν να διαμορφώνονται δύο διακριτά «στρατόπεδα», με διαφορετικές τεχνολογικές αναφορές και διαύλους επικοινωνίας. Από τη μία πλευρά βρίσκονται εταιρείες που έχουν στρέψει το βλέμμα προς τις ΗΠΑ και βρίσκονται ήδη σε επαφές με αμερικανικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στις νέες πυρηνικές τεχνολογίες και κυρίως στους μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs). Το ενδιαφέρον αυτό ενισχύεται και από τα μηνύματα που εκπέμπονται από την Ουάσιγκτον για διεύρυνση της διεθνούς συνεργασίας στον τομέα της προηγμένης πυρηνικής τεχνολογίας, με την αμερικανική νομοθεσία να δίνει πλέον ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία με συμμάχους για την έρευνα, την αδειοδότηση και την ανάπτυξη προηγμένων αντιδραστήρων. Από την άλλη πλευρά έχει διαμορφωθεί ένας δεύτερος πόλος που κοιτάζει προς τη Γαλλία, η οποία έχει ήδη αποκτήσει ένα πρώτο θεσμικό προβάδισμα και σύμφωνα με πηγές υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την κυβέρνηση επί του πεδίου. 

Σε επίπεδο τεχνολογίας, οι δύο πλευρές εμφανίζονται με διαφορετικά πλεονεκτήματα. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα ευρύ οικοσύστημα εταιρειών που αναπτύσσουν μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες (SMRs), microreactors και προηγμένες τεχνολογίες νέας γενιάς, με αρκετά σχέδια να έχουν ήδη περάσει σε στάδιο αδειοδότησης, επίδειξης ή προετοιμασίας για εμπορική ανάπτυξη. Η αμερικανική προσέγγιση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων και στην ταυτόχρονη ανάπτυξη διαφορετικών τεχνολογικών λύσεων. Η Γαλλία, από την άλλη, διαθέτει ένα πιο συγκεντρωμένο και ώριμο πυρηνικό οικοσύστημα, με αιχμή την EDF και τη Framatome, μεγάλη εμπειρία στην κατασκευή και λειτουργία συμβατικών αντιδραστήρων και την τεχνολογία EPR και EPR2. Παράλληλα, επενδύει και στην επόμενη γενιά μικρότερων αντιδραστήρων, επιδιώκοντας να μεταφέρει τη μακρά τεχνογνωσία της και στο πεδίο των SMRs και των προηγμένων πυρηνικών εφαρμογών.

Η συζήτηση έχει ανοίξει και αγγίζει πλέον και ένα πιο φιλόδοξο όραμα, τη δυνατότητα η Ελλάδα να αποκτήσει βιομηχανική παρουσία στην εφοδιαστική αλυσίδα των πυρηνικών τεχνολογιών. Η ιδέα ενός «made in Greece» αποτυπώματος στον τομέα των SMRs, μέσω της συμμετοχής ελληνικών βιομηχανιών στην παραγωγή εξαρτημάτων, υποδομών ή ειδικών υλικών, αρχίζει να συζητείται πιο ανοιχτά, καθώς αρκετές επιχειρήσεις βλέπουν σε αυτόν τον τομέα μια νέα αγορά με σημαντικές προοπτικές. Ενεργειακές εταιρείες, τσιμεντοβιομηχανίες, ναυπηγεία έχουν πάρει θέση σε αυτόν τον νέο μαραθώνιο που φαίνεται πως θέλει να τρέξει η Ελλάδα.

H Αθήνα θα χρειαστεί «συμμάχους». Πληροφορίες θέλουν τις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν ήδη εντάξει την ελληνική αγορά στον ευρύτερο χάρτη των συνεργασιών που επιδιώκουν να αναπτύξουν στον τομέα των μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων. Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται να ενδιαφέρεται για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ανάπτυξη συνεργειών με την ελληνική βιομηχανία, σε μια προσπάθεια να συνδυαστεί η ώριμη τεχνολογική βάση των αμερικανικών εταιρειών με τις δυνατότητες που διαθέτει η εγχώρια παραγωγική βάση. Ο ρόλος των ΗΠΑ στο όλο εγχείρημα συνδέεται άρρηκτα και με το μεγάλο αγκάθι της χρηματοδότησης. Ήδη υπάρχουν οι πρώτες επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση για χρηματοδοτικές ενέσεις, στο πλαίσιο των μελετών.

Πάντως, άνθρωποι της αγοράς τονίζουν στο energygame.gr ότι η επιλογή τεχνολογίας στην πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί μια απόφαση που μπορεί εύκολα να ανατραπεί στην πορεία. Κάθε τεχνολογική λύση συνοδεύεται από διαφορετικές απαιτήσεις αδειοδότησης, πρότυπα ασφαλείας, εξειδικευμένη τεχνογνωσία, εκπαίδευση προσωπικού και συγκεκριμένη εφοδιαστική αλυσίδα. Όπως επισημαίνουν, από τη στιγμή που μια χώρα οργανώσει το ρυθμιστικό και τεχνικό της πλαίσιο γύρω από ένα συγκεκριμένο μοντέλο, ουσιαστικά «κλειδώνει» σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το οικοσύστημα, καθώς η μετάβαση αργότερα σε διαφορετική τεχνολογία θα απαιτούσε σημαντικό χρόνο, κόστος και νέα προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου.

Η Ελλάδα διαθέτει ήδη την Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας και βασικό πλαίσιο πυρηνικής ασφάλειας, όχι όμως ένα ολοκληρωμένο σύστημα αδειοδότησης προσαρμοσμένο στην κατασκευή και λειτουργία εμπορικών πυρηνικών μονάδων. Θα πρέπει επομένως να διαμορφωθούν οι κανόνες για ολόκληρο τον κύκλο ζωής μιας εγκατάστασης και, ταυτόχρονα, να ενισχυθεί σημαντικά η τεχνική και επιστημονική επάρκεια του ρυθμιστή. Και εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα η πρώτη επιλογή τεχνολογίας: από τη στιγμή που η χώρα αρχίσει να χτίζει κανονισμούς, διαδικασίες και τεχνογνωσία γύρω από ένα συγκεκριμένο μοντέλο αντιδραστήρα, δημιουργείται στην πράξη μια διαδρομή από την οποία η μετακίνηση σε ένα εντελώς διαφορετικό τεχνολογικό οικοσύστημα γίνεται πολύ πιο σύνθετη και δαπανηρή.

«Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά παραμένουν ακόμη αρκετά μακριά από το στάδιο της υλοποίησης, καθώς πριν από οποιαδήποτε επιλογή τεχνολογίας ή επενδυτική απόφαση η Ελλάδα θα πρέπει πρώτα να διαμορφώσει το αναγκαίο θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, να ενισχύσει τις αρμόδιες αρχές, να καθορίσει σαφείς διαδικασίες αδειοδότησης και εποπτείας και να χτίσει την απαιτούμενη τεχνική και επιστημονική επάρκεια για την ασφαλή ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας», σχολιάζουν άνθρωποι της αγοράς.

Η Γενική Διευθύντρια και Εκτελεστική Αντιπρόεδρος της SETEC, Anne-Marie Choho, εστίασε σε τοποθέτησή της σε συνέδριο στην Αθήνα προ ολίγων ημερών στο γιατί οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMR) θα μπορούσαν να αποτελέσουν πιο κατάλληλη επιλογή για μια χώρα όπως η Ελλάδα σε σύγκριση με έναν μεγάλο πυρηνικό αντιδραστήρα. Όπως εξήγησε, το σχετικά περιορισμένο μέγεθος του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος καθιστά ευκολότερη την ενσωμάτωση μονάδων μικρότερης ισχύος, καθώς σε περίπτωση προγραμματισμένης συντήρησης η απώλεια παραγωγής που πρέπει να καλυφθεί από το υπόλοιπο σύστημα είναι σαφώς μικρότερη. Ενδεικτικά ανέφερε ότι ένας μεγάλος αντιδραστήρας θα μπορούσε να αντιστοιχεί περίπου στο 6% της δυναμικότητας του ελληνικού δικτύου, ενώ οι SMR θα είχαν πολύ μικρότερο αποτύπωμα. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η πυρηνική παραγωγή μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι άνεμος, προσφέροντας σταθερή ισχύ και λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τις μεταβλητές ΑΠΕ. Η Choho προειδοποίησε, ωστόσο, ότι για μια χώρα που σήμερα δεν διαθέτει πυρηνική ενέργεια η είσοδος στον κλάδο προϋποθέτει την υπέρβαση σημαντικών εμποδίων, από τη δημιουργία του κατάλληλου ρυθμιστικού και θεσμικού πλαισίου και των δομών πυρηνικής ασφάλειας, έως ζητήματα καυσίμου και ευρύτερης οργάνωσης του πυρηνικού οικοσυστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτίμησε ότι οι SMR μπορούν να αποτελέσουν μια πιο σταδιακή οδό εισόδου, καθώς απαιτούν μικρότερη αρχική επένδυση από τους μεγάλους αντιδραστήρες, οι οποίοι συνεπάγονται πολύ μεγαλύτερα κεφάλαια.

Η Choho σημείωσε, ωστόσο, ότι η είσοδος μιας χώρας χωρίς πυρηνική εμπειρία απαιτεί ισχυρό ρυθμιστικό και θεσμικό πλαίσιο, δομές ασφάλειας, εξασφάλιση καυσίμου και συνολική οργάνωση του πυρηνικού οικοσυστήματος. Οι SMRs, όπως ανέφερε, μπορούν να προσφέρουν μια πιο σταδιακή είσοδο, με χαμηλότερη αρχική επένδυση σε σχέση με έναν μεγάλο αντιδραστήρα. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην κοινωνική αποδοχή, τονίζοντας ότι η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα από διαφάνεια, συνεχή ενημέρωση και ισχυρές ανεξάρτητες αρχές ασφαλείας.

Το παράδειγμα της Τουρκίας και τα πολλά πυρηνικά ταμπλό

Σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο βρίσκεται η Τουρκία, η οποία επιχειρεί να κρατήσει ταυτόχρονα ανοιχτές πολλές και διαφορετικές τεχνολογικές επιλογές. Όπως επισημαίνει το Forbes, η Άγκυρα συνομιλεί παράλληλα με τέσσερα διαφορετικά πυρηνικά «οικοσυστήματα»: τη Ρωσία μέσω του Akkuyu και της Rosatom, τη Νότια Κορέα με την KEPCO, τη Γαλλία με την EDF και την τεχνολογία Nuward, αλλά και τον Καναδά μέσω της Candu Energy.

Δεν πρόκειται απλώς για διαφορετικούς προμηθευτές, αλλά για διαφορετικές τεχνολογικές φιλοσοφίες, με ξεχωριστά πρότυπα ασφαλείας, καύσιμα, απαιτήσεις αδειοδότησης και αλυσίδες εφοδιασμού. Η τακτική αυτή δίνει στην Άγκυρα ισχυρή διαπραγματευτική θέση, καθώς μπορεί να πιέσει για καλύτερες τιμές, χρηματοδότηση, μεταφορά τεχνογνωσίας και μεγαλύτερη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτησή της από το ρωσικό μοντέλο του Akkuyu.

Ωστόσο, το πλεονέκτημα της διαφοροποίησης συνοδεύεται και από σημαντικό κόστος πολυπλοκότητας. Όπως σημειώνει το Forbes, η ταυτόχρονη ανάπτυξη διαφορετικών και τεχνολογικά ασύμβατων συστημάτων αυξάνει σημαντικά τις απαιτήσεις για τη ρυθμιστική αρχή, την εκπαίδευση προσωπικού, τη συντήρηση και την εποπτεία. Το στοίχημα για την Τουρκία είναι επομένως διπλό: να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των προμηθευτών χωρίς να δημιουργήσει ένα πυρηνικό σύστημα υπερβολικά σύνθετο για να αδειοδοτηθεί και να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Έξι ανεξάρτητα μέλη στην διυπουργική Επιτροπή

Και η Ελλάδα με πιο αργό ρυθμό προχωρά βέβαια τις πρώτες ζυμώσεις. Ωστόσο, πηγές που συνομίλησαν με το energygame.gr επισημαίνουν ότι οι εσωτερικές διεργασίες δεν προχωρούν με τον ρυθμό που αρχικά αναμενόταν. Την ίδια ώρα, οι πληροφορίες θέλουν τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο να συγκροτεί σταδιακά την ομάδα που θα στελεχώσει τη διυπουργική επιτροπή για την πυρηνική ενέργεια.

Η προσπάθεια συγκρότησης της τεχνικής ομάδας, πάντως, φαίνεται μέχρι στιγμής να υπολείπεται των απαιτήσεων και της σοβαρότητας του εγχειρήματος, με πηγές της αγοράς να επισημαίνουν ότι η στελέχωσή της δεν έχει ακόμη το εύρος και το βάθος που θα απαιτούσε μια τόσο σύνθετη συζήτηση. Παράλληλα, τη διυπουργική επιτροπή αναμένεται να πλαισιώσουν έξι ανεξάρτητα μέλη με συμβουλευτικό ρόλο. Μεταξύ των φορέων και επιχειρήσεων που, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν προσεγγιστεί από το ΥΠΕΝ για να συνεισφέρουν σε αυτό το επίπεδο βρίσκονται ο ΑΔΜΗΕ, η ΔΕΗ, ο ΣΕΒ και Ελληνικά Ναυπηγεία. Οι πληροφορίες θέλουν το πρώτο ουσιαστικό οργανωτικό βήμα να γίνεται μέσα στον Οκτώβριο, με την πραγματοποίηση της πρώτης επίσημης συνάντησης της ομάδας που θα αναλάβει να τρέξει την προπαρασκευαστική δουλειά για την πυρηνική ενέργεια.

Η Διυπουργική έχει μπροστά της ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο δουλειάς. Στους επόμενους 24 μήνες καλείται να εξετάσει συνολικά 19 πεδία πυρηνικής υποδομής, από το νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο και την πυρηνική ασφάλεια έως τη χρηματοδότηση, την ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, τη διαχείριση αποβλήτων, την ετοιμότητα των αρμόδιων κρατικών φορέων και τη δυνατότητα ένταξης μιας πυρηνικής μονάδας στο ηλεκτρικό σύστημα. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας θα πρέπει να κατατεθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο τελική εισήγηση για το εάν η χώρα θα πρέπει να περάσει στην επόμενη φάση και να προχωρήσει σε οργανωμένη προετοιμασία πυρηνικού προγράμματος.

Τι ζητάει η αγορά

Στελέχη που παρακολουθούν τις διεργασίες επισημαίνουν στο energygame.gr ότι η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στην αρχή μιας μακράς διαδρομής και θα πρέπει πρώτα να καλύψει πέντε βασικά κενά.

  • Πολιτική και κοινωνική αποδοχή: Απαιτείται σαφής πολιτική απόφαση και ευρύτερη κοινωνική συναίνεση για μια επένδυση τόσο μεγάλης διάρκειας και ευαισθησίας.
  • Ενεργειακός σχεδιασμός: Η πυρηνική ενέργεια θα πρέπει να ενταχθεί ουσιαστικά στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό και να αποσαφηνιστεί ο ρόλος της στο μελλοντικό μείγμα.
  • Ρυθμιστικό πλαίσιο: Χρειάζεται ολοκληρωμένο σύστημα αδειοδότησης και εποπτείας, καθώς και σημαντική ενίσχυση των αρμόδιων αρχών.
  • Χρηματοδότηση: Τα έργα SMR απαιτούν μεγάλα κεφάλαια και μακροχρόνια χρηματοδοτικά σχήματα, με το μοντέλο στήριξης να παραμένει κρίσιμη εξίσωση.
  • Ανθρώπινο δυναμικό: Απαιτείται η δημιουργία ισχυρής δεξαμενής εξειδικευμένων μηχανικών, επιστημόνων, τεχνικών και ρυθμιστικών στελεχών.

Ο χρόνος, πάντως, αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για την ελληνική πλευρά. Η αγορά των SMRs περνά σταδιακά από τις εξαγγελίες και τα μνημόνια συνεργασίας σε πιο χειροπιαστές δεσμεύσεις: στον Καναδά βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η κατασκευή του πρώτου BWRX-300 στο Darlington, στην Πολωνία έχει υπογραφεί συμφωνία για την ανάπτυξη του σχεδιασμού της ίδιας τεχνολογίας, ενώ στη Βρετανία το πρόγραμμα των Rolls-Royce SMRs έχει ήδη κινητοποιήσει συμβάσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών στην εφοδιαστική αλυσίδα. Την ίδια ώρα, η EDF αναζητεί ευρωπαίους εταίρους και μελλοντικούς πελάτες για το Nuward, καθώς επιχειρεί να περάσει τη γαλλική τεχνολογία στην επόμενη φάση εμπορικής ανάπτυξης.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει απεριόριστο χρόνο για να οργανώσει τη θέση της. «Όσο περισσότερα έργα περνούν σε σχεδιασμό, αδειοδότηση και κατασκευή, τόσο αρχίζουν να διαμορφώνονται οι πρώτες αλυσίδες προμηθευτών, να κλείνονται βιομηχανικές συνεργασίες και να αποκτούν προβάδισμα οι χώρες που συμμετέχουν από νωρίς στην ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών. Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι να ληφθεί βιαστικά απόφαση για συγκεκριμένο αντιδραστήρα, αλλά να μη βρεθεί η Ελλάδα εκτός της συζήτησης σε μια περίοδο κατά την οποία οι πρώτες θέσεις στην ευρωπαϊκή πυρηνική αγορά αρχίζουν ήδη να μοιράζονται», σχολιάζουν πηγές.

Διαβάστε ακόμη