Νέα κινητικότητα καταγράφεται στην έρευνα υδρογονανθράκων στις ελληνικές θάλασσες, καθώς δύο διαφορετικές σεισμικές καμπάνιες προετοιμάζονται για τους επόμενους μήνες. Από τη μία πλευρά, Chevron και Helleniq Energy προχωρούν τον σχεδιασμό για τα τέσσερα νέα θαλάσσια οικόπεδα στα οποία έχουν αναλάβει ερευνητική δραστηριότητα και, από την άλλη, η ΕΔΕΥΕΠ επιχειρεί να αποκτήσει νέα σεισμικά δεδομένα σε ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας.
Κοινός παρονομαστής είναι το 2027, καθώς τότε αναμένεται να αρχίσει η κύρια φάση πρόσκτησης νέων δεδομένων. Ωστόσο, οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετική αφετηρία και διαφορετικό προορισμό. Η κοινοπραξία Chevron – Helleniq Energy επικεντρώνεται στην ωρίμανση συγκεκριμένων παραχωρήσεων, ενώ η ΕΔΕΥΕΠ επιδιώκει να εμπλουτίσει τη διαθέσιμη γεωλογική πληροφορία της χώρας, δημιουργώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για την προσέλκυση νέων επενδυτών στον ελληνικό upstream.
Με «οδηγό» Chevron και Helleniq Energy
Στην περίπτωση των τεσσάρων νέων παραχωρήσεων, οι προετοιμασίες έχουν ήδη προχωρήσει. Όπως έχει αναφέρει ο διευθύνων σύμβουλος της Helleniq Energy, Ανδρέας Σιάμισιης, οι πάροχοι που θα αναλάβουν τις σεισμικές εργασίες έχουν επιλεγεί, με τον χρονικό προγραμματισμό να τοποθετεί την έναρξη των ερευνών προς το τέλος του 2026 ή στις αρχές του 2027.
Οι εργασίες αφορούν το Block A2, τη Νότια Πελοπόννησο και τα δύο οικόπεδα Νότια Κρήτη 1 και Νότια Κρήτη 2. Η απόκτηση νέων σεισμικών δεδομένων αποτελεί ένα από τα πρώτα ουσιαστικά τεχνικά βήματα της ερευνητικής διαδικασίας, καθώς θα επιτρέψει την καλύτερη αποτύπωση του υπεδάφους και την αξιολόγηση γεωλογικών σχηματισμών που ενδέχεται να παρουσιάζουν ερευνητικό ενδιαφέρον.
Σε αυτή τη φάση, βεβαίως, δεν τίθεται ζήτημα επιβεβαιωμένου κοιτάσματος. Οι σεισμικές έρευνες προηγούνται μιας ενδεχόμενης ερευνητικής γεώτρησης και χρησιμοποιούνται ώστε οι εταιρείες να περιορίσουν την αβεβαιότητα και να αποφασίσουν σε ποιες δομές αξίζει να επικεντρώσουν τα επόμενα και σαφώς ακριβότερα στάδια του προγράμματός τους.
Γιατί η κοινοπραξία κινείται ανεξάρτητα
Η επιλογή των δύο εταιρειών να οργανώσουν τη δική τους σεισμική καμπάνια αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον επειδή την ίδια περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη και ο διαγωνισμός της ΕΔΕΥΕΠ για νέα δεδομένα στη Δυτική Ελλάδα.
Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εφόσον υπήρχε η απαραίτητη συναίνεση των εταιρειών που κατέχουν τις παραχωρήσεις, ένας ανάδοχος σεισμικών εργασιών θα μπορούσε να πραγματοποιήσει μετρήσεις και σε περιοχές όπου υφίστανται ενεργά δικαιώματα έρευνας.
Chevron και Helleniq Energy, ωστόσο, δεν συνδέουν το δικό τους πρόγραμμα με την ολοκλήρωση της διαγωνιστικής διαδικασίας της ΕΔΕΥΕΠ. Το βασικό ζήτημα είναι το χρονοδιάγραμμα, καθώς για τις θαλάσσιες σεισμικές εργασίες υπάρχει συγκεκριμένο διαθέσιμο χρονικό παράθυρο πριν τεθούν σε εφαρμογή οι αυξημένοι περιορισμοί που συνδέονται με την προστασία των κητωδών την άνοιξη.
Από τα τέλη Μαρτίου και τις αρχές Απριλίου, η δυνατότητα πραγματοποίησης τέτοιων εργασιών περιορίζεται σημαντικά. Επομένως, μία καθυστέρηση μερικών μηνών στην έναρξη της καμπάνιας θα μπορούσε να οδηγήσει στην απώλεια της διαθέσιμης περιόδου και να μεταθέσει την πρόσκτηση νέων δεδομένων αρκετά αργότερα.
Για την κοινοπραξία αυτό θα σήμαινε ότι σημαντικό τμήμα του πρώτου έτους της αρχικής ερευνητικής περιόδου θα περνούσε χωρίς νέα σεισμικά στοιχεία. Η επιλογή ανεξάρτητου προγραμματισμού επιτρέπει επομένως στις δύο εταιρείες να διατηρήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στους χρόνους υλοποίησης των υποχρεώσεών τους.
Στο ίδιο ερευνητικό κάδρο και το Block 10
Στην ευρύτερη εικόνα εντάσσεται και το Block 10 στον Κυπαρισσιακό Κόλπο, όπου η Chevron έχει συμφωνήσει να αποκτήσει ποσοστό 70%.
Η παρουσία της αμερικανικής εταιρείας τόσο στο Block 10 όσο και στις νέες περιοχές δυτικά και νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης επιτρέπει την αξιολόγηση των διαφορετικών παραχωρήσεων μέσα από ένα ευρύτερο γεωλογικό πρίσμα. Τα νέα σεισμικά δεδομένα μπορούν να συσχετιστούν με πληροφορίες από γειτονικές περιοχές, ενισχύοντας την εικόνα για τις γεωλογικές λεκάνες της Δυτικής και Νότιας Ελλάδας.
Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στα πρώτα στάδια της έρευνας, όταν οι εταιρείες επιχειρούν να διακρίνουν ποιοι σχηματισμοί δικαιολογούν περαιτέρω επενδύσεις και ποιοι μπορούν να αποκλειστούν πριν προχωρήσουν σε πολυδάπανες γεωτρήσεις.
Αγώνας χρόνου για τον διαγωνισμό της ΕΔΕΥΕΠ
Ξεχωριστή είναι η διαδικασία που έχει ανοίξει η ΕΔΕΥΕΠ για την απόκτηση νέων σεισμικών δεδομένων στη Δυτική Ελλάδα. Η προθεσμία για την υποβολή προσφορών εκπνέει στις 9 Νοεμβρίου, με τον σχεδιασμό να προβλέπει την επιλογή αναδόχου όσο το δυνατόν νωρίτερα ώστε οι εργασίες να μπορέσουν να ξεκινήσουν στις αρχές του 2027.
Το περιθώριο, πάντως, παραμένει περιορισμένο. Μετά το κλείσιμο του διαγωνισμού θα ακολουθήσει η αξιολόγηση των προσφορών, διαδικασία η διάρκεια της οποίας θα εξαρτηθεί μεταξύ άλλων και από τον αριθμό των ενδιαφερομένων. Θα ακολουθήσουν η επιλογή του αναδόχου, οι προβλεπόμενοι έλεγχοι της σύμβασης και η υπογραφή της.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ολοκλήρωση της ανάθεσης μέσα στον Ιανουάριο συνιστά το ταχύτερο σενάριο. Όσο περισσότερο μετακινείται προς τα πίσω η υπογραφή, τόσο στενεύει και το διάστημα μέσα στο οποίο θα μπορούν να πραγματοποιηθούν οι θαλάσσιες εργασίες πριν από την άνοιξη.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εάν ο διαγωνισμός κινηθεί χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις, ενδέχεται στην πρώτη περίοδο να πραγματοποιηθεί έρευνα μόνο σε μέρος της έκτασης που θα έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα. Σε περίπτωση μεγαλύτερης χρονικής μετατόπισης, μέρος ή ακόμη και το σύνολο της καμπάνιας θα μπορούσε να μεταφερθεί στην επόμενη κατάλληλη περίοδο εργασιών.
Νέα «δεξαμενή» δεδομένων για επόμενες επενδύσεις
Το πρόγραμμα της ΕΔΕΥΕΠ έχει διαφορετική στόχευση από τις σεισμικές έρευνες στις υφιστάμενες παραχωρήσεις. Η επιδίωξη είναι η δημιουργία σύγχρονου αποθέματος 2D και 3D σεισμικών δεδομένων, το οποίο δεν θα συνδέεται αποκλειστικά με έναν μισθωτή αλλά θα μπορεί να αξιοποιείται από περισσότερους ενδιαφερόμενους.
Η σημερινή δημόσια βάση στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στα δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τις έρευνες του 2012-2013. Έπειτα από περισσότερο από μία δεκαετία, η νέα τεχνολογία επιτρέπει ακριβέστερη απεικόνιση του υπεδάφους και καλύτερη επεξεργασία των γεωλογικών δομών.
Για την πολιτεία, η επικαιροποίηση αυτής της εικόνας έχει διπλή αξία. Αφενός ενισχύει τη γνώση γύρω από το πραγματικό ερευνητικό δυναμικό των ελληνικών θαλάσσιων περιοχών. Αφετέρου μπορεί να αποτελέσει εργαλείο προσέλκυσης εταιρειών που σήμερα δεν διαθέτουν παρουσία στην Ελλάδα.
Η ύπαρξη διαθέσιμων σύγχρονων σεισμικών δεδομένων επιτρέπει σε έναν νέο επενδυτή να αξιολογήσει μία περιοχή πριν αναλάβει το κόστος ενός αυτοτελούς ερευνητικού προγράμματος. Το πλεονέκτημα είναι ακόμη μεγαλύτερο για μεσαίου μεγέθους εταιρείες, οι οποίες δεν διαθέτουν την οικονομική επιφάνεια διεθνών ομίλων όπως η Chevron ή η ExxonMobil για να αναλάβουν από την αρχή μεγάλης κλίμακας επενδύσεις με υψηλό γεωλογικό ρίσκο.
Με αυτόν τον τρόπο, η νέα σεισμική βάση μπορεί να αποτελέσει προπαρασκευαστικό βήμα και για επόμενες παραχωρήσεις, διευρύνοντας τη δεξαμενή δυνητικών ενδιαφερομένων για την ελληνική αγορά υδρογονανθράκων. Παράλληλα, η κάλυψη μεγαλύτερης θαλάσσιας έκτασης στο πλαίσιο ενός ενιαίου προγράμματος δημιουργεί οικονομίες κλίμακας, ενώ το κόστος της πρόσκτησης μπορεί να ανακτηθεί μέσω της εμπορικής διάθεσης των δεδομένων σε εταιρείες που θα θελήσουν να τα αξιολογήσουν.
Οι επόμενοι μήνες αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα για τον ελληνικό upstream: οι νέες παραχωρήσεις περνούν σταδιακά από το θεσμικό στο καθαρά ερευνητικό στάδιο, την ώρα που το Δημόσιο επιχειρεί να δημιουργήσει τα δεδομένα πάνω στα οποία θα μπορούσε να στηριχθεί η επόμενη φάση επενδυτικού ενδιαφέροντος στις ελληνικές θάλασσες.
Διαβάστε ακόμη
