Η Ελλάδα διεκδικεί μεθοδικά μια θέση στον σκληρό πυρήνα του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), σε μια συγκυρία κατά την οποία ο επανασχεδιασμός των παγκόσμιων ροών και η δημιουργία νέων «διαδρόμων» δεν αποτελεί θεωρητικό σενάριο, αλλά επιτακτική γεωοικονομική ανάγκη. Με το γεωγραφικό της αποτύπωμα να λειτουργεί ως φυσική γέφυρα μεταξύ Μεσογείου και ευρωπαϊκής ενδοχώρας, η Αθήνα επιδιώκει να μετατρέψει τη συγκυρία σε στρατηγικό πλεονέκτημα, διασφαλίζοντας ότι δεν θα μείνει εκτός ενός project, το οποίο φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τον χάρτη του εμπορίου και της ενέργειας και της διασυνδεσιμότητας. 

Ο κομβικός ρόλος της χώρας στο σχέδιο του IMEC αναδεικνύεται μέσα από την «ματιά» του Gérard Mestrallet, ειδικού απεσταλμένου του Προέδρου της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν για τον Οικονομικό Διάδρομο IMEC, ο οποιος με άρθρο του στη γαλλική Les Echos κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των τεσσάρων χωρών που εξετάζονται για την ενίσχυση της αρχιτεκτονικής του διαδρόμου, μαζί με το Ομάν, την Αίγυπτο και την Κύπρο. Για τον ίδιο η χώρα μας, λόγω γεωγραφικής θέσης, αλλά και με τις υποδομές που διαθέτει, μπορεί να είναι η φυσική συνέχεια αυτού του διαδρόμου και να αποτελέσει την πύλη εισόδου στην Ευρώπη. 

Η χώρα βρίσκεται στην «αιχμή του δόρατος», με τη Γαλλία να δίνει σαφή «ψήφο εμπιστοσύνης» στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα. Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα και η κοινή του παρουσία με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Ελληνογαλλικό Οικονομικό Φόρουμ, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, την προηγούμενη εβδομάδα επιβεβαίωσαν ότι ο διάδρομος δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επενδυτικό σχέδιο, αλλά μια στρατηγική προτεραιότητα με ευρωπαϊκή διάσταση.

Ο Γάλλος Πρόεδρος εξέφρασε τη στήριξή του στον IMEC, περιγράφοντάς τον ως έναν άξονα που θα εκτείνεται από την Ινδία έως τη Μεσόγειο και τη Μασσαλία και θα αποτελέσει την «καρδιά» μιας «συμμαχίας των ανεξαρτήτων», με ισχυρό αποτύπωμα σε ενέργεια, υποδομές και θαλάσσιες μεταφορές. Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι Ελλάδα και Γαλλία καταλαμβάνουν κεντρική θέση σε αυτόν τον νέο «διαγώνιο» άξονα, λειτουργώντας ως κινητήριες δυνάμεις για την προώθησή του. Το μήνυμα επισφραγίστηκε με τη χαρακτηριστική αναφορά του Εμανουέλ Μακρόν στη «φιλία Ελλάδας και Γαλλίας».

Ο κρίσιμος ρόλος της Ελλάδας

Πράγματι, η Ελλάδα αναπτύσσει μια συνεκτική, πολυδιάστατη στρατηγική, ενισχύοντας διαρκώς τη θέση της στο επίκεντρο των εξελίξεων γύρω από τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC). Μέσα από στοχευμένες διπλωματικές κινήσεις και ενεργή παρουσία στα διεθνή fora, επιδιώκει να κατοχυρώσει ρόλο σε ένα εγχείρημα που από την πρώτη στιγμή αναγνωρίστηκε ως καταλύτης για την αναδιάταξη των παγκόσμιων εμπορικών και ενεργειακών ροών.

Με «όπλο» τη γεωγραφική της θέση και τις λιμενικές της υποδομές, η χώρα μπορεί, σύμφωνα με τον Gérard Mestrallet, να λειτουργήσει ως κρίσιμος κόμβος που «γεφυρώνει» τη Μεσόγειο με τις αγορές της Ευρώπης, ενισχύοντας τη συνδεσιμότητα και κυρίως συμβάλλοντας στη διαφοροποίηση των εμπορικών ροών σε μια περίοδο που η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων τίθεται εκ νέου στο επίκεντρο. Μετά και τη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον ομόλογό του στην Ινδία, Ναρέντρα Μόντι τον φετινό Φεβρουάριο, αλλά και τις διαδοχικές διμερείς επαφές κορυφής σε Νέο Δελχί και Αθήνα, η στρατηγική εταιρική σχέση των δύο πλευρών έχει εδραιωθεί με τον IMEC να είναι στο επίκεντρο. 

Ωστόσο, το ζητούμενο είναι η ουσιαστική μετουσίωση σε έργα και υποδομές. Σε αυτό το σημείο, ο ελληνικός σχεδιασμός συναντά ένα σαφές δομικό εμπόδιο. Το λιμάνι του Πειραιά, που αποτελεί μία ώριμη και τεχνικά ανεπτυγμένη λιμενική εγκατάσταση στην Ανατολική Μεσογείο, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της COSCO Shipping. Η αξιοποίηση, συνεπώς, μιας κινεζικής υποδομής στο πλαίσιο ενός διαδρόμου που σχεδιάστηκε σε μεγάλο βαθμό ως γεωοικονομικό αντίβαρο στην επιρροή του Πεκίνου δημιουργεί μια εμφανή στρατηγική αντίφαση, περιορίζοντας τα περιθώρια ευελιξίας της ελληνικής πλευράς.

Αυτό ακριβώς το κενό επιχειρούν να αξιοποιήσουν ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά λιμάνια, όπως η Τεργέστη και η Μασσαλία, να προβάλλουν το πλεονέκτημα της «ασφαλούς» ευρωπαϊκής ιδιοκτησίας διεκδικώντας ρόλο-κλειδί στη δυτική απόληξη του διαδρόμου, με την Ελλάδα να ψάχνει τις δικές της εναλλακτικές. Παράλληλα, για να μπορέσει η Ελλάδα να διεκδικήσει ουσιαστικά έναν τέτοιο ρόλο και να αποκομίσει τη στρατηγική και οικονομική υπεραξία που αυτός ο «διάδρομος» συνεπάγεται, είναι αναγκαίος και ο εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού της δικτύου. Χωρίς αξιόπιστες και ταχείες διασυνδέσεις προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, το γεωγραφικό της πλεονέκτημα κινδυνεύει να παραμείνει ανεκμετάλλευτο.

Υπενθυμίζεται πως το πρώτο καθοριστικό βήμα για τον IMEC έγινε τον Σεπτέμβριο του 2023, στο περιθώριο της Συνόδου της G20 Summit 2023 στο Νέο Δελχί, όταν οι ηγέτες των ΗΠΑ, της Ινδίας, της Σαουδικής Αραβίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν στη δημιουργία ενός νέου, φιλόδοξου οικονομικού, εμπορικού και ενεργειακού διαδρόμου. Ο IMEC, μήκους περίπου 4.800 χιλιομέτρων, σχεδιάστηκε ώστε να συνδέει το λιμάνι της Βομβάης με εκείνο της Χάιφα, που ήδη βρίσκεται υπό τον έλεγχο ινδικών επενδυτικών συμφερόντων και από εκεί να ανοίγει τον δρόμο προς την ευρωπαϊκή αγορά. Επί της ουσίας, ο IMEC είναι ένα σύνθετο, πολυτροπικό δίκτυο που φιλοδοξεί να ενώσει τη δυτική ακτή της Ινδία με τον Αραβικό Κόλπο και, μέσω ενός εκτεταμένου χερσαίου άξονα, να καταλήξει στις αγορές της Ευρώπη.

Στο επίκεντρο του σχεδιασμού βρίσκονται λιμάνια, σιδηροδρομικές γραμμές, οδικά δίκτυα, θαλάσσιες συνδέσεις και ενεργειακές υποδομές, συγκροτώντας έναν εναλλακτικό διάδρομο που παρακάμπτει τα ευάλωτα «στενά» της Μέσης Ανατολής και επεκτείνεται δυνητικά έως και την αφρικανική ήπειρο. Ωστόσο, η δυναμική αυτή ανακόπηκε βίαια μόλις έναν μήνα αργότερα. Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου και ο πόλεμος στη Γάζα που ακολούθησε ανέτρεψαν τις εύθραυστες ισορροπίες στην περιοχή, «παγώνοντας» επί της ουσίας τις προοπτικές άμεσης υλοποίησης του σχεδίου και αναστέλλοντας τη δυναμική προσέγγισης μεταξύ Ριάντ και Τελ Αβίβ.

Το αντίπαλο δέος της Κίνας ο IMEC

Έκτοτε, ο IMEC βρίσκεται σε φάση επιβράδυνσης, χωρίς όμως να έχει εγκαταλειφθεί. Τα ενδιαφερόμενα μέρη επιδιώκουν να διατηρούν ενεργό το project, υπογραμμίζοντας σταθερά τη σημασία των οικονομικών ωφελειών που θα μπορούσε να αποφέρει ένας τέτοιος πολυδιάστατος άξονας εμπορίου, ενέργειας και τεχνολογίας. Παράλληλα, αναδεικνύουν τον ρόλο του ως εργαλείου ενίσχυσης της ασφάλειας και της σταθερότητας σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωπολιτική ζώνη, που εκτείνεται από τη Μεσόγειο έως την «καρδιά» της Ασίας. Η αξία αυτή καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ της Δύσης και δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ρωσία, όπου η αναδιάταξη των εφοδιαστικών και ενεργειακών διαδρομών αποκτά σαφώς στρατηγικό χαρακτήρα.

Οι εκτιμήσεις για μείωση του χρόνου μεταφοράς κατά περίπου 40% και περιορισμό του κόστους logistics έως και 30% ενισχύουν την ελκυστικότητά του, ενώ η ισχυρή πολιτική στήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες τον καθιστά βασικό πυλώνα της δυτικής στρατηγικής απέναντι στην κινεζική πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος». Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς έναν ενδιάμεσο σταθμό, αλλά έναν δυνητικό κόμβο που μπορεί να επανακαθορίσει τον ρόλο της στη διεθνή εφοδιαστική αλυσίδα.

Ο IMEC είχε ευθύς εξαρχής τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ, που τον έχει αποκαλέσει «έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς διαδρόμους στην Ιστορία», στο πλαίσιο της συνάντησής του με τον Ινδό πρωθυπουργό το περασμένο έτος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών στο Bloomberg, το σχέδιο για τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά – Νότου (INSTC), ο οποίος επίσης στοχεύει στη σύνδεση της Ινδίας με την Ευρώπη και βασίζεται σε μια διαδρομή που διέρχεται μέσω του ιρανικού λιμανιού του Chabahar Port, διασχίζοντας το Ιράν και τη Ρωσία φαίνεται να «ξεθωριάζει».  Ωστόσο, υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων ο IMEC εμφανίζεται ως η επικρατέστερη επιλογή για τη διασύνδεση Ινδίας–Ευρώπης, καθώς παρακάμπτει την ιρανική επικράτεια και στηρίζεται σε ένα πιο σταθερό πλέγμα θαλάσσιων και χερσαίων υποδομών μέσω της Μέσης Ανατολής.

Όπως περιγράφει στη γαλλική εφημερίδα ο Gérard Mestrallet ο IMEC είναι ένα δίκτυο με πολλαπλές «διεξόδους», ικανό να αντέχει κραδασμούς και να παρακάμπτει τα σημεία συμφόρησης.

Αυτή τη στιγμή στο παρασκήνιο καταγράφεται έντονη κινητικότητα και επαναξιολόγηση του σχεδιασμού, με τις εμπλεκόμενες πλευρές να αναζητούν νέες ισορροπίες και εναλλακτικές διαδρομές που θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα. Η υλοποίηση αυτού του σχεδίου προϋποθέτει μια λεπτή γεωπολιτική ισορροπία. Την εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τον αραβικό κόσμο, μια προϋπόθεση που καθίσταται ακόμη πιο σύνθετη όσο οι περιφερειακές συγκρούσεις παραμένουν ενεργές. Και τώρα που οι διαταραχές και η αστάθεια στη Μέση Ανατολή έχουν εκθέσει τα όρια των παραδοσιακών διαδρομών, ο IMEC προβάλλει ως στρατηγική απάντηση υψηλής γεωοικονομικής σημασίας.

Οι διεργασίες και οι επαφές το τελευταίο διάστημα είναι έντονες. Στο επίκεντρο της Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια (MSC) τον Φεβρουάριο ο IMEC, ήταν κομμάτι της ευρύτερης συζήτησης για την ενεργειακή ασφάλεια και την αναδιάταξη των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων. Σε αυτό το πλαίσιο, το «παρών» έδωσε και ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, συμμετέχοντας σε συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης για τον διάδρομο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 17 Μαρτίου 2026, η Τεργέστη φιλοξένησε το πιο «χειροπιαστό» σκέλος της ίδιας συζήτησης. Στο πλαίσιο της επετειακής Διάσκεψης της Central European Initiative και του παράλληλου Forum για τον IMEC, πάνω από 300 εκπρόσωποι επιχειρήσεων και οργανισμών εστίασαν στις πραγματικές ευκαιρίες επενδύσεων και συνεργασιών κατά μήκος του διαδρόμου.

Η συγκυρία

Πάντως, η αναγκαιότητα του Οικονομικού Διαδρόμου Μέσης Ανατολής – Ινδίας – Ευρώπης ενισχύεται δραματικά από τις γεωπολιτικές εξελίξεις της περιόδου 2023–2026. Η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα, με τις επιθέσεις των Χούθι να εκτρέπουν τη ναυσιπλοΐα εκτός Διώρυγας του Σουέζ, κατέδειξε την ευαλωτότητα των μονοδιάστατων εφοδιαστικών αλυσίδων. Οι ναυτιλιακές εταιρείες αναγκάστηκαν να κατευθύνουν τα πλοία γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, προσθέτοντας έως και 3.500 – 4.000 ναυτικά μίλια και 10–15 ημέρες στο ταξίδι Ασίας–Ευρώπης, με σημαντική αύξηση του κόστους μεταφοράς.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η πρόσφατη κρίση στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά «choke points» παγκοσμίως, προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερο σοκ στις αγορές, με τη ναυτιλιακή κίνηση να περιορίζεται δραματικά και βασικούς θαλάσσιους διαδρόμους να καθίστανται ουσιαστικά μη λειτουργικοί. Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή πίεση στο παγκόσμιο εμπόριο: από τη μία η Ερυθρά Θάλασσα, από την άλλη ο Περσικός Κόλπος.

Πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο IMEC και στη συζήτηση στο οικονομικό φόρουμ των Δελφών. Ο Francesco Talò, Ειδικός Απεσταλμένος της Ιταλίας για τον διάδρομο, έδωσε τον τόνο ζητώντας να περάσει «από το όραμα στην πράξη», υπογραμμίζοντας ότι μπορεί να λειτουργήσει ως «ασφαλές εμπορικό καταφύγιο» σε περιόδους κρίσης. Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με πιο θεσμική προσέγγιση, ο Gautam Chikermane, Αντιπρόεδρος του Observer Research Foundation, έθεσε το κρίσιμο δίλημμα για τον χαρακτήρα του έργου, σημειώνοντας ότι μπορεί να εξελιχθεί σε «παγκόσμιο αγαθό», εφόσον παραμείνει ανοιχτό και προσελκύσει ευρύτερη διεθνή συμμετοχή κάτι που συνδέεται άμεσα με τη χρηματοδότησή του.