Σε κεντρικό εργαλείο για τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας αναδεικνύει πλέον το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας την αποθήκευση, ανεβάζοντας αισθητά τον πήχη για την ανάπτυξη των μπαταριών και επιστρατεύοντας νέα κεφάλαια για την επιτάχυνση των επενδύσεων. Στον οδικό χάρτη για προσιτότερο ρεύμα που παρουσίασε χθες η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, η αποθήκευση εντάσσεται στους βασικούς άξονες που, σε συνδυασμό με περισσότερες ΑΠΕ, διασυνδέσεις, περιορισμό των απωλειών και των ληξιπρόθεσμων οφειλών, εξοικονόμηση και αυτοκατανάλωση, εκτιμάται ότι μπορούν σωρευτικά να οδηγήσουν σε μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία.

Η νέα κατεύθυνση συνοδεύεται από δύο συγκεκριμένες κινήσεις: αφενός, αναθεώρηση προς τα πάνω των στόχων για την εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης έως το 2028 και το 2030 και, αφετέρου, ενεργοποίηση νέου προγράμματος 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής, το οποίο θα κατευθυνθεί σε τέσσερις διαφορετικές κατηγορίες επενδύσεων. Μαζί με τα 400 εκατ. ευρώ που έχουν κινητοποιηθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΥΠΕΝ υπολογίζει συνολικά 600 εκατ. ευρώ στήριξης για την αποθήκευση.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, μεταφέρεται πλέον από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή. Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν ότι οι χρόνοι που έχουν απαιτηθεί μέχρι σήμερα για να περάσουν οι επενδύσεις από τους διαγωνισμούς στην πραγματική λειτουργία δεν συμβαδίζουν με την ταχύτητα που προϋποθέτουν οι νέοι στόχοι. Η πρώτη οριστική λίστα έργων του αρχικού διαγωνισμού της ΡΑΑΕΥ είχε δημοσιευθεί τον Αύγουστο του 2023, ενώ οι πρώτες μπαταρίες από το συγκεκριμένο σχήμα έφτασαν να συνδεθούν στο σύστημα τον Απρίλιο του 2026.

Η απόσταση αυτή μεταξύ αδειοδοτικής ωρίμανσης και λειτουργίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια αγορά όπου τα φωτοβολταϊκά αναπτύσσονται πολύ ταχύτερα από τις υποδομές που μπορούν να αποθηκεύσουν την πλεονάζουσα παραγωγή τους. Οι περικοπές πράσινης ενέργειας αυξάνονται, ενώ η δυνατότητα μεταφοράς της φθηνής μεσημεριανής παραγωγής στις ακριβότερες απογευματινές και βραδινές ώρες αποτελεί πλέον βασικό ζητούμενο για το σύστημα.

Παπασταύρου: «Πρέπει να τρέξουμε»

Την ανάγκη επιτάχυνσης αναγνώρισε και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου κατά τη χθεσινή παρουσίαση. «Πρέπει να τρέξουμε, δεν είναι ικανοποιητικό το αποτέλεσμα όταν έχουμε τα πρώτα 32 MW την 1η Απριλίου και τώρα βρισκόμαστε στα 700 MW. Ρίχνουμε όλο το βάρος μας στην αποθήκευση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι ότι η ανάπτυξη της αποθήκευσης δεν μπορούσε να εξεταστεί αποκομμένη από τις υπόλοιπες ενεργειακές και κοινωνικές προτεραιότητες των προηγούμενων ετών. Ο κ. Παπασταύρου παρέπεμψε στα περίπου 1,5 δισ. ευρώ που διοχετεύθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης σε δράσεις ενεργειακής εξοικονόμησης, από τις οποίες ωφελήθηκαν περίπου 260.000 οικογένειες, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή αυτή είχε παράλληλα πολλαπλασιαστικά οφέλη για την απασχόληση και την εγχώρια παραγωγή. «Θα έπρεπε αυτό το 1,5 δισ. να πάει στην αποθήκευση, σε αλλοδαπά προϊόντα; Δεν είναι εύκολη η απάντηση, ωστόσο και πάλι θα διάλεγα το πρώτο», σημείωσε.

Από την πλευρά της αγοράς, πάντως, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποθήκευση θα μπορούσε να είχε ενταχθεί νωρίτερα και με μεγαλύτερη ένταση στον ενεργειακό σχεδιασμό, ιδίως καθώς η ταχεία ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών έκανε ολοένα εντονότερη την ανάγκη για συστήματα που θα απορροφούν την πλεονάζουσα παραγωγή. Στο επίκεντρο αυτής της κριτικής βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι μπαταρίες που εγκαθίστανται σε κοινό σημείο σύνδεσης με έργα ΑΠΕ, μία κατηγορία επενδύσεων που, σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, μπορεί να κινηθεί ταχύτερα σε σχέση με άλλα μοντέλα.

Από τα 700 MW στα 5-7 GW έως το 2030

Ο νέος οδικός χάρτης του ΥΠΕΝ ανεβάζει αισθητά τον στόχο της χώρας. Από περίπου 700 MW έργων που λειτουργούν σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς προβλέπεται να φτάσει:

  • 1 GW έως το τέλος του 2026
  • 1,5 GW μέσα στο 2027
  • 3-4 GW έως το τέλος του 2028
  • 5-7 GW έως το 2030.

Ο στόχος για το 2028 κινείται πλέον υψηλότερα από τα 3 GW που είχαν τεθεί στο πλαίσιο της τριμερούς πρωτοβουλίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή για το τέλος της δεκαετίας: το ανώτατο επίπεδο των 7 GW υπερβαίνει σημαντικά τα 4,325 GW αποθήκευσης που προβλέπει το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ.

Για την αγορά, ωστόσο, ο ενδιάμεσος στόχος του 2028 είναι και ο δυσκολότερος. Καθοριστικό ρόλο θα παίξει η εξέλιξη της πρόσκλησης για 4,7 GW αυτόνομων merchant μπαταριών, η οποία αποτελεί μία από τις βασικές δεξαμενές έργων πάνω στις οποίες στηρίζεται η κυβερνητική πρόβλεψη. Η ίδια η παρουσίαση του ΥΠΕΝ καταγράφει την πρόσκληση των 4,7 GW μεταξύ των βασικών εργαλείων που έχουν ήδη δρομολογηθεί. Παράλληλα υπάρχουν τρεις διαγωνισμοί του Ταμείου Ανάκαμψης για 900 MW, έργα φωτοβολταϊκών στέγης με περίπου 100 MW αποθήκευσης, η αντλησιοταμίευση Αμφιλοχίας των 680 MW, καθώς και περίπου 4 GW προσθήκης αποθήκευσης σε έργα ΑΠΕ.

Στελέχη του κλάδου θεωρούν κομβικό να προχωρήσει μέσα στη χρονιά η χορήγηση όρων σύνδεσης στα merchant έργα. Μέχρι στιγμής, όπως επισημαίνουν, εκκρεμούν οι προσωρινοί πίνακες προτεραιότητας, ενώ άγνωστος παραμένει ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την εξέταση τυχόν ενστάσεων. Η αγορά εκτιμά επίσης ότι η ανάγκη για αποθήκευση μπορεί τελικά να αποδειχθεί μεγαλύτερη από τις σημερινές προβλέψεις, καθώς η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών έχει ήδη κινηθεί ταχύτερα από την τροχιά που προέβλεπε το ΕΣΕΚ για το τέλος της δεκαετίας.

Πώς μοιράζονται τα νέα 200 εκατ. ευρώ

Το νέο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης μέσω της ρήτρας διαφυγής έχει προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ και χωρίζεται σε τέσσερα ισόποσα σκέλη.

Συγκεκριμένα προβλέπονται:

  • 50 εκατ. ευρώ για ΟΤΑ, με ή χωρίς φωτοβολταϊκά, και επιδότηση 50% του κόστους αποθήκευσης.
  • 50 εκατ. ευρώ για αυτοκατανάλωση μη οικιακών καταναλωτών, με επιδότηση 30%-40% στην μπαταρία.
  • 50 εκατ. ευρώ για μεγάλα έργα αποθήκευσης συνδεδεμένα με ΑΠΕ.
  • 50 εκατ. ευρώ για αυτόνομες μπαταρίες (stand-alone).

Η διαφοροποίηση των τεσσάρων κατηγοριών δείχνει ότι το ΥΠΕΝ επιχειρεί να ενισχύσει ταυτόχρονα τόσο την αποθήκευση πίσω από τον μετρητή όσο και τα μεγάλα έργα που συμμετέχουν απευθείας στην αγορά.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, προκαλεί συζήτηση στον κλάδο. Παράγοντες της αγοράς θέτουν το ερώτημα κατά πόσο είναι αναγκαία η επιχορήγηση κατηγοριών, όπως οι αυτόνομες μπαταρίες και τα έργα σε κοινό σημείο σύνδεσης με ΑΠΕ, για τις οποίες έχει ήδη εκδηλωθεί ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον χωρίς επιδότηση.

Παράλληλα, προειδοποιούν για έναν κίνδυνο αναμονής: έως ότου γίνουν γνωστοί οι όροι, τα κριτήρια και οι δικαιούχοι των νέων ενισχύσεων, μέρος των επενδυτών ενδέχεται να μεταθέσει τις αποφάσεις του προκειμένου να διαπιστώσει αν μπορεί να ενταχθεί στο πρόγραμμα. Με δεδομένο ότι κάθε υποκατηγορία διαθέτει μόλις 50 εκατ. ευρώ, η αγορά εκτιμά ότι δεν θα μπορέσουν να επιδοτηθούν όλα τα ώριμα έργα, δημιουργώντας διαφορετικές συνθήκες χρηματοδότησης μεταξύ επενδύσεων της ίδιας τεχνολογίας.

Η εκκρεμότητα της αυτοκατανάλωσης

Στο ίδιο παζλ εντάσσεται και η αυτοκατανάλωση, την οποία το ΥΠΕΝ χαρακτηρίζει έναν από τους πρόσθετους μοχλούς περιορισμού του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και ΟΤΑ. Η παραγωγή για ίδια χρήση έχει ήδη ξεπεράσει το 1,1 GW, με το μεγαλύτερο μέρος της να προέρχεται από εμπορικούς και βιομηχανικούς καταναλωτές, ενώ το υπουργείο εκτιμά ότι το ενισχυμένο πλαίσιο net billing θα επιταχύνει τις νέες συνδέσεις.

Η αγορά, ωστόσο, εντοπίζει εδώ μία ακόμη χρονική υστέρηση. Όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, το νέο καθεστώς αυτοπαραγωγής δεν έχει ακόμη αποκτήσει την απαιτούμενη λειτουργικότητα, καθώς εκκρεμεί επί μακρόν η σχετική κανονιστική εξειδίκευση. Υπό αυτό το πρίσμα, αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την προοπτική προσθήκης περίπου 1 GW νέων συστημάτων αυτοκατανάλωσης τα επόμενα χρόνια, εφόσον δεν κλείσουν σύντομα οι θεσμικές εκκρεμότητες.

Το ΥΠΕΝ σχεδιάζει, μεταξύ άλλων, απλοποίηση του πλαισίου, δυνατότητα εγκατάστασης μεμονωμένης μπαταρίας για κάλυψη ιδίων αναγκών χωρίς έγχυση στο δίκτυο, συλλογική αυτοκατανάλωση σε πολυκατοικίες, εγκατάσταση σταθμών από τρίτο πρόσωπο και δυνατότητα τοποθέτησης φωτοβολταϊκών έως 800 Watt σε μπαλκόνια.

Τα 476 εκατ. ευρώ για φωτοβολταϊκά με μπαταρίες στα νησιά

Μεγαλύτερη κλίμακα αποκτά η αυτοπαραγωγή στα νησιά μέσω του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων. Από τα 970 εκατ. ευρώ που προορίζονται συνολικά για έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης, 476 εκατ. ευρώ θα κατευθυνθούν στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συνολικής ισχύος 316 MW, τα οποία θα συνδυαστούν με 295 MW συστημάτων αποθήκευσης.

Δικαιούχοι θα είναι κατοικίες, ιδιωτικά και δημόσια κτίρια του τριτογενούς τομέα, πάροχοι υπηρεσιών ύδρευσης, αγρότες και αεροδρόμια. Η επιδότηση θα αφορά το σύνολο του συστήματος –φωτοβολταϊκό και μπαταρία– και θα κυμαίνεται περίπου από 32% έως 54%, ανάλογα με την κατηγορία του δικαιούχου.

Στις περιοχές Μετάβασης προβλέπεται επίσης επιδότηση 2.000 συστημάτων φωτοβολταϊκών με μπαταρία, ως μέρος του ειδικού πακέτου για τις συγκεκριμένες περιοχές.

Η κατεύθυνση του ΥΠΕΝ είναι επομένως σαφής, περισσότερη αποθήκευση τόσο σε επίπεδο συστήματος όσο και πίσω από τον μετρητή, ώστε η αυξανόμενη παραγωγή των ΑΠΕ να αξιοποιείται για περισσότερες ώρες και να περιορίζεται η εξάρτηση από ακριβότερες μονάδες τις ώρες χωρίς ηλιοφάνεια. Το ίδιο το υπουργείο επισημαίνει ότι οι μπαταρίες μπορούν να περιορίσουν τις απογευματινές αιχμές και παράλληλα να προσφέρουν υπηρεσίες ευστάθειας με χαμηλότερο κόστος.

Διαβάστε ακόμη