Κορυφώνονται οι ζυμώσεις για την αναθεώρηση του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών Ρύπων (EU ETS), του βασικότερου προωθητικού μοχλού για τους κλιματικούς στόχους της ΕΕ και την απανθρακοποίηση βασικών τομέων της οικονομίας, ενόψει των αποκαλυπτηρίων της πρότασης της Κομισιόν, αύριο, Παρασκευή 17 Ιουλίου, η οποία θα αποτελέσει τη βάση της διαπραγμάτευσης μεταξύ της Επιτροπής, των εθνικών κυβερνήσεων των «27» και του Ευρωκοινοβουλίου και θα δημοσιοποιηθεί -όχι τυχαία- μαζί με το Σχέδιο Δράσης της Επιτροπής για τον Εξηλεκτρισμό.

Όπως παρατηρούν παράγοντες της αγοράς, αυτό που ξεκίνησε ως μια εν πολλοίς τεχνική συζήτηση για την τιμή του άνθρακα εξελίχθηκε σε πολιτική μάχη για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και την αξιοπιστία της κλιματικής της πολιτικής. Το ερώτημα πού εγείρεται είναι πώς συνεχιστεί η μείωση των εκπομπών CO2 χωρίς να επιβαρυνθεί υπέρμετρα η ενεργοβόρος βιομηχανία, σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας και έντονου ανταγωνισμού από ΗΠΑ και Κίνα, με το κόστος του άνθρακα να αναδεικνύεται ως μια από τις βασικές παραμέτρους για το υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη.

Σε αυτή τη μάχη, η Ελλάδα προσέρχεται -και όχι μόνη της, όπως φάνηκε από την κοινή πρωτοβουλία των 10 χωρών και το «μανιφέστο» που συνυπέγραψαν-  σταθερά προσανατολισμένη στη γραμμή του ρεαλισμού, που αποτυπώθηκε -μεταξύ άλλων- και στη θέση που τήρησε η Αθήνα στις διαπραγματεύσεις για τους κλιματικούς στόχους του 2040, αλλά και για την αναβολή της εφαρμογής του ETS-2 που θα σήμαινε την επιβάρυνση με κόστος CO2 του κτιριακού τομέα και των χερσαίων μεταφορών-. Γραμμή που μπορεί να συμπυκνωθεί στο «ναι στην πράσινη μετάβαση, αλλά όχι με τρόπο που θα πλήξει την ενεργοβόρο βιομηχανία, θα αυξήσει περαιτέρω το ενεργειακό κόστος και θα φορτώσει νέα βάρη στα νοικοκυριά».

Οι βασικές αλλαγές που προωθεί η Κομισιόν στο Σύστημα Εμπορίας Ρύπων 

Η πρόταση της Κομισιόν για την αναθεώρηση του ETS που θα παρουσιαστεί στις 17 Ιουλίου στοχεύει αφενός να ευθυγραμμίσει το σύστημα με τον νέο στόχο μείωσης των συνολικών εκπομπών της ΕΕ κατά 90% έως το 2040, αφετέρου να απαντήσει στις ανησυχίες πολλών κρατών και της βιομηχανίας για την ανταγωνιστικότητα και τα αυξημένα κόστη που συνεπάγεται το  «μονοπάτι» της απανθρακοποίησης. Οι βασικές υπό εξέταση αλλαγές είναι πέντε

Πρώτον, η Κομισιόν φέρεται να προτείνει πιο αργή πορεία μείωσης των εκπομπών, επιτρέποντας στις βιομηχανίες να συνεχίσουν να εκπέμπουν CO2 και μετά το 2040. Στο σημερινό πλαίσιο, το ETS θα οδηγούσε ουσιαστικά σε μηδενισμό των διαθέσιμων δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών  το 2039. Αυτό σημαίνει ότι στο τραπέζι βρίσκεται.

Δεύτερον, εξετάζεται η χορήγηση περισσότερων δωρεάν δικαιωμάτων σε βιομηχανίες, υπό την προϋπόθεση ότι θα επενδύουν στην απανθρακοποίηση. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, από το 2027 θα θεσπιστεί ένα ειδικό «ταμείο άνθρακα»  με διάρκεια τριών ετών που θα περιέχει 400 εκατομμύρια δωρεάν δικαιώματα εκπομπών που θα διανέμονται στις επιλέξιμες εταιρείες υπό συγκεκριμένους όρους. Μετά το 2030, θα διατεθούν 400 εκατομμύρια επιπλέον δωρεάν δικαιώματα μέσω ανταγωνιστικών διαδικασιών.

Τρίτον, οι Βρυξέλλες φέρονται να αναζητούν τρόπους  ώστε κλάδοι που καλύπτονται από το CBAM, τον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, να συνεχίσουν να λαμβάνουν δωρεάν δικαιώματα για μεγαλύτερο διάστημα. Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, διότι με το σημερινό πλαίσιο τα δωρεάν δικαιώματα για τους  εν λόγω κλάδους προβλέπεται να καταργηθούν σταδιακά έως το 2034.

Τέταρτον, εξετάζεται η αναθεώρηση των λεγόμενων benchmarks του ETS για τα επόμενα χρόνια, δηλαδή των τιμών αναφοράς εκπομπών CO2 ανά προϊόν (π.χ. χάλυβας, τσιμέντο, αλουμίνιο, λιπάσματα) που είναι καθοριστικός παράγοντας για τα δωρεάν δικαιώματα που λαμβάνουν οι επιλέξιμες βιομηχανίες. Μέχρι πρότινος,  οι Βρυξέλλες έδειχναν να κινούνται προς την αυστηροποίηση των benchmarks  προκειμένου να εξωθήσουν τις εταιρείες να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα χρησιμοποιώντας πιο καθαρές βιομηχανικές διεργασίες, καθαρότερα καύσιμα και τεχνολογίες όπως τη δέσμευση CO2. Οι κλάδοι της ενεργοβόρου βιομηχανίας από την πλευρά τους είχαν αντιτείνει ότι η αναθεώρηση των benchmarks πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά και ρεαλιστικά δεδομένα, ειδάλλως είναι ορατός ο κίνδυνος η διαδικασία να οδηγήσει σε τιμές αναφοράς χαμηλότερες από τα εφικτά επίπεδα εκπομπών στη βάση των διαθέσιμων τεχνολογιών. Είχαν μάλιστα τονίσει ότι τα benchmarks πρέπει να δίνουν κίνητρα για τη μείωση των εκπομπών CO2 και όχι να λειτουργούν ως τιμωρητικό εργαλείο για τις βιομηχανίες. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η στάση της Κομισιόν έχει χαλαρώσει το τελευταίο διάστημα και απομένει να φανεί τι μηνύματα θα στείλουν οι επικαιροποιημένοι δείκτε αναφοράς.

Πέμπτον, η Κομισιόν επιδιώκει να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τις δημοπρασίες των δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων στην απανθρακοποίηση των βιομηχανιών. Σήμερα, τα κράτη-μέλη διατηρούν το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων από τις δημοπρασίες  τα οποία τα διανέμουν εν πολλοίς κατά το δοκούν. Η προσπάθεια αυτή προκαλεί αντιδράσεις από τα υπουργεία Οικονομικών των «27» , που δεν θέλουν να χάσουν έλεγχο πάνω σε έναν σημαντικό δημοσιονομικό πόρο.  Τα  έσοδα από τις δημοπρασίες ανήλθαν σε 38,8 δισ. ευρώ το 2024, ενώ το 2025 ξεπέρασαν τα 43 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 24 δισ. πήγαν απευθείας στα κράτη-μέλη. Η μεγάλη μάχη είναι ποιος θα ελέγχει αυτά τα χρήματα και πού θα κατευθύνονται: στα εθνικά ταμεία, σε κοινωνικά μέτρα, σε πράσινες υποδομές ή σε κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας ;

Την ίδια στιγμή, πέρα από τη μάχη για την αναθεώρηση του ETS, υπάρχει και η παράλληλη μάχη για το ETS2 που όπως προαναφέρεται εισάγεται κόστος CO2 στον κτιριακό τομέα -και δη στα συστήματα θέρμανσης- και στις οδικές μεταφορές.  Δέκα χώρες (Ελλάδα, Ιταλία, Πολωνία, Βουλγαρία, Κύπρος, Τσεχία,  Εσθονία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Σλοβακία) έχουν ζητήσει από την Κομισιόν να επανεξετάσει το ETS2, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες δεν πρέπει να επιβαρυνθούν με νέους κλιματικούς φόρους στο σημερινό οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.

Τα στρατόπεδα της σύγκρουσης

Σε επίπεδο κρατών-μελών, χώρες της Κεντρικής, Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία και προστασία για τη βιομηχανία. Αντίθετα, χώρες όπως η Δανία, η Φινλανδία, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Σλοβενία και το Λουξεμβούργο έχουν προειδοποιήσει κατά μιας αποδυνάμωσης ή αναστολής του ETS.

Σε επίπεδο επιχειρήσεων, η ενεργοβόρος βιομηχανία ζητά προστασία από το κόστος άνθρακα, ειδικά όσο το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και το CBAM δεν έχει δοκιμαστεί πλήρως. Από την άλλη πλευρά, εταιρείες ΑΠΕ, ηλεκτροπαραγωγοί και εταιρείες  του cleantech οικοσυστήματος βλέπουν το ETS ως εργαλείο που δημιουργεί προβλεψιμότητα, επενδυτικό σήμα και έσοδα για την πράσινη μετάβαση.

Τι σημαίνει  η αναθεώρηση του ETS για τη βιομηχανική και κλιματική πολιτική της ΕΕ 

Η αναθεώρηση θα δείξει αν η Ευρώπη μπορεί να συνδυάσει βιομηχανική πολιτική και κλιματική πολιτική ή αν θα τις αντιμετωπίσει ως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Όπως  παρατηρούν αναλυτές, το ETS μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πράσινης βιομηχανικής στρατηγικής, εφόσον τα έσοδα κατευθυνθούν σε δίκτυα, επενδύσεις ΑΠΕ, αποθήκευση, εξηλεκτρισμό, βιομηχανικές τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών. Αν όμως η αναθεώρηση περιοριστεί σε περισσότερα δωρεάν δικαιώματα χωρίς όρους, τότε υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί το κίνητρο για επενδύσεις και να χαθεί μέρος των εσόδων που χρειάζονται για την ίδια τη μετάβαση. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι «βιομηχανία ή κλίμα», αλλά αν το ETS θα γίνει εργαλείο επενδυτικής μετάβασης ή απλώς μηχανισμός αποζημίωσης για το υψηλό κόστος της μετάβασης.

Πώς τοποθετείται η Ελλάδα

Η Αθήνα στηρίζει την πορεία απανθρακοποίησης, επενδύοντας σε ΑΠΕ, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, ενεργειακές υποδομές και ασφάλεια εφοδιασμού. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χώρας, όπως η νησιωτικότητα και το βαθμό εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα. Πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τον κρίσιμο ρόλο της ναυτιλίας καθώς και την ανάγκη διατήρησης ισχυρής και ανταγωνιστικής βιομηχανικής βάσης.

Η ελληνική θέση κινείται σε επτά βασικούς άξονες:

  1. Ρεαλιστική μείωση εκπομπών
    Η μετάβαση πρέπει να παραμείνει φιλόδοξη, αλλά εφαρμόσιμη, δίνοντας χρόνο προσαρμογής στη βιομηχανία και στο ενεργειακό σύστημα, ώστε να αποφευχθεί απώλεια παραγωγής και θέσεων εργασίας.
  2. Προστασία της βιομηχανίας
    Η Ελλάδα ζητά διατήρηση αποτελεσματικών μηχανισμών δωρεάν δικαιωμάτων έως ότου αποδειχθεί στην πράξη η αποτελεσματικότητα του CBAM. Το ζήτημα αφορά κρίσιμους κλάδους, όπως το αλουμίνιο, το τσιμέντο και τα διυλιστήρια.
  3. Εθνικές ιδιαιτερότητες
    Η αναθεώρηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το διαφορετικό ενεργειακό μείγμα, το επίπεδο ανάπτυξης και το υψηλότερο κόστος μετάβασης για χώρες με νησιωτικότητα.
  4. Κοινωνικά δίκαιο ETS2
    Η εφαρμογή του νέου συστήματος για κτίρια και μεταφορές πρέπει να προστατεύει τα ευάλωτα νοικοκυριά και να διατηρεί την κοινωνική αποδοχή της πράσινης μετάβασης.
  5. Προβλεψιμότητα στην αγορά άνθρακα
    Σταθερότερη και πιο προβλέψιμη τιμή CO₂ θεωρείται αναγκαία για επενδύσεις, συγκράτηση του ενεργειακού κόστους και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
  6. Προστασία ναυτιλίας και λιμένων
    Η Αθήνα ζητά να αποφευχθεί η μεταφορά δραστηριότητας σε λιμένες τρίτων χωρών, να στηριχθεί παγκόσμια λύση μέσω IMO και να υπάρξει δικαιότερη κατανομή των εσόδων του ETS στη ναυτιλία.
  7. Αεροπορική συνδεσιμότητα
    Για τις αερομεταφορές, η Ελλάδα επιμένει ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη το διεθνές πλαίσιο CORSIA, η συνδεσιμότητα και ο τουρισμός.

Το βασικό μήνυμα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η κλιματική φιλοδοξία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται χωριστά από την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή. Στόχος είναι ένα ETS που θα συνεχίσει να μειώνει τις εκπομπές, χωρίς να υπονομεύει τη βιομηχανική βάση, τη ναυτιλία, τις μεταφορές και την αντοχή της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Τα επόμενα βήματα

Η πρόταση της Κομισιόν αναμένεται στις 17 Ιουλίου. Μετά την παρουσίασή της, θα ξεκινήσει η πολιτική διαπραγμάτευση σε Συμβούλιο και Ευρωκοινοβούλιο. Το πρώτο crash test της πρότασης σε επίπεδο εθνικών κυβερνήσεων  αναμένεται στο άτυπο Συμβούλιο Περιβάλλοντος στις 23-24 Ιουλίου. Οι πρώτες συζητήσεις στην Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  αναμένονται στις αρχές Σεπτεμβρίου και η διαβούλευση θα μπει στην κρίσιμη φάση της προς το τέλος του τρέχοντος έτους.

Το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει συμφωνία έως την άνοιξη του 2027, όμως ένα πιο ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα δείχνει τελική συμφωνία αργότερα μέσα στο επόμενο έτος. Οι εκλογές σε μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία, οι διαπραγματεύσεις για τον νέο πολυετή προϋπολογισμό, το Industrial Accelerator Act και το Circular Economy Act μπορούν να επηρεάσουν την τελική ισορροπία.

Η τελική έκβαση θα κρίνει αν η ΕΕ θα κρατήσει το ETS ως ισχυρό εργαλείο πράσινης βιομηχανικής πολιτικής ή αν θα το χαλαρώσει για να αγοράσει πολιτικό χρόνο. Και αυτή είναι η ουσία της μάχης: όχι μόνο πόσο θα κοστίζει ο άνθρακας, αλλά αν η Ευρώπη θα μπορέσει να κάνει τη μετάβαση χωρίς να χάσει τη βιομηχανική της βάση.

Διαβάστε ακόμη