Την ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να «αναζητά τα πατήματά της» ως προς τη μαζική ένταξη μπαταριών στο ηλεκτρικό σύστημα, η Βουλγαρία έχει ήδη προχωρήσει αρκετά βήματα μπροστά, βλέποντας τα πρώτα αποτελέσματα στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Μέσω της σύζευξης των δύο αγορών ηλεκτρισμού, μέρος αυτής της επίδρασης περνά και στην Ελλάδα, παρότι η υπεραξία δημιουργείται από επενδύσεις που έχουν γίνει στη Βουλγαρία και όχι στην Ελλάδα.
Το χάσμα Ελλάδας και Βουλγαρίας στις μπαταρίες
Στην «αντίστιξη» των δυο χωρών όσον αφορά στην αποθήκευση ενέργειας αναφέρθηκε ο Παντελής Μπίσκας, καθηγητής του ΑΠΘ και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), μιλώντας σε πρόσφατη εκδήλωση του Ινστιτούτου.
Όπως ανέφερε, στη Βουλγαρία έχουν ήδη εγκατασταθεί περίπου 6 GW μπαταριών με συνολική χωρητικότητα 18 GWh, μέγεθος επαρκές ώστε να επηρεάζει τη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού στη χώρα μας.
Η σύγκριση των τιμών πέρυσι και φέτος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας δείχνει, σύμφωνα με τον ίδιο, διαφορετικό ημερήσιο προφίλ: οι τιμές το μεσημέρι παραμένουν περίπου στα ίδια επίπεδα, ενώ τις βραδινές ώρες έχουν υποχωρήσει αισθητά.
«Αυτή η τάση, λόγω της σύζευξης της αγοράς ηλεκτρισμού μας με αυτή της Βουλγαρίας , περνάει και σε εμάς. Άρα, εμμέσως ωφελούμαστε από το γεγονός ότι οι γείτονες έτρεξαν πιο γρήγορα από εμάς», υπογράμμισε ο κ. Μπίσκας.
Η ανάπτυξη της αποθήκευσης περνά από τις αποφάσεις της Πολιτείας
Κατά τον ίδιο, το βασικό ζήτημα στην ελληνική αγορά δεν είναι η έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος, αλλά το γεγονός ότι η ταχύτητα διείσδυσης των μπαταριών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο η Πολιτεία κατανέμει τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο.
«Η διείσδυση των μπαταριών είναι καθαρά πολιτικό θέμα στην Ελλάδα», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι ουσιαστικά το κράτος αποφασίζει πόση νέα ισχύς αποθήκευσης θα αποκτήσει πρόσβαση στο σύστημα και με ποια σειρά.
Επενδυτικό ενδιαφέρον υπάρχει εδώ και χρόνια. Από το 2021 άρχισαν να κατατίθενται στον ΑΔΜΗΕ αιτήματα για όρους σύνδεσης έργων αποθήκευσης, τα οποία στη συνέχεια έφθασαν σε δεκάδες GW. Αντίστοιχα, όταν ο ΔΕΔΔΗΕ άνοιξε το σχετικό πρωτόκολλο τον Δεκέμβριο του 2024, μέσα σε περίπου έξι μήνες υποβλήθηκαν αιτήσεις για μπαταρίες που σώρευαν ισχύ της τάξης των 2 GW.
Ωστόσο, αντί τα έργα να εξετάζονται σταδιακά με βάση τον διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο, αυτό που συνέβη ήταν ότι μεγάλος αριθμός αιτήσεων παρέμεινε σε αναμονή μέχρι να διαμορφωθεί το πλαίσιο ιεράρχησης των αιτήσεων.
Η υπουργική απόφαση του Μαρτίου 2025 καθόρισε τα κριτήρια κατανομής του ηλεκτρικού χώρου, τα οποία ειδικά για τα έργα που συνδέονται στον ΑΔΜΗΕ δεν ακολουθούν απαραιτήτως τη χρονική σειρά κατάθεσης των αιτήσεων.
Κατά τον κ. Μπίσκα, αυτή η προσέγγιση έχει δύο πλευρές. Από τη μία, επενδυτές που έχουν καταθέσει αιτήματα εδώ και αρκετά χρόνια εξακολουθούν να μην γνωρίζουν εάν και πότε θα λάβουν όρους σύνδεσης. Από την άλλη, η ελεγχόμενη είσοδος νέας ισχύος μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο υπερβολικού ανταγωνισμού μεταξύ των μονάδων αποθήκευσης.
Ο φόβος του «κανιβαλισμού» των εσόδων
«Η θετική πλευρά είναι ότι επειδή ορίζει η Πολιτεία τη διείσδυση, δεν θα γίνει κανιβαλισμός ή θα γίνει ενδεχομένως μικρότερος κανιβαλισμός », εξήγησε, καθώς όσο περισσότερες μπαταρίες εισέρχονται στην αγορά, τόσο περισσότερο περιορίζουν οι ίδιες τις διαφορές μεταξύ φθηνών και ακριβών ωρών από τις οποίες αντλούν τα έσοδά τους. Αγοράζοντας μαζικά στις ώρες χαμηλών τιμών τις ανεβάζουν και πουλώντας στις ώρες αιχμής τις πιέζουν προς τα κάτω, συρρικνώνοντας το περιθώριο κέρδους τους.
Η λογική είναι ότι, εφόσον η νέα αποθηκευτική ισχύς προστίθεται σταδιακά, μπορεί να αξιολογείται κάθε φορά κατά πόσο οι μονάδες που ήδη λειτουργούν εξακολουθούν να έχουν ικανοποιητικές οικονομικές αποδόσεις.
Ο καθηγητής του ΑΠΘ «φώτισε» πάντως και την άλλη πλευρά του νομίσματος: «Το πρόβλημα βιωσιμότητας δεν θα έπρεπε να το ορίζει ο υπουργός. Θα έπρεπε να το ορίζει ο ίδιος ο επενδυτής», υποστήριξε. Υπό αυτό το πρίσμα, ο κάθε επενδυτής θα πρέπει να εκτιμά μόνος του τις συνθήκες της αγοράς και να αποφασίζει εάν είναι διατεθειμένος να αναλάβει τον κίνδυνο μιας επένδυσης σε ένα περιβάλλον όπου δραστηριοποιούνται ήδη πολλές μονάδες αποθήκευσης.
«Ευλογία» οι μπαταρίες για το σύστημα ηλεκτρισμού της Ελλάδας
Σε κάθε περίπτωση, ο κ. Μπίσκας χαρακτήρισε τις μπαταρίες «ευλογία» για το ηλεκτρικό σύστημα. Εκτός από τη συμβολή τους στη διαχείριση συμφόρησης και τάσης, επιτρέπουν τη μεταφορά της πλεονάζουσας μεσημεριανής παραγωγής των ΑΠΕ προς τις ώρες υψηλότερης ζήτησης, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά υποχωρεί.
Η αξία της αποθήκευσης γίνεται ακόμη πιο εμφανής κατά τους χειμερινούς μήνες. Όπως εξήγησε ο κ. Μπίσκας, η δυνατότητα αποθήκευσης φθηνότερης ενέργειας τις ώρες μεγάλης παραγωγής και επανέγχυσής της στο σύστημα το απόγευμα και το βράδυ μπορεί να περιορίσει αισθητά τις ακραίες τιμές που εμφανίζονται όταν αυξάνεται η ζήτηση.
«Αντί να έχουμε 300-400 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το απόγευμα –τον Ιανουάριο θα φτάσει τα 500 ευρώ τη Μεγαβατώρα– με τις μπαταρίες θα είχαμε φθηνότερες τιμές», ανέφερε.
Πρόκειται για το βασικό όφελος του arbitrage: οι μπαταρίες φορτίζουν όταν η ενέργεια είναι άφθονη και φθηνή και εκφορτίζουν όταν η ζήτηση και οι τιμές ανεβαίνουν. Με τον τρόπο αυτό περιορίζονται οι μεγάλες διακυμάνσεις και εξομαλύνεται η ημερήσια καμπύλη των τιμών.
Η εικόνα στην Αγορά Εξισορρόπησης
Το όφελος όμως δεν σταματά εκεί. Κατά τον κ. Μπίσκα, ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική αγορά μπορεί να έχει η συμβολή των μπαταριών στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στην Αγορά Εξισορρόπησης.
Σήμερα ο αριθμός των συμμετεχόντων παραμένει περιορισμένος, γεγονός που, κατά τον ίδιο, συμβάλλει στη διατήρηση υψηλού κόστους τόσο στις υπηρεσίες εφεδρείας όσο και στην ενέργεια εξισορρόπησης.
«Αυτή τη στιγμή παίζουν τέσσερις παίκτες στην Αγορά Εξισορρόπησης», σημείωσε, εκτιμώντας ότι το σχετικό κόστος που επιβαρύνει τους καταναλωτές βρίσκεται περίπου στα 20-25 ευρώ/MWh.Σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, όπως ανέφερε, οι αντίστοιχες επιβαρύνσεις κινούνται συχνά στα 5-7 ευρώ/MWh, ενώ ακόμη και σε ακριβότερες περιπτώσεις διαμορφώνονται γύρω στα 10 ευρώ/MWh.
Η μαζικότερη παρουσία των μπαταριών θα μπορούσε να μεταβάλει την εικόνα, καθώς πρόκειται για ιδιαίτερα ευέλικτες μονάδες που μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες εξισορρόπησης και να αυξήσουν αισθητά τον αριθμό των συμμετεχόντων. «Αν εγώ σαν καταναλωτής, αντί για 20 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, πληρώνω 10 για τους Λογαριασμούς Προσαυξήσεων, τότε θα είμαι ευχαριστημένος. Συν το arbitrage, υπάρχει ένα σταθερό όφελος», σημείωσε.
Γιατί δεν φταίει η έλλειψη ευελιξίας
Ο κ. Μπίσκας απέρριψε παράλληλα την άποψη ότι το υψηλό κόστος εξισορρόπησης οφείλεται στην ανεπαρκή ευελιξία του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος.
Όπως εξήγησε, η παρουσία μονάδων φυσικού αερίου και υδροηλεκτρικών προσφέρει ήδη σημαντικό βαθμό ευελιξίας. Μάλιστα, πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΑΔΜΗΕ έδειξε ότι τα ελλείμματα ευελιξίας είναι από πολύ μικρά έως μηδενικά. Κατά συνέπεια, το ζήτημα μετατοπίζεται περισσότερο στη δομή της αγοράς και στον βαθμό ανταγωνισμού μεταξύ των συμμετεχόντων.
«Όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό»
Αλλαγές στον σχεδιασμό της Αγοράς Εξισορρόπησης μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία της, όμως, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΑΠΘ, η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται τελικά από το πόσοι παίκτες συμμετέχουν και ανταγωνίζονται μεταξύ τους.
«Αν έχεις τέσσερις παίκτες, το αποτέλεσμα είναι μικρό. Αν όμως έχεις δέκα παίκτες, με τις μπαταρίες και άλλους, το αποτέλεσμα είναι πολύ σημαντικό», ανέφερε. Για τον ίδιο, ρυθμιστικό πλαίσιο και δομή αγοράς είναι άμεσα συνδεδεμένα, όμως ο κοινός παρονομαστής παραμένει ένας: «Όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό».
Το παράδειγμα της Βουλγαρίας δείχνει ήδη στην πράξη τι μπορεί να συμβεί όταν η αποθήκευση αποκτήσει επαρκή κλίμακα. Μέσω του market coupling, η ελληνική αγορά απολαμβάνει σήμερα μέρος της αποκλιμάκωσης που προκαλεί η λειτουργία των βουλγαρικών μπαταριών. Το ζητούμενο, όμως, είναι η ίδια επίδραση να αρχίσει να δημιουργείται από επενδύσεις εντός της χώρας. Όπως το έθεσε ο κ. Μπίσκας, «αυτό το όφελος θα μπορούσε να το παίρνει ο Έλληνας παραγωγός και όχι ο Βούλγαρος παραγωγός».
Διαβάστε ακόμα
