Ο συνδυασμός της παγκόσμιας στενότητας στην προμήθεια Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (LNG), οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η ανάγκη για σταθεροποίηση των ηλεκτρικών δικτύων έχουν μετατρέψει τις τελευταίες μονάδες παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα στην Ευρώπη σε άκρως κερδοφόρες επιχειρήσεις για το 2026. Καθώς το κόστος του φυσικού αερίου εκτοξεύεται σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την κρίση του 2022-2023, οι συμβατικές πηγές ενέργειας αναδεικνύονται ξανά σε απροσδόκητο «σωσίβιο» για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια.

Στη Γερμανία και την Πολωνία, τις δύο χώρες που φιλοξενούν το μεγαλύτερο μέρος της εναπομείνασας επιχειρησιακής ή εφεδρικής δυναμικότητας άνθρακα στην ήπειρο, οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής βλέπουν τα οικονομικά τους μεγέθη να εκτινάσσονται. Με τον χειμώνα να πλησιάζει, η ροή LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ πραγματοποιείται με τεράστιες δυσκολίες, ωθώντας τις τιμές του φυσικού αερίου σε ιστορικά υψηλά. Παρά τις πολυετείς προσπάθειες και τους κλιματικούς στόχους που οδήγησαν σε σταδιακό κλείσιμο των ανθρακικών μονάδων, η τρέχουσα πραγματικότητα αναγκάζει τους διαχειριστές των δικτύων να βασιστούν και πάλι στο πιο «βρώμικο» ορυκτό καύσιμο.

Η γεωπολιτική τρικυμία των Στενών του Ορμούζ

Η ρίζα της τρέχουσας ευρωπαϊκής κρίσης εντοπίζεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις θαλάσσιες διόδους της Μέσης Ανατολής. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν νωρίτερα φέτος, το οποίο προκάλεσε ισχυρούς κλυδωνισμούς στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει σχεδόν παραλύσει. Η συγκεκριμένη δίοδος αποτελεί το κανάλι από το οποίο διακινείται κανονικά το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προμήθειας LNG.

Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στην περιοχή έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ αυτόν τον μήνα, εντείνοντας τους φόβους για την ασφάλεια των μεταφορών. Παρότι ορισμένα φορτία από το Κατάρ επιχειρούν εναλλακτικές και σπάνιες διαδρομές μέσω της Ερυθράς Θάλασσας για να φτάσουν σε ευρωπαϊκά λιμάνια όπως της Πολωνίας, οι συνολικοί όγκοι παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένοι σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Αυτή η παρατεταμένη ασφυξία στην προσφορά LNG έχει αφήσει την Ευρώπη εκτεθειμένη, με τα αποθέματα φυσικού αερίου στις αποθήκες της ηπείρου να βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα από τα αντίστοιχα περσινά για αυτή την εποχή.

Ως άμεση συνέπεια, οι ευρωπαϊκές τιμές αναφοράς για το φυσικό αέριο (συμβόλαια TTF) ξεπέρασαν πρόσφατα τα 88 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), σημειώνοντας άνοδο άνω του 140% από τις αρχές του έτους και καταγράφοντας τις υψηλότερες τιμές από τον Δεκέμβριο του 2022.

Από το μηδέν στα 64 Ευρώ: Το άλμα της κερδοφορίας

Η κατακόρυφη άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου ανέτρεψε πλήρως τη σειρά οικονομικής προτεραιότητας στην ηλεκτροπαραγωγή (merit order). Η παραγωγή ενέργειας από σταθμούς φυσικού αερίου έχει υποστεί καθίζηση λόγω της «καταστροφής της ζήτησης» (demand destruction) και των αναγκαστικών μέτρων εξοικονόμησης που εφαρμόζουν οι βιομηχανίες και οι κυβερνήσεις. Στο κενό που δημιουργήθηκε, ο άνθρακας κατέστη όχι μόνο απαραίτητος, αλλά και εξαιρετικά προσοδοφόρος.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Energy Aspects, ένας βασικός δείκτης κερδοφορίας για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη στη Γερμανία εκτινάχθηκε αυτόν τον μήνα στα 64 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh). Την ίδια ακριβώς περίοδο πέρυσι, το αντίστοιχο περιθώριο κέρδους ήταν μηδενικό.

«Τα περιθώρια κέρδους (spreads) αναμένεται να διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα μέχρι και τον Μάρτιο», επισημαίνει η Sabrina Kernbichler, αναλύτρια της Energy Aspects. Η εξέλιξη αυτή προσφέρει μια σημαντική οικονομική ανάσα στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που διατηρούν σε λειτουργία αυτούς τους σταθμούς, ανατρέποντας τα επιχειρηματικά πλάνα που προέβλεπαν γρήγορη απόσυρσή τους.

Ο ρόλος του καιρού

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ζήτηση άνθρακα στην Ευρώπη παραμένει σε δομική πτώση λόγω των αυστηρών περιβαλλοντικών κανονισμών και της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο, η υποχώρηση αυτή επιβραδύνεται σημαντικά φέτος.

Στην πρόσφατη έκθεσή της, η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας (IEA) αναθεώρησε τις προβλέψεις της προς τα πάνω. Η συνολική ετήσια ζήτηση άνθρακα στην Ευρώπη για το 2026 αναμένεται πλέον να διαμορφωθεί στους 276 εκατομμύρια τόνους. Αν και το νούμερο αυτό είναι μικρότερο από τα 292 εκατομμύρια τόνους του προηγούμενου έτους, είναι αισθητά υψηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις της υπηρεσίας πριν από το ξέσπασμα των γεωπολιτικών συγκρούσεων.

«Οι υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου περιόρισαν την αναμενόμενη μείωση της χρήσης άνθρακα σε χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία, όπου η ηλεκτροπαραγωγή από αέριο μειώθηκε και υπάρχει διαθέσιμη εφεδρική ανθρακική ισχύς», σημειώνει η IEA στην έκθεσή της.

Η κατάσταση ενδέχεται να επιβαρυνθεί περαιτέρω ανάλογα με τις διαθέσεις του καιρού. Η επικράτηση σφοδρών κυμάτων ψύχους κατά τη διάρκεια του χειμώνα θα μπορούσε να αυξήσει προσωρινά τη χρήση άνθρακα στην Ευρώπη σε επίπεδα κατά πολύ υψηλότερα από αυτά που είχαν προβλεφθεί πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, ο οποίος ανέτρεψε τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές.

Το παράδοξο της πράσινης μετάβασης

Η τρέχουσα συγκυρία φέρνει στην επιφάνεια μια σκληρή αλήθεια για την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική: την ανάγκη για σταθερή ισχύ βάσης (baseload power). Παρά την εντυπωσιακή πρόοδο στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών και αιολικών συστημάτων —τα οποία, σύμφωνα με εκτιμήσεις του κλάδου, βοήθησαν την ΕΕ να αποφύγει δισεκατομμύρια ευρώ σε επιπλέον εισαγωγές αερίου φέτος— οι ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκούν από μόνες τους για τη διατήρηση της σταθερότητας του ηλεκτρικού δικτύου όταν το φυσικό αέριο καθίσταται απλησίαστο ή ελλειμματικό.

Οι ευρωπαϊκές χώρες που έσπευσαν να κλείσουν ανθρακικούς σταθμούς για να πιάσουν τους κλιματικούς στόχους βρίσκονται τώρα αντιμέτωπες με το υψηλό κόστος των επιλογών τους. Οι εναπομείναντες σταθμοί δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως περιβαλλοντική πληγή, αλλά ως απαραίτητα στηρίγματα του συστήματος, χωρίς τα οποία ο κίνδυνος των μπλακ-άουτ ή των αστρονομικών αυξήσεων στους λογαριασμούς των καταναλωτών θα γινόταν πραγματικότητα.

Καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι ηγέτες της ΕΕ αναζητούν συντονισμένες λύσεις για τον περιορισμό των τιμών ενέργειας, ο άνθρακας —έστω και προσωρινά— κερδίζει ξανά έδαφος, υπενθυμίζοντας ότι στην ενέργεια, η ασφάλεια εφοδιασμού προηγείται συχνά της βιωσιμότητας.

Διαβάστε ακόμη