Έντονη κινητικότητα καταγράφεται στην αναδυόμενη αγορά δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS), με το φετινό καλοκαίρι να αναδεικνύεται σε κρίσιμη περίοδο για την πορεία των πρώτων επενδύσεων στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο βρίσκεται το έργο υπόγειας αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα Prinos CO₂, το οποίο εισέρχεται σε νέα φάση ωρίμανσης μετά την αναπροσαρμογή του χρηματοδοτικού του σχήματος και ενόψει της εκκίνησης του market test που θα δώσει το πρώτο ουσιαστικό στίγμα της αγοράς.

Η αφετηρία αυτού του νέου κύκλου εξελίξεων δόθηκε με την Κοινή Απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση και του Υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκου Τσάφου, με την οποία τροποποιείται το σχήμα χρηματοδότησης του έργου. Ειδικότερα, από τη συνολική δημόσια ενίσχυση των 150 εκατ. ευρώ, τα 75 εκατ. ευρώ εξακολουθούν να προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ 25 εκατ. ευρώ χρηματοδοτούνται πλέον από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και επιπλέον 50 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Παράλληλα, η απόφαση αναδιατάσσει τα ορόσημα υλοποίησης του έργου, μεταφέροντας το τρίτο και τελευταίο στάδιο έως τις 30 Ιουνίου 2027.

Η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν μεταβάλλει το ύψος της δημόσιας στήριξης προς το έργο του Πρίνου, αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή κατανέμεται χρονικά και χρηματοδοτικά. Η συνολική δημόσια ενίσχυση παραμένει στα 150 εκατ. ευρώ, ωστόσο τα κονδύλια δεν προέρχονται πλέον αποκλειστικά από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Συγκεκριμένα, τα 75 εκατ. ευρώ εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται από το RRF, ενώ 25 εκατ. ευρώ μεταφέρονται στο εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και επιπλέον 50 εκατ. ευρώ στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης.

Η αλλαγή αυτή συνδέεται με την ανάγκη αναπροσαρμογής των αρχικών οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης. Όπως εξηγούν αρμόδιες πηγές, πρόκειται για ένα έργο που αναπτύσσεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και περιλαμβάνει μια ιδιαίτερα σύνθετη αλληλουχία αδειοδοτικών, τεχνικών, περιβαλλοντικών και κατασκευαστικών διαδικασιών, οι οποίες απαιτούν περισσότερο χρόνο ωρίμανσης. Η αναθεώρηση του χρηματοδοτικού σχήματος συνοδεύεται έτσι από έναν νέο οδικό χάρτη υλοποίησης, ο οποίος διαχωρίζει το έργο σε τρία διακριτά στάδια.

Το νέο χρηματοδοτικό σχήμα και ο αναθεωρημένος οδικός χάρτης

Η αλλαγή αυτή συνδέεται με την ανάγκη αναπροσαρμογής των αρχικών οροσήμων του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, μέρος των milestones που είχαν συνδεθεί με τη χρηματοδότηση από το RRF δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί εντός του αρχικού χρονοδιαγράμματος, σε ένα έργο που αναπτύσσεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και περιλαμβάνει μια ιδιαίτερα σύνθετη αλληλουχία αδειοδοτικών, τεχνικών, περιβαλλοντικών και κατασκευαστικών διαδικασιών.

Η συνολική δημόσια ενίσχυση παραμένει στα 150 εκατ. ευρώ, ωστόσο αναδιαρθρώνονται οι πηγές χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, τα 75 εκατ. ευρώ εξακολουθούν να προέρχονται από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ 25 εκατ. ευρώ θα χρηματοδοτηθούν από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και επιπλέον 50 εκατ. ευρώ από το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης. Παράλληλα, η απόφαση επανακαθορίζει τα τεχνικά ορόσημα και διαχωρίζει το έργο σε τρία διακριτά στάδια υλοποίησης, μεταφέροντας τα δύο τελευταία κατασκευαστικά ορόσημα έως τις 30 Ιουνίου 2027.

Πρώτη φάση: Τα κρίσιμα ορόσημα έως τον Ιούνιο του 2026

Το πρώτο στάδιο παραμένει συνδεδεμένο με το Ταμείο Ανάκαμψης και ολοκληρώνεται έως τις 30 Ιουνίου 2026. Η EnEarth έχει ήδη ολοκληρώσει το πρώτο ορόσημο και έχει εκταμιεύσει τα πρώτα 21,45 εκατ. ευρώ, ενώ για την εκταμίευση των υπολοίπων κονδυλίων θα πρέπει να ολοκληρωθούν μια σειρά από κρίσιμες τεχνικές και αδειοδοτικές ενέργειες.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η υπεράκτια εξέδρα ΩΜΕΓΑ, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της μελλοντικής υποδομής αποθήκευσης. Μέχρι το τέλος Ιουνίου θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί η απόκτησή της, η μεταφορά της στην Ελλάδα, οι εργασίες προετοιμασίας εγκατάστασης, η έκδοση της σχετικής έγκρισης εγκατάστασης και η ναύλωση του γερανοφόρου πλοίου που θα αναλάβει την τοποθέτησή της.

Σύμφωνα με την εταιρεία, το πλέον απαιτητικό από τα ορόσημα της πρώτης φάσης είναι η έγκριση εγκατάστασης της εξέδρας, καθώς απαιτείται προηγουμένως η αξιολόγηση του φακέλου από την ΕΔΕΥΕΠ και στη συνέχεια η τελική έγκριση από το Υπουργείο Ανάπτυξης. Για τον λόγο αυτό θεωρείται το πιο σύνθετο διοικητικό βήμα του επόμενου διαστήματος.

Δεύτερη φάση: Μελέτες, σχεδιασμός και εξοπλισμός έως το τέλος του 2026

Το δεύτερο στάδιο ολοκληρώνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 και συνδέεται με τη χρηματοδότηση των 25 εκατ. ευρώ από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τη φάση κατά την οποία ολοκληρώνεται η τεχνική ωρίμανση του έργου και λαμβάνονται οι αποφάσεις που θα επιτρέψουν τη μετάβασή του στην κατασκευαστική φάση.

Μέχρι το τέλος του έτους θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί οι μελέτες FEED για την ανωδομή της εξέδρας ΩΜΕΓΑ, τον αγωγό μεταφοράς διοξειδίου του άνθρακα από τις χερσαίες προς τις υπεράκτιες εγκαταστάσεις, το καλώδιο διασύνδεσης και το σύνολο των εγκαταστάσεων που θα υποστηρίξουν μελλοντικά δυναμικότητα εισπίεσης έως 2,8 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως.

Παράλληλα, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το Development Plan του έργου και να έχουν παραγγελθεί τα λεγόμενα Long Lead Items, δηλαδή ο κρίσιμος εξοπλισμός με μεγάλους χρόνους παράδοσης που απαιτείται για τις τέσσερις πρώτες γεωτρήσεις του έργου. Πρόκειται για δύο γεωτρήσεις εισπίεσης διοξειδίου του άνθρακα και δύο γεωτρήσεις παραγωγής νερού, οι οποίες απαιτούνται για την πρώτη φάση λειτουργίας της αποθήκης, δυναμικότητας 1 εκατ. τόνου CO₂ ετησίως.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ενώ η πρώτη εμπορική φάση του έργου αφορά αποθηκευτική δυναμικότητα 1 εκατ. τόνου CO₂ ετησίως, οι μελέτες που ολοκληρώνονται σήμερα σχεδιάζονται ήδη για υποδομές που θα μπορούν να εξυπηρετήσουν έως και 2,8 εκατ. τόνους ετησίως, αποτυπώνοντας τη μακροπρόθεσμη στόχευση του έργου.

Τρίτη φάση: Οι δύο πρώτες γεωτρήσεις έως τον Ιούνιο του 2027

Το τρίτο και τελευταίο στάδιο μεταφέρεται πλέον έως τις 30 Ιουνίου 2027 και συνδέεται με τα 50 εκατ. ευρώ του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης. Πρόκειται για το σημείο όπου το έργο περνά από την προετοιμασία στη φυσική υλοποίηση.

Τα δύο τελευταία ορόσημα αφορούν τη διενέργεια δύο γεωτρήσεων. Η πρώτη αφορά γεώτρηση εισπίεσης διοξειδίου του άνθρακα ή παραγωγής νερού και η δεύτερη γεώτρηση εισπίεσης CO₂. Η ολοκλήρωσή τους αποτελεί πλέον προϋπόθεση για την εκταμίευση των τελευταίων 50 εκατ. ευρώ της δημόσιας ενίσχυσης.

Η μεταφορά των συγκεκριμένων οροσήμων στο πρώτο εξάμηνο του 2027 δεν μεταβάλλει τον σχεδιασμό για τη λήψη της Τελικής Επενδυτικής Απόφασης (FID), η οποία εξακολουθεί να τοποθετείται στην ίδια χρονική περίοδο. Σύμφωνα με την εταιρεία, στόχος είναι η επενδυτική απόφαση να συμπέσει χρονικά με την έναρξη των γεωτρητικών εργασιών, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τη φάση της ωρίμανσης στην κατασκευή.

Το Market Test και η πρώτη πραγματική δοκιμασία της αγοράς

Παράλληλα με την αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης, δρομολογείται και το επόμενο κρίσιμο βήμα για το έργο: η Δοκιμή Αγοράς (Market Test). Η EnEarth έχει ήδη αποστείλει στην ΕΔΕΥΕΠ τον σχετικό φάκελο και αναμένει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την εισήγηση προς τη ΡΑΑΕΥ, προκειμένου να δοθεί η τελική έγκριση για την έναρξη της διαδικασίας.

Η εκτίμηση της εταιρείας είναι ότι η διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και μέσα στον επόμενο μήνα. Αρχικά θα διεξαχθεί η μη δεσμευτική φάση, κατά την οποία θα καταγραφεί το ενδιαφέρον της αγοράς για τη χρήση της υποδομής. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η φάση των δεσμευτικών προσφορών, από την οποία θα προκύψει σαφέστερη εικόνα για τις ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στον Πρίνο.

Όπως επισημαίνουν στελέχη της εταιρείας, η Δοκιμή Αγοράς θα αποτελέσει την πρώτη πραγματική ένδειξη για το πώς αντιδρά η αγορά πέρα από το θεωρητικό ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό θεωρείται κρίσιμο βήμα όχι μόνο για τον Πρίνο αλλά συνολικά για την ανάπτυξη της αγοράς CCS στην Ελλάδα.

Μέχρι σήμερα η EnEarth έχει υπογράψει περίπου 15 μνημόνια συνεργασίας με βιομηχανικούς φορείς, ενώ παράλληλα στην ελληνική αγορά βρίσκονται υπό ανάπτυξη έργα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα συνολικής δυναμικότητας που υπερβαίνει τα 4 εκατ. τόνους ετησίως, ποσότητα σημαντικά μεγαλύτερη από τη δυναμικότητα της πρώτης φάσης του έργου.

Η επόμενη μέρα της αγοράς CCS

Το ενδιαφέρον γύρω από το Market Test δεν αφορά αποκλειστικά την υποδομή αποθήκευσης στον Πρίνο. Στην πράξη, η διαδικασία θα αποτελέσει και ένα πρώτο τεστ για το σύνολο της αναδυόμενης αγοράς CCS στην Ελλάδα, καθώς η βιωσιμότητα της αποθήκης συνδέεται άμεσα με την πρόοδο των βιομηχανικών έργων δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα που αναπτύσσονται στη χώρα.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του έργου IFESTOS του Ομίλου ΤΙΤΑΝ στο Καμάρι Βοιωτίας. Αν και το έργο συνεχίζει να προχωρά σε τεχνικό και αδειοδοτικό επίπεδο, η τελική επενδυτική απόφαση δεν αναμένεται πλέον να ληφθεί εντός του αρχικού χρονοδιαγράμματος που προέβλεπε οριστικοποίηση μέσα στο καλοκαίρι του 2026. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά ευρύτερες τάσεις που παρατηρούνται στην ευρωπαϊκή αγορά CCS, όπου αρκετά έργα επαναξιολογούν τα χρονοδιαγράμματά τους λόγω ζητημάτων που σχετίζονται με την εφοδιαστική αλυσίδα, τη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου εξοπλισμού και την ανάγκη περαιτέρω ωρίμανσης του συνολικού οικοσυστήματος μεταφοράς και αποθήκευσης CO₂.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μεταβάλλει τη στρατηγική της για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα ούτε τίθεται ζήτημα αναθεώρησης του βασικού πλαισίου κινήτρων που παρέχει το ETS. Η συζήτηση αφορά πλέον το πόσο γρήγορα θα μπορέσουν να ωριμάσουν τεχνικά, ρυθμιστικά και εμπορικά τα έργα που βρίσκονται υπό ανάπτυξη.

Διαβάστε ακόμη