Την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού στη βιομηχανία, στις μεταφορές και στη θέρμανση προτάσσει η ευρωπαϊκή βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας ως τη μακροπρόθεσμη απάντηση στις διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις που δοκιμάζουν την ευρωπαϊκή οικονομία. Με τις τιμές των ορυκτών καυσίμων να παραμένουν ευάλωτες στις γεωπολιτικές αναταράξεις και έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα να βρίσκεται προ των πυλών, η στροφή προς την εγχώρια παραγωγή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, όχι μόνο για την επίτευξη των κλιματικών στόχων, αλλά και για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Αυτή είναι η βασική θέση που διατυπώνει ο γενικός γραμματέας της Eurelectric, Kristian Ruby, σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Akshat Rathi, στο podcast «Zero: The Climate Race» του Bloomberg. Όπως εξηγεί, η Ευρώπη έχει πλέον αναγνωρίσει ότι ο εξηλεκτρισμός μπορεί να αποτελέσει το μέσο για τον περιορισμό της εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις: το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, τις καθυστερήσεις στις επενδύσεις, την ανεπαρκή ανάπτυξη της αποθήκευσης και την ανάγκη προστασίας των ενεργειακών υποδομών από ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον απειλών.

Η συζήτηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση. Η κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ανέδειξε τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου, ενώ οι νεότερες γεωπολιτικές συγκρούσεις έχουν προσθέσει νέους κινδύνους για τον εφοδιασμό και τις τιμές. Σύμφωνα με τον Ruby, η Ευρώπη πρέπει να προετοιμαστεί για έναν δύσκολο χειμώνα, αποφεύγοντας όμως τις βεβιασμένες πολιτικές αποφάσεις που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή της στρατηγική.

Στο άμεσο διάστημα, ο επικεφαλής της Eurelectric θεωρεί αναγκαία τη λήψη προσωρινών και στοχευμένων μέτρων κρατικής στήριξης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις. Όπως επισημαίνει, δεν έχει οικονομική λογική να οδηγούνται βιώσιμες βιομηχανίες σε διακοπή λειτουργίας εξαιτίας μιας κρίσης που προκαλείται από εξωτερικούς παράγοντες. Αντίστοιχα, η προστασία των ευάλωτων καταναλωτών πρέπει να παραμείνει προτεραιότητα, χωρίς όμως να οδηγήσει σε εγκατάλειψη των αλλαγών που απαιτούνται στο ενεργειακό σύστημα.

Γιατί ο εξηλεκτρισμός μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό κόστος

Το βασικό επιχείρημα της Eurelectric είναι ότι μια οικονομία που στηρίζεται περισσότερο στην ηλεκτρική ενέργεια και λιγότερο στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μπορεί να απορροφά καλύτερα τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών. Η μεγαλύτερη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη ευέλικτων μονάδων παραγωγής και συστημάτων αποθήκευσης, μπορεί να μειώσει την έκθεση των ευρωπαϊκών οικονομιών στις κρίσεις των ορυκτών καυσίμων.

Ο Ruby επικαλείται τις εξελίξεις του καλοκαιριού, όταν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 80%-90%, ενώ η άνοδος στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας περιορίστηκε στο 20%-30%. Η διαφορά αυτή, κατά την εκτίμησή του, δείχνει ότι η αυξανόμενη συμμετοχή της καθαρής ηλεκτροπαραγωγής μπορεί ήδη να λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η ηλεκτρική ενέργεια στην Ευρώπη εξακολουθεί να κοστίζει σημαντικά περισσότερο από ό,τι σε ανταγωνιστικές οικονομίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, ο Ruby αποδίδει μέρος του πλεονεκτήματος στην πρόσβαση σε άφθονο και φθηνό φυσικό αέριο, καθώς και στη διαφορετική προσέγγιση ως προς την τιμολόγηση των εκπομπών άνθρακα.

Η ευρωπαϊκή εικόνα, πάντως, δεν είναι ενιαία. Στις αγορές της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπου το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καθορίζει συχνά την οριακή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας, οι τιμές παραμένουν υψηλές. Αντίθετα, χώρες όπως η Φινλανδία, η Γαλλία και η Ισπανία παρουσιάζουν διαφορετικές επιδόσεις, χάρη στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής τους.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Φινλανδίας, όπου, σύμφωνα με τον επικεφαλής της Eurelectric, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του 2026 κάτω από τα 40 ευρώ/MWh, παρά τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά. Στη Φινλανδία και τη Γαλλία, η πυρηνική ενέργεια συμβάλλει στη διατήρηση σταθερής παραγωγής, ενώ στην Ισπανία η μεγάλη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών.

Για τον Ruby, τα παραδείγματα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία ενός ισορροπημένου ενεργειακού μείγματος, στο οποίο οι ανανεώσιμες πηγές συνδυάζονται με αξιόπιστη παραγωγή και επαρκή ευελιξία. Η αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος από ΑΠΕ αποτελεί σημαντικό βήμα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει χαμηλές τιμές σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Οι αρνητικές τιμές και το στοίχημα της αποθήκευσης

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτησή του για τις αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες εμφανίζονται ολοένα συχνότερα στις ευρωπαϊκές αγορές λόγω της μεγάλης παραγωγής από φωτοβολταϊκά.

Σε αντίθεση με την αντίληψη ότι πρόκειται αποκλειστικά για μια στρέβλωση της αγοράς, ο Ruby υποστηρίζει ότι οι αρνητικές τιμές δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη πρόβλημα. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, μπορούν να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για την αξιοποίηση της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει και πάλι τη Φινλανδία, όπου οι παρατεταμένες περίοδοι χαμηλών ή αρνητικών τιμών έχουν ενθαρρύνει την εγκατάσταση ηλεκτρικών λεβήτων συνολικής ισχύος περίπου 3 GW. Οι εγκαταστάσεις αυτές αξιοποιούν τη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια για την παραγωγή θερμότητας, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους θέρμανσης σε μια χώρα με ιδιαίτερα υψηλές ανάγκες.

Ωστόσο, η συνεχής αύξηση της φωτοβολταϊκής παραγωγής δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τη λειτουργία των δικτύων. Η συγκέντρωση μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας συγκεκριμένες ώρες της ημέρας δυσκολεύει τη διαχείριση του συστήματος, ενώ η μεταβλητότητα της παραγωγής καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη περισσότερων ευέλικτων πόρων.

Σε αυτό το πεδίο, οι μπαταρίες αποκτούν κεντρικό ρόλο. Ο επικεφαλής της Eurelectric διαπιστώνει μια μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος από τα αμιγώς ανανεώσιμα έργα προς την αποθήκευση και τις υβριδικές εγκαταστάσεις, που συνδυάζουν παραγωγή και μπαταρίες. Η ανάπτυξή τους, ωστόσο, δεν προχωρά ακόμη με την ταχύτητα που απαιτείται.

Ένα από τα βασικά εμπόδια είναι το επιχειρηματικό μοντέλο της αποθήκευσης, καθώς τα έσοδα των μπαταριών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις διαφορές των τιμών μεταξύ των ωρών φόρτισης και εκφόρτισης. Παράλληλα, σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές απουσιάζουν ή παραμένουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένοι οι μηχανισμοί αποζημίωσης για επικουρικές υπηρεσίες, όπως η ταχεία απόκριση στη συχνότητα του δικτύου.

Η Eurelectric ζητεί, για τον λόγο αυτό, μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή στρατηγική για την αποθήκευση. Όπως εξηγεί ο Ruby, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αρχίσει να εξετάζει τις ανάγκες ευελιξίας των κρατών-μελών, με στόχο τη μεγαλύτερη αξιοποίηση μπαταριών, αντλησιοταμιευτικών έργων και άλλων τεχνολογιών που μπορούν να περιορίσουν την ανάγκη χρήσης ορυκτών καυσίμων για την εξισορρόπηση του συστήματος.

Η ενεργειακή ασφάλεια αποκτά νέα διάσταση

Πέρα από την οικονομική πλευρά της μετάβασης, η συνέντευξη στο Bloomberg αναδεικνύει και μια ακόμη πρόκληση: την προστασία των ενεργειακών υποδομών απέναντι σε κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και φυσικά πλήγματα.

Σύμφωνα με τον Ruby, οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας καλούνται πλέον να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν τους κινδύνους. Η ασφάλεια, που στο παρελθόν βρισκόταν συχνά στο περιθώριο των συζητήσεων για την πράσινη μετάβαση, έχει μετατραπεί σε βασική παράμετρο του ενεργειακού σχεδιασμού.

Ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του από επίσκεψη στην Ουκρανία στις αρχές του 2025, όταν βρέθηκε σε μονάδα ηλεκτροπαραγωγής που είχε δεχθεί περισσότερα από 13 πλήγματα από πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Παρότι δεν θεωρεί ότι η υπόλοιπη Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με αντίστοιχο επίπεδο απειλής, επιμένει ότι πρέπει να αξιοποιήσει την ουκρανική εμπειρία στην πρόληψη, την αντιμετώπιση των επιθέσεων και την αποκατάσταση των ζημιών.

Οι κίνδυνοι, πάντως, δεν περιορίζονται στις στρατιωτικές επιθέσεις. Ο Ruby αναφέρεται και σε περιστατικό κυβερνοεπίθεσης στη Γαλλία, όπου χάκερ κατάφεραν να παραβιάσουν σύστημα ελέγχου της θερμοκρασίας σε εγκαταστάσεις ψύξης αλυσίδας σούπερ μάρκετ, προκαλώντας την καταστροφή κατεψυγμένων προϊόντων. Το περιστατικό, όπως εξηγεί, δείχνει πόσο ευάλωτες μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμες εγκαταστάσεις όταν τα συστήματα ελέγχου τους συνδέονται με ψηφιακές υποδομές.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τις μπαταρίες, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, αξιοποιώντας εξοπλισμό και τεχνολογίες που εντάσσονται σε διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον Ruby, είναι να περιοριστεί ο κίνδυνος εξωτερικής παρέμβασης στη λειτουργία κρίσιμων ενεργειακών συστημάτων. Στους κινδύνους που πρέπει να αντιμετωπιστούν περιλαμβάνει επίσης τα ακραία καιρικά φαινόμενα, τα οποία εξακολουθούν να προκαλούν σημαντικές οικονομικές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές.

Data centers, βιομηχανία και το κόστος της μετάβασης

Η ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας και της αξιοπιστίας του ηλεκτρικού συστήματος συνδέεται άμεσα και με την προσέλκυση νέων επενδύσεων, ιδιαίτερα στον τομέα των data centers. Ο Ruby εκτιμά ότι μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες η Ευρώπη θα μπορούσε να υποδεχθεί ένα νέο κύμα επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, καθώς οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δυσκολίες στην ανάπτυξη αντίστοιχων υποδομών στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κατά την άποψή του, οι επενδυτές αυτού του κλάδου δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην άμεση πρόσβαση σε αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια και, όπου είναι δυνατόν, σε καθαρή παραγωγή. Η τιμή παραμένει σημαντικός παράγοντας, αλλά η διασφάλιση αδιάλειπτου εφοδιασμού μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο καθοριστική για την επιλογή μιας επενδυτικής τοποθεσίας.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρεί ότι οι δαπάνες για την ανθεκτικότητα των δικτύων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται απλώς ως πρόσθετη επιβάρυνση. Αντιθέτως, αποτελούν προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων σε μια οικονομία που εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την ηλεκτρική ενέργεια.

Την ίδια στιγμή, όμως, η αύξηση της ζήτησης στην Ευρώπη παραμένει περιορισμένη. Η υποχώρηση της δραστηριότητας σε ενεργοβόρους βιομηχανικούς κλάδους, όπως η χημική βιομηχανία και η χαλυβουργία, έχει επηρεάσει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης και των μεταφορών δεν έχει προχωρήσει με τον επιθυμητό ρυθμό.

Για να αλλάξει αυτή η εικόνα, η Eurelectric θεωρεί απαραίτητη την ενεργότερη παρέμβαση των Βρυξελλών, ιδιαίτερα στη βιομηχανία. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται σαφή εικόνα για το κόστος των επενδύσεων, τις μελλοντικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, την πρόσβαση στα δίκτυα και την απόδοση των κεφαλαίων που θα διαθέσουν για την αντικατάσταση εξοπλισμού ορυκτών καυσίμων.

Αντίστοιχα, στη θέρμανση των κατοικιών, η διάδοση των αντλιών θερμότητας εξαρτάται τόσο από τα οικονομικά κίνητρα όσο και από την ευκολία εγκατάστασής τους. Στη βιομηχανία, οι εφαρμογές χαμηλών και μεσαίων θερμοκρασιών προσφέρουν ήδη περισσότερες δυνατότητες εξηλεκτρισμού, ενώ οι διεργασίες που απαιτούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες εξακολουθούν να παρουσιάζουν μεγαλύτερες τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες.

Σημαντικό εμπόδιο αποτελούν επίσης οι χρονοβόρες αδειοδοτήσεις, που καθυστερούν την ανάπτυξη νέων μονάδων ΑΠΕ, δικτύων μεταφοράς, συστημάτων αποθήκευσης και υποδομών φόρτισης. Ο Ruby υποστηρίζει ότι η Ευρώπη έχει αποδείξει πως μπορεί να επιταχύνει την κατασκευή κρίσιμων έργων όταν υπάρχει πολιτική βούληση, φέρνοντας ως παράδειγμα την ταχεία ανάπτυξη υποδομών LNG στη Γερμανία μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το τελευταίο ζήτημα που αναδεικνύει η συνέντευξη είναι η πολιτική σταθερότητα. Με τις ενεργειακές και κλιματικές πολιτικές να βρίσκονται στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ο επικεφαλής της Eurelectric προειδοποιεί ότι οι συνεχείς αλλαγές κατεύθυνσης δημιουργούν αβεβαιότητα για επενδύσεις με ορίζοντα δεκαετιών.

Θεωρεί κρίσιμη τη διατήρηση των βασικών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών έως τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ, επισημαίνοντας ότι η βιομηχανία χρειάζεται προβλέψιμους κανόνες για να προχωρήσει σε μακροχρόνιες επενδύσεις.

Η εικόνα που προκύπτει από τη συζήτηση στο Bloomberg είναι ότι ο εξηλεκτρισμός μπορεί να προσφέρει στην Ευρώπη μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία και καλύτερη προστασία από τις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων, υπό την προϋπόθεση ότι θα αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες του σημερινού συστήματος. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο να παράγεται περισσότερη καθαρή ηλεκτρική ενέργεια, αλλά να μπορεί να αποθηκεύεται, να μεταφέρεται με ασφάλεια και να φτάνει στη βιομηχανία και στα νοικοκυριά σε τιμές που καθιστούν οικονομικά συμφέρουσα τη μετάβαση.

Διαβάστε ακόμη