Το επενδυτικό σχέδιο ύψους 100 δισ. δολαρίων για την εξόρυξη 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου στη Βενεζουέλα, το οποίο προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ, προκαλεί έντονο σκεπτικισμό στην αγορά ενέργειας, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg. Αν και ο Αμερικανός πρόεδρος προβάλλει τη συμφωνία ως καταλύτη για τη μείωση των τιμών των καυσίμων και την αναπλήρωση των αμερικανικών στρατηγικών αποθεμάτων αργού, οι αναλυτές αμφιβάλλουν για την υλοποίησή της εντός της προεδρικής του θητείας.
Ο Λευκός Οίκος προχώρησε στη δημιουργία μιας νέας κοινοπραξίας υπό τον άμεσο έλεγχο των ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να επιταχύνει την ανάπτυξη 17 πετρελαιοπηγών. Σύμφωνα με πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων, ο Τραμπ επέλεξε αυτή την επιθετική στρατηγική λόγω της δυσαρέσκειάς του για τους αργούς ρυθμούς αύξησης της παραγωγής από ιδιωτικούς ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η ExxonMobil Holdings και η ConocoPhillips. Στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να παράσχει θεσμική ασφάλεια στους παραγωγούς, προκειμένου να δεσμεύσουν κεφάλαια στο έργο.
Ωστόσο, η χρηματοδότηση των 100 δισ. δολαρίων παραμένει αδιευκρίνιστη. Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθάρισε ότι τα κεφάλαια δεν θα προέλθουν από τους Αμερικανούς φορολογούμενους, αλλά ο ιδιωτικός εταίρος της συμφωνίας, η North American Blue Energy Partners, δεν διαθέτει το οικονομικό εκτόπισμα για να καλύψει αυτόνομα το συγκεκριμένο ποσό. Η έλλειψη ρεαλιστικού χρηματοδοτικού πλαισίου δημιουργεί ανησυχίες ότι η συμφωνία ενδέχεται να καταλήξει όπως άλλες ματαιωμένες πρωτοβουλίες του Τραμπ (όπως το ειρηνευτικό σχέδιο για τη Γάζα ή η κατάπαυση του πυρός στο Ιράν).
Ο Φρανσίσκο Μονάλντι, διευθυντής ενεργειακής πολιτικής της Λατινικής Αμερικής στο Πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον, υπογράμμισε τον επενδυτικό κίνδυνο. «Εξαρτάται από το ποιος θα υπογράψει, αν θα επενδύσουν πραγματικά και, φυσικά, για τι είδους συμβάσεις μιλάμε;», δήλωσε, προσθέτοντας πως «τα περισσότερα από αυτά δεν αποτελούν δεόντως αποδεδειγμένα αποθέματα».
Ο πολιτικός χρονισμός της συμφωνίας συνδέεται άμεσα με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου και την πίεση που δέχεται η κυβέρνηση για τη μείωση της τιμής της βενζίνης. Η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του Inter-American Dialogue, Ρεμπέκα Μπιλ Τσάβες, επισήμανε ότι η ουσιαστική αύξηση της παραγωγής απαιτεί πολυετή ορίζοντα και μαζικές κεφαλαιακές εισροές. «Το πολιτικό αφήγημα προηγείται κατά πολύ από αυτό που μπορεί να προσφέρει η Βενεζουέλα στις αντλίες των βενζινάδικων βραχυπρόθεσμα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Παρά τη σιγή του Λευκού Οίκου σε αιτήματα σχολιασμού, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε τη Δευτέρα από το Μέριλαντ ότι οι ροές από το Καράκας συγκρατούν τις τιμές του αργού. «Προφανώς είναι υψηλότερες από ό,τι ήταν πριν από μερικούς μήνες. Αλλά είναι, κατά κάποιο τρόπο, πολύ πιο σταθερές, εν μέρει λόγω αυτού που βλέπουμε να βγαίνει από τη Βενεζουέλα», ανέφερε ο αντιπρόεδρος. Ταυτόχρονα, ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, προγραμματίζει επίσκεψη στο Καράκας εντός της εβδομάδας, όπου αναμένεται να επισημοποιηθούν περισσότερες από δώδεκα ανεξάρτητες ενεργειακές συμφωνίες (συμβάσεις και μνημόνια κατανόησης), διακριτές από το αμερικανικό μερίδιο της κοινοπραξίας.
Η αμερικανική κινητικότητα στοχεύει στην επίδειξη προόδου και στην αντιστάθμιση των διαταραχών εφοδιασμού από τα Στενά του Ορμούζ, εν μέσω του συνεχιζόμενου πολέμου στο Ιράν. Οι διπλωματικές επαφές εντάθηκαν μετά την αποτυχία υλοποίησης ενεργειακών έργων που ακολούθησε τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο.
Στο εταιρικό μέτωπο, η Chevron, η μοναδική αμερικανική μεγάλη πετρελαϊκή με παρουσία στη χώρα, διαπραγματεύεται την προσθήκη δύο κοιτασμάτων βαρέος πετρελαίου στις δραστηριότητές της. Παράλληλα, η κολομβιανή GeoPark ετοιμάζεται να αναλάβει το κοίτασμα Bare στη Ζώνη Πετρελαίου του Ορινόκο, ενώ η Hunt Oil (επιχείρηση από το Ντάλας) έχει υπογράψει συμφωνία ανάπτυξης για τα κοιτάσματα Caro και Carisito. Η ασκούσα χρέη προέδρου, Ντέλσι Ροντρίγκες, προανήγγειλε μέσω της κρατικής τηλεόρασης ευρύτερες συμφωνίες με εταιρείες όπως οι Repsol, Eni, Shell και BP, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ο στόχος της Ροντρίγκες να αυξήσει την παραγωγή πάνω από το 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως μεταφράζεται σε άνοδο 30% από τα τρέχοντα επίπεδα, υπολειπόμενος ωστόσο δραματικά του ιστορικού υψηλού των 3,5 εκατ. bpd που κατέγραφε η χώρα στα τέλη της δεκαετίας του 1990, πριν από την εθνικοποίηση της βιομηχανίας από τον Τσάβες. Οι υποδομές στα 17 προωθούμενα κοιτάσματα κρίνονται ανεπαρκείς, με το δίκτυο ηλεκτροδότησης να χαρακτηρίζεται αναξιόπιστο, απαιτώντας επισκευές δισεκατομμυρίων που εκτείνονται πολύ πέραν της λήξης της θητείας του Τραμπ (Ιανουάριος 2029). Επιπροσθέτως, το νομικό και πολιτικό ρίσκο διαδοχής τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στο Καράκας λειτουργεί αποτρεπτικά για μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές Vincent Piazza και Justin Teresi: «Βλέπουμε περιορισμένη διάθεση μεταξύ των μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών να αναπτύξουν κεφάλαια στη Βενεζουέλα στην κλίμακα ή στον ρυθμό που στοχεύει η αμερικανική κυβέρνηση». Οι ίδιοι προσθέτουν πως οι ανεπίλυτες νομικές διεκδικήσεις και οι βαθιές ανησυχίες των επενδυτών θα συνεχίσουν να οριοθετούν τις βραχυπρόθεσμες κεφαλαιακές δεσμεύσεις των Αμερικανών παρόχων.
Διαβάστε ακόμη
- Chevron: Κοντά σε deal δισεκατομμυρίων για τα πετρέλαια της Βενεζουέλας
- Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας “γεμίζει” τα αμερικανικά αποθέματα
- Αποδυναμώνεται το αμερικανικό στρατηγικό απόθεμα πετρελαίου εν μέσω του πολέμου με το Ιράν
