Μια διαφορετική πλευρά της ενεργειακής κρίσης αρχίζει να εμφανίζεται σε χώρες όπου τα δυναμικά τιμολόγια, οι οικιακές μπαταρίες και τα φωτοβολταϊκά έχουν προχωρήσει αρκετά: αντί τα νοικοκυριά να πληρώνουν απλώς τον λογαριασμό του ρεύματος, ορισμένα καταφέρνουν πλέον να κερδίζουν χρήματα εκμεταλλευόμενα τις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών μέσα στην ημέρα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg.
Η λογική θυμίζει, σε μικρογραφία, αυτό που εδώ και χρόνια κάνουν οι επαγγελματίες traders στις αγορές ενέργειας. Το νοικοκυριό αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια όταν είναι φθηνή, τη φυλάσσει στην μπαταρία του και την πουλά ξανά στο δίκτυο όταν η τιμή ανεβαίνει. Εάν διαθέτει και φωτοβολταϊκά, μέρος της ενέργειας που αποθηκεύεται μπορεί να έχει παραχθεί απευθείας στη στέγη του.
Το μοντέλο αυτό κερδίζει έδαφος κυρίως στη Βρετανία και την Αυστραλία, αλλά και σε άλλες αγορές όπου τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας μεταβάλλονται μέσα στην ημέρα και οι καταναλωτές μπορούν να αμείβονται για την ενέργεια που διοχετεύουν πίσω στο σύστημα.
Αγόρασε φθηνά, πούλησε όταν ανέβηκε η τιμή
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 34χρονου Andrew Austin στο Shropshire της Αγγλίας. Στις 24 Ιουνίου, καθώς η θερμοκρασία στο Λονδίνο ξεπέρασε τους 34 βαθμούς Κελσίου, η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξήθηκε σημαντικά λόγω των κλιματιστικών.
Το πιο κρίσιμο σημείο ήρθε το απόγευμα. Καθώς έπεφτε ο ήλιος, η παραγωγή των φωτοβολταϊκών υποχωρούσε την ώρα που η κατανάλωση παρέμενε υψηλή, ωθώντας προς τα πάνω τις τιμές.
Ο Austin είχε ήδη φορτίσει νωρίτερα τη μεγάλη οικιακή μπαταρία των 200 kWh που διαθέτει, χρησιμοποιώντας φθηνότερο ηλεκτρισμό από το δίκτυο. Από τις 4 το απόγευμα έως τις 9 το βράδυ άρχισε να διοχετεύει την αποθηκευμένη ενέργεια πίσω στο σύστημα, όταν οι τιμές ήταν υψηλότερες.
Μέσα σε λίγες ώρες κέρδισε περίπου 60 λίρες, δηλαδή 82 δολάρια. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου σε έναν τυπικό μηνιαίο λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος για ένα μικρό διαμέρισμα στη Βρετανία.
Και το σημαντικότερο: δεν χρειάστηκε να παρακολουθεί συνεχώς την αγορά ούτε να ανοίγει και να κλείνει χειροκίνητα την μπαταρία.
Το λογισμικό κάνει μόνο του το «trading»
Ολόκληρη η διαδικασία έχει αυτοματοποιηθεί. Ένας υπολογιστής λαμβάνει καθημερινά τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας ανά μισάωρο από την Octopus Energy, η οποία τις δημοσιεύει στις 4 το απόγευμα για την επόμενη ημέρα.
Με βάση αυτές τις τιμές, το σύστημα γνωρίζει πότε συμφέρει να φορτίσει την μπαταρία και πότε να την εκφορτίσει προς το δίκτυο. Έτσι, όταν η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνή, αγοράζει και αποθηκεύει. Όταν η τιμή ανεβαίνει, πουλά.
Στην πράξη, ένα νοικοκυριό αποκτά πρόσβαση σε μια μορφή ενεργειακού arbitrage που μέχρι πρόσφατα αφορούσε κυρίως μεγάλους παραγωγούς, προμηθευτές και εξειδικευμένους traders.
Για τον Austin, η δραστηριότητα αυτή αποφέρει κατά μέσο όρο περίπου 400 λίρες τους θερινούς μήνες. Πρόκειται για ένα πρόσθετο έσοδο που έρχεται πέρα από την εξοικονόμηση που ήδη προσφέρει η δυνατότητα αγοράς ρεύματος στις φθηνότερες ώρες.
Από καταναλωτής, μικρός παραγωγός και πωλητής
Η αλλαγή είναι βαθύτερη από μια απλή τεχνολογική αναβάθμιση ενός σπιτιού. Για δεκαετίες η σχέση στην αγορά ηλεκτρισμού ήταν σχεδόν μονόδρομη: η εταιρεία ενέργειας πουλούσε και ο καταναλωτής αγόραζε.
Τα φωτοβολταϊκά, οι οικιακές μπαταρίες, οι έξυπνοι μετρητές και τα δυναμικά τιμολόγια αρχίζουν να ανατρέπουν αυτή τη σχέση. Ένα σπίτι μπορεί πλέον να αγοράζει, να παράγει, να αποθηκεύει και, στις κατάλληλες συνθήκες, να πουλά ηλεκτρική ενέργεια.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ στο σύστημα. Τις ώρες με άφθονο ήλιο ή άνεμο οι τιμές μπορούν να υποχωρούν σημαντικά. Λίγες ώρες αργότερα, όταν η παραγωγή των ΑΠΕ μειώνεται αλλά η ζήτηση παραμένει υψηλή, οι τιμές μπορεί να ανεβαίνουν απότομα.
Οι μπαταρίες βρίσκονται ακριβώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο χρονικές ζώνες.
Το αυστραλιανό μοντέλο
Παρόμοια στρατηγική ακολουθεί στην Queensland της Αυστραλίας ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Mark Purcell, ο οποίος διαθέτει φωτοβολταϊκά και οικιακή μπαταρία 40 kWh.
Ο Purcell αγοράζει ρεύμα όταν οι τιμές είναι χαμηλές, αποθηκεύει την ενέργεια και την επιστρέφει στο δίκτυο στις ακριβότερες ώρες. Παράλληλα χρησιμοποιεί την παραγωγή των φωτοβολταϊκών του για να περιορίζει ακόμη περισσότερο τις αγορές από το δίκτυο.
Για τον ίδιο, το οικονομικό όφελος είναι και το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της ενεργειακής μετάβασης. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να πειστούν περισσότεροι καταναλωτές να επενδύσουν σε καθαρές τεχνολογίες είναι να δουν πόσα χρήματα μπορούν να εξοικονομήσουν.
Τι χρειάζεται για να λειτουργήσει
Το μοντέλο, πάντως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε αγορά ούτε αρκεί απλώς η εγκατάσταση μιας μπαταρίας.
Χρειάζεται ένα σύστημα τιμολόγησης που να επιτρέπει στον καταναλωτή να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια σε διαφορετικές τιμές μέσα στην ημέρα και, κυρίως, να αμείβεται όταν διοχετεύει ενέργεια πίσω στο δίκτυο. Απαιτούνται επίσης έξυπνος μετρητής, κατάλληλος inverter, σύμβαση με προμηθευτή που υποστηρίζει τέτοιες συναλλαγές και λογισμικό που μπορεί να «διαβάζει» τις τιμές και να αποφασίζει πότε συμφέρει η φόρτιση και πότε η πώληση.
Καθοριστικό είναι φυσικά και το κόστος της μπαταρίας. Η οικονομική εξίσωση εξαρτάται από την αρχική επένδυση, τη διάρκεια ζωής της, τις απώλειες κατά τη φόρτιση και εκφόρτιση και –κυρίως– από τη διαφορά ανάμεσα στις φθηνές και τις ακριβές ώρες της αγοράς.
Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η διαφορά, τόσο μεγαλύτερο είναι και το περιθώριο κέρδους.
Κάπως έτσι, η μεταβλητότητα των τιμών, που για εκατομμύρια καταναλωτές σημαίνει ακριβότερους λογαριασμούς, δημιουργεί για ορισμένους μια νέα αγορά. Το σπίτι παύει να βρίσκεται απλώς στο τέλος του ηλεκτρικού δικτύου και αρχίζει να αποκτά ενεργό ρόλο μέσα σε αυτό: παράγει, αποθηκεύει, επιλέγει πότε θα αγοράσει και, πλέον, πότε θα πουλήσει.
Διαβάστε ακόμη
