Μια Ευρώπη που επιταχύνει την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, χωρίς όμως να έχει ακόμη εξασφαλίσει ότι ο εξοπλισμός της ενεργειακής μετάβασης θα κατασκευάζεται εντός των συνόρων της, αποτυπώνει η νέα έκθεση του Clean Energy Technology Observatory του Joint Research Centre. Το 2024 οι ΑΠΕ κάλυψαν το 47,5% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το 25,2% της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Την ίδια χρονιά, ωστόσο, η αξία της ευρωπαϊκής παραγωγής καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών μειώθηκε κατά 5%, στα περίπου 74 δισ. ευρώ.
Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην ταχεία εγκατάσταση νέων έργων και στην ασθενέστερη ανάπτυξη της βιομηχανικής βάσης αποτελεί το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης «Overall Strategic Analysis of Clean Energy Technology in the European Union – 2025 Status Report». Η ανάλυση, η οποία δημοσιεύθηκε το 2026 και στηρίζεται κυρίως σε στοιχεία έως και το 2024, περιγράφει μια ευρωπαϊκή αγορά δύο ταχυτήτων. Η ΕΕ παραμένει ισχυρή στα αιολικά, στις αντλίες θερμότητας, στους αλκαλικούς ηλεκτρολύτες και σε κρίσιμο εξοπλισμό της τελικής φωτοβολταϊκής εγκατάστασης. Αντίθετα, εμφανίζει μεγάλα παραγωγικά κενά στις μπαταρίες και στα ανάντη στάδια της φωτοβολταϊκής αλυσίδας, ακριβώς δηλαδή στους τομείς όπου η Κίνα έχει οικοδομήσει συντριπτικό πλεονέκτημα κλίμακας και κόστους.
Το ζήτημα αποκτά επείγοντα χαρακτήρα καθώς ο Net-Zero Industry Act θέτει ως σημείο αναφοράς την κάλυψη, από την ευρωπαϊκή παραγωγική δυναμικότητα, τουλάχιστον του 40% των ετήσιων αναγκών εγκατάστασης έως το 2030. Για το 2040, η επιδίωξη είναι η ΕΕ να αντιπροσωπεύει το 15% της παγκόσμιας παραγωγής των αντίστοιχων τεχνολογιών, εκτός εάν αυτή η ποσότητα υπερβαίνει αισθητά τις ίδιες τις ευρωπαϊκές ανάγκες. Η έκθεση δείχνει ότι σε ορισμένους κλάδους ο στόχος έχει ήδη καλυφθεί, ενώ σε άλλους η απόσταση παραμένει εξαιρετικά μεγάλη.
Οι ΑΠΕ κερδίζουν έδαφος, ο εξηλεκτρισμός καθυστερεί
Η ενεργειακή μετάβαση εμφανίζει μετρήσιμη πρόοδο. Το μερίδιο των ΑΠΕ στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε από 44,3% το 2023 σε 47,5% το 2024. Στην τελική κατανάλωση ενέργειας ανέβηκε από 24,6% σε 25,2%. Παράλληλα, η εξάρτηση της ΕΕ από εισαγωγές ενέργειας υποχώρησε το 2024 σε λίγο κάτω από το 57%, μετά την αναδιάταξη των ενεργειακών ροών που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το 2023 οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο βασικός προμηθευτής πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων της ΕΕ, η Νορβηγία ο κύριος προμηθευτής φυσικού αερίου και η Αυστραλία ο σημαντικότερος προμηθευτής στερεών ορυκτών καυσίμων.
Οι συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της ΕΕ μειώθηκαν κατά 1,8% το 2024 και διαμορφώθηκαν 35% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1990. Στην ίδια περίοδο, το ευρωπαϊκό μερίδιο στις παγκόσμιες εκπομπές περιορίστηκε από 15,1% σε 5,9%. Η μεγαλύτερη πρόοδος καταγράφεται στον ηλεκτρισμό, όπου οι εκπομπές μειώνονται ταχύτερα από ό,τι στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας.
Ωστόσο, το ποσοστό εξηλεκτρισμού παρέμενε στο 23% το 2023 και δεν έχει μεταβληθεί ουσιαστικά την τελευταία δεκαετία. Στις εμπορικές και δημόσιες υπηρεσίες η ηλεκτρική ενέργεια καλύπτει το 51% της κατανάλωσης, στη βιομηχανία το 33% και στα νοικοκυριά το 26%. Στις μεταφορές, παρά τη γρήγορη σχετική αύξηση των τελευταίων ετών, το ποσοστό δεν ξεπερνά το 2%. Η αποανθρακοποίηση της θέρμανσης και κυρίως των μεταφορών παραμένει, επομένως, σε πρώιμο στάδιο, αυξάνοντας την ανάγκη για δίκτυα, αποθήκευση, υποδομές φόρτισης και καθαρή ηλεκτροπαραγωγή.
Η χερσαία αιολική ενέργεια παραμένει η φθηνότερη επιλογή
Η ανάλυση του σταθμισμένου κόστους ηλεκτροπαραγωγής για το 2025 επιβεβαιώνει ότι οι τεχνολογίες με χαμηλό μεταβλητό κόστος παραμένουν οι πλέον ανταγωνιστικές. Η χερσαία αιολική ενέργεια εδραιώνεται ως η φθηνότερη πηγή ηλεκτροπαραγωγής και ακολουθούν, σε γενικές γραμμές, οι μονάδες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, τα φωτοβολταϊκά και τα υπεράκτια αιολικά. Η υδροηλεκτρική παραγωγή εμφανίζει μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών-μελών, λόγω των διαφορετικών υδρολογικών συνθηκών και των χαμηλότερων βροχοπτώσεων σε τμήματα της Ευρώπης το 2025.
Οι μονάδες φυσικού αερίου παραμένουν ανταγωνιστικές, καθώς στο μοντέλο της έκθεσης η τιμή του καυσίμου μειώνεται από 48 ευρώ ανά MWh το 2024 σε 32 ευρώ ανά MWh το 2025. Η αποκλιμάκωση αυτή αντισταθμίζει την άνοδο της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών από 54 σε 78 ευρώ ανά τόνο CO₂. Η αύξηση του κόστους άνθρακα αλλάζει και τη σειρά των στερεών καυσίμων, καθιστώντας τον λιθάνθρακα οικονομικότερο από τον λιγνίτη και αντιστρέφοντας την εικόνα του 2024.
Στα 24 δισ. το εμπορικό έλλειμμα, αλλά με αστερίσκους
Παρά τη μείωση της ευρωπαϊκής παραγωγής, το εμπορικό έλλειμμα στις τεχνολογίες που εξετάζει η έκθεση περιορίστηκε κατά 35%, από 37 δισ. ευρώ το 2023 σε 24 δισ. ευρώ το 2024. Η βελτίωση αυτή δεν αντανακλά αποκλειστικά ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Σε μεγάλο βαθμό προήλθε από την υποχώρηση της ευρωπαϊκής ζήτησης, την πτώση των τιμών και τη μείωση των εισαγωγών φωτοβολταϊκών και μπαταριών. Την ίδια ώρα, οι παγκόσμιες εξαγωγές των συγκεκριμένων τεχνολογιών μειώθηκαν κατά 21%, από 263 δισ. ευρώ σε 207 δισ. ευρώ, ενώ η αξία των ευρωπαϊκών εξαγωγών υποχώρησε κατά 3%. Το JRC διευκρινίζει ότι τα μεγέθη των διαφορετικών τεχνολογιών δεν είναι απολύτως συγκρίσιμα μεταξύ τους, επειδή οι στατιστικοί κωδικοί δεν καλύπτουν με το ίδιο βάθος όλες τις αλυσίδες αξίας και, σε αρκετές περιπτώσεις, περιλαμβάνουν εξοπλισμό που χρησιμοποιείται και σε άλλες εφαρμογές.
Η ευρωπαϊκή παραγωγή μπαταριών ιόντων λιθίου μειώθηκε κατά 14% το 2024. Το αντίστοιχο εμπορικό έλλειμμα περιορίστηκε κατά 13%, επειδή οι εισαγωγές υποχώρησαν κατά 12% και οι εξαγωγές κατά 8%, σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας υπερπροσφοράς, πτώσης των τιμών των κυψελών και επιβράδυνσης της ζήτησης ηλεκτρικών οχημάτων.
Στον αντίποδα, η παραγωγή αιολικού εξοπλισμού αυξήθηκε κατά 30%. Η ΕΕ διατήρησε εμπορικό πλεόνασμα 1,7 δισ. ευρώ, έστω και μειωμένο κατά 8% σε σύγκριση με το 2023, παρά τον διπλασιασμό των εισαγωγών. Η παραγωγή υδροηλεκτρικού εξοπλισμού αυξήθηκε επίσης κατά 30%, με τις εισαγωγές να μειώνονται κατά 22%, τις εξαγωγές να αυξάνονται κατά 18% και το εμπορικό πλεόνασμα να ενισχύεται κατά 24%.
Πολύ διαφορετική ήταν η χρονιά για τα φωτοβολταϊκά. Η ευρωπαϊκή παραγωγή υποχώρησε κατά περισσότερο από το ένα τρίτο, καθώς η παγκόσμια υπερπροσφορά κινεζικών πλαισίων οδήγησε τις τιμές σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 44%, αλλά αυτό συνέβη κυρίως επειδή οι εισαγωγές περιορίστηκαν κατά 43%, ενώ οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 21%.
Στις αντλίες θερμότητας, οι πωλήσεις στις βασικές ευρωπαϊκές αγορές μειώθηκαν κατά 21%, υπό την επίδραση των αλλαγών στις επιδοτήσεις και των σχετικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων. Η εγχώρια παραγωγή υποχώρησε περισσότερο από το ένα τρίτο, οι εισαγωγές κατά 48% και οι εξαγωγές κατά 25%, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα να περιοριστεί κατά 80%. Η ηλιοθερμία κατέγραψε πτώση 30% στην εγκατεστημένη επιφάνεια συλλεκτών, μείωση μεγαλύτερη του ενός τρίτου στην παραγωγή και υποχώρηση 44% στις εισαγωγές, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 30%.
Στα βιοκαύσιμα, η αξία παραγωγής βιοντίζελ μειώθηκε κατά 4%, αν και ο όγκος παρέμεινε σταθερός στους 14 εκατ. τόνους. Η παραγωγή αιθανόλης αυξήθηκε κατά 50% σε όγκο, φθάνοντας τα 1,5 δισ. λίτρα, αλλά παρέμεινε περίπου σταθερή σε αξία. Η παραγωγή ενεργειακών φορέων βιοενέργειας υποχώρησε κατά 5%, ενώ η παραγωγή εναλλακτών θερμότητας για δίκτυα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης αυξήθηκε κατά 11%.
Στο CCUS, η παραγωγή αμινών που χρησιμοποιούνται στη δέσμευση άνθρακα μειώθηκε σχεδόν κατά το ένα τρίτο, αλλά η αύξηση των εξαγωγών κατά 34% και η μείωση των εισαγωγών κατά 18% ανέβασαν το εμπορικό πλεόνασμα από 4 εκατ. σε 55 εκατ. ευρώ. Η συνολική παραγωγή υδρογόνου μειώθηκε κατά 17%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 25%, δημιουργώντας μικρό εμπορικό πλεόνασμα 8 εκατ. ευρώ. Οι σχετικοί τελωνειακοί και παραγωγικοί κωδικοί, ωστόσο, δεν διακρίνουν το ανανεώσιμο ή χαμηλών εκπομπών υδρογόνο από το συμβατικό υδρογόνο ορυκτής προέλευσης.
Η μεγάλη τρύπα στις μπαταρίες
Η μεγαλύτερη βιομηχανική απόσταση από τους στόχους του 2030 εντοπίζεται στις μπαταρίες. Οι ετήσιες ευρωπαϊκές ανάγκες προβλέπεται να φθάσουν τις 810 GWh, ενώ η υφιστάμενη δυναμικότητα παραγωγής κυψελών ανέρχεται σε 173,4 GWh και καλύπτει μόλις το 21%. Για τον στόχο του 2040, η σημερινή δυναμικότητα αντιστοιχεί μόλις στο 10% της απαιτούμενης παραγωγής.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αδυναμία στα ανάντη υλικά. Η παραγωγή ενεργού υλικού ανόδου είναι πρακτικά ανύπαρκτη, ενώ το ενεργό υλικό καθόδου καλύπτει μόλις το 5% των αναγκών του 2030. Η σημερινή δυναμικότητα ηλεκτρολυτών, η οποία φαίνεται επαρκής για την τρέχουσα αγορά, θα καλύπτει μόνο το 64% των αναγκών στο τέλος της δεκαετίας. Οι διαχωριστές περιορίζονται στο 22% και οι χάλκινοι συλλέκτες ρεύματος στο 26%.
Η Κίνα ελέγχει ήδη το 84,3% της παγκόσμιας δυναμικότητας παραγωγής μπαταριών, με 2.831 GWh. Οι ΗΠΑ ακολουθούν με 6,6% και 221 GWh, ενώ η ΕΕ βρίσκεται στο 5,2%. Από την ευρωπαϊκή δυναμικότητα, το 41,3% βρίσκεται στην Πολωνία, το 41,2% στην Ουγγαρία και το 9,4% στη Γερμανία. Μεγάλο μέρος των εργοστασίων που λειτουργούν επί ευρωπαϊκού εδάφους ανήκει, όμως, σε ομίλους με έδρα εκτός ΕΕ.
Φωτοβολταϊκά δύο ταχυτήτων
Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στα φωτοβολταϊκά. Η ΕΕ διαθέτει μηδενική ουσιαστικά παραγωγική δυναμικότητα σε πλινθώματα και wafers, μόλις 2 GW σε φωτοβολταϊκές κυψέλες και 12 GW σε πλαίσια. Με ετήσιες ανάγκες 76 GW το 2030, η σημερινή παραγωγή καλύπτει μόνο το 3% των αναγκών σε κυψέλες και το 16% σε πλαίσια. Η δυναμικότητα παραγωγής πολυπυριτίου, η οποία στηρίζεται κυρίως στη γερμανική Wacker Chemie, καλύπτει περίπου το 33% των αναγκών του 2030.
Η εικόνα αντιστρέφεται στα κατάντη εξαρτήματα. Η ΕΕ διαθέτει δυνατότητα παραγωγής inverters 142 GW, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 187% των αναγκών του 2030, και trackers 121 GW, που καλύπτουν το 318%. Ακόμη και εδώ, πάντως, η παραγωγική δυναμικότητα δεν ταυτίζεται με το πραγματικό μερίδιο αγοράς: περίπου το 80% των inverters που εγκαθίστανται σήμερα στην Ευρώπη προέρχεται από την Κίνα. Η εξάρτηση αποκτά και διάσταση κυβερνοασφάλειας, καθώς το λογισμικό και το firmware των inverters αποτελούν κρίσιμο σημείο διασύνδεσης με το ηλεκτρικό σύστημα.
Η Κίνα κυριαρχεί σε όλα τα ανάντη στάδια της φωτοβολταϊκής αλυσίδας και παράγει το 76% του παγκόσμιου πυριτίου. Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από εισαγωγές φθάνει το 89% στο στάδιο εξόρυξης αλουμινίου, το 58% στην επεξεργασία του και το 64% στο επεξεργασμένο πυρίτιο. Στις κυψέλες περοβσκίτη, που θεωρούνται πιθανή επόμενη γενιά της τεχνολογίας, δύο ευρωπαϊκές εταιρείες συγκαταλέγονται μεταξύ των 20 σημαντικότερων διεθνώς και επτά ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν ισχυρή θέση στον κατασκευαστικό εξοπλισμό. Η μεγάλη βιομηχανική βάση, το χαμηλότερο κόστος και η εσωτερική αγορά της Κίνας της δίνουν, ωστόσο, προβάδισμα στην εμπορική κλιμάκωση.
Στα αιολικά, η ευρωπαϊκή βιομηχανία διατηρεί ισχυρή θέση, με τη σημερινή δυναμικότητα σε πτερύγια, ατράκτους και πύργους να καλύπτει αντίστοιχα το 62%, το 81% και το 93% των αναγκών του 2030. Εκτός της κινεζικής αγοράς, οι ευρωπαϊκές εταιρείες συμμετέχουν στο 64% των χερσαίων και στο 95% των υπεράκτιων έργων. Βασική αδυναμία παραμένει η εξάρτηση από την Κίνα για τους μόνιμους μαγνήτες σπάνιων γαιών.
Οι υπόλοιπες αλυσίδες αξίας
Στη βιοενέργεια, το 74% των προμηθευτών τεχνολογίας έχουν ευρωπαϊκή έδρα, αλλά η ΕΕ παραμένει ελλειμματική σε πρώτες ύλες βιομάζας. Στο CCUS, η Ευρώπη αναπτύσσει σημαντικό αριθμό έργων χωρίς να διαθέτει ακόμη μεγάλη, εξειδικευμένη βιομηχανία εξαρτημάτων. Στη συγκεντρωτική ηλιακή ενέργεια η Κίνα κυριαρχεί, ενώ οι ευρωπαϊκές εταιρείες διατηρούν παρουσία στη μηχανική έργων και στον εξειδικευμένο εξοπλισμό. Η γεωθερμία εκτιμάται ότι μπορεί να καλύψει τον στόχο του 40% του Net-Zero Industry Act και προσφέρει επιπλέον τη δυνατότητα ανάκτησης λιθίου και άλλων υλικών από τα γεωθερμικά ρευστά.
Οι θέσεις εργασίας και το έλλειμμα δεξιοτήτων
Η απασχόληση στις ΑΠΕ έφθασε περίπου τα 1,8 εκατ. άτομα το 2023, χωρίς περαιτέρω αύξηση το 2024. Για την περίοδο 2026-2030, η ανάπτυξη των καθαρών τεχνολογιών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει περίπου 900.000 θέσεις στη μεταποίηση, 1,3 εκατ. θέσεις εγκατάστασης και 300.000 θέσεις λειτουργίας και συντήρησης ετησίως. Το 56% των αναγκών αφορά εργαζομένους υψηλής ειδίκευσης.
Παράλληλα, ο κύκλος εργασιών των ΑΠΕ έφθασε τα 232 δισ. ευρώ το 2023 και η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία τα 99 δισ. ευρώ, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 11%.
Το περιβαλλοντικό πλεονέκτημα της Ευρώπης
Το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της ευρωπαϊκής παραγωγής είναι το χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα. Τα φωτοβολταϊκά πλαίσια που κατασκευάζονται στην ΕΕ προκαλούν περίπου 40% λιγότερες εκπομπές κατά την παραγωγή τους από τα κινεζικά. Το αποτύπωμα των φωτοβολταϊκών κυμαίνεται μεταξύ 10,8 και 44 γραμμαρίων CO₂ ανά kWh, της χερσαίας αιολικής ενέργειας μεταξύ 7 και 15 γραμμαρίων και της υπεράκτιας μεταξύ 8 και 35 γραμμαρίων.
Η έκθεση επισημαίνει και τις επιπτώσεις των υπόλοιπων τεχνολογιών. Η παραγωγή ενός κιλού υδρογόνου με ηλεκτρόλυση απαιτεί 10 έως 22 λίτρα καθαρού νερού, ενώ η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα μπορεί να ανεβάσει το συνολικό υδατικό αποτύπωμα πάνω από τα 180 λίτρα. Στις ανεμογεννήτριες μπορεί να ανακυκλωθεί έως και το 95% των υλικών, με βασικό πρόβλημα τα σύνθετα υλικά των πτερυγίων.
Σημαντικές παραμένουν και οι κοινωνικές επιπτώσεις των αλυσίδων εφοδιασμού. Η εξόρυξη κοβαλτίου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό συνδέεται με πολύ υψηλό κίνδυνο παιδικής και καταναγκαστικής εργασίας, ενώ αντίστοιχοι κίνδυνοι καταγράφονται στο νικέλιο, στο μαγγάνιο, στον γραφίτη και στην πλατίνα. Η ΕΕ επιδιώκει να αξιοποιήσει τα αυστηρότερα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα μέσω μη τιμολογιακών κριτηρίων στις δημοπρασίες, ώστε η επιλογή εξοπλισμού να μη βασίζεται αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή.
Διαβάστε ακόμη
