«Καμπανάκι» για την ενεργειακή πολιτική της Γερμανίας κρούει η Επιτροπή Μονοπωλίων, υποστηρίζοντας ότι οι επιδοτήσεις προς επιλεγμένους κλάδους δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Αντί για «έναν λαβύρινθο ενεργειακών ενισχύσεων», όπως τον αποκαλούν, οι ειδικοί προτείνουν μια συνολική μείωση των φόρων και των χρεώσεων στην ηλεκτρική ενέργεια, ώστε να αποκομίσουν τα οφέλη όλες οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές. Στη νέα γνωμοδότησή της, η οποία παρουσιάστηκε την Πέμπτη, και επικαλείται η γερμανική εφημερίδα Die Welt, η Επιτροπή ασκεί συνολική κριτική στην ενεργειακή πολιτική που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια στη Γερμανία, τόσο από τη σημερινή υπουργό Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε όσο και από τους προκατόχους της. Όπως επισημαίνουν, η χώρα έχει δημιουργήσει διαχρονικά ένα πολύπλοκο σύστημα ενεργειακών επιδοτήσεων, με διαφορετικούς κανόνες και εξαιρέσεις για συγκεκριμένους κλάδους. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ένα σύστημα που ελέγχεται δύσκολα, ευνοώντας κυρίως τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, ενώ πολλές μικρότερες εταιρείες αποκλείονται από τα περισσότερα προγράμματα στήριξης.
Οι επιδοτήσεις δεν λύνουν το πρόβλημα
Η Επιτροπή εκτιμά ότι μέτρα όπως η αποζημίωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, οι επιδοτήσεις στη βιομηχανική τιμή ρεύματος, οι μειώσεις του φόρου ηλεκτρικής ενέργειας και οι επιχορηγήσεις για τα τέλη δικτύου αντιμετωπίζουν μόνο τα συμπτώματα του προβλήματος και όχι τις πραγματικές αιτίες του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής Μονοπωλίων, Τομάζο Ντούζο, οι συνεχείς κρατικές παρεμβάσεις είναι ιδιαίτερα δαπανηρές, ενώ συχνά αποδεικνύονται αναποτελεσματικές. Κατά την άποψή του, τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της γερμανικής βιομηχανίας δεν μπορούν να επιλυθούν με ολοένα και περισσότερα αποσπασματικά μέτρα για επιμέρους κλάδους.
Αντίθετα, οι οικονομολόγοι εισηγούνται μια πιο απλή και οριζόντια λύση: τη μείωση των φόρων, των τελών δικτύου και των υπόλοιπων κρατικών επιβαρύνσεων που επιβαρύνουν την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για όλους τους καταναλωτές. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής, μια γενικευμένη μείωση των επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια προσφέρει τουλάχιστον τα ίδια οφέλη για την οικονομία με τις στοχευμένες επιδοτήσεις, χωρίς όμως να δημιουργεί στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
Οι προσομοιώσεις που πραγματοποίησαν οι ειδικοί δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των επιδοτήσεων παραμένει τελικά ως πρόσθετο κέρδος στις επιχειρήσεις που τις λαμβάνουν, αντί να μεταφέρεται στους πελάτες μέσω χαμηλότερων τιμών. Έτσι, για παράδειγμα, η στήριξη προς τους παραγωγούς αλουμινίου δεν μεταφράζεται εξ ολοκλήρου σε χαμηλότερο κόστος για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τα προϊόντα τους.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι υπάρχει πολιτικός λόγος για τον οποίο οι κυβερνήσεις προτιμούν τις στοχευμένες ενισχύσεις. Όπως εξηγεί, μια γενική μείωση φόρων και χρεώσεων μοιράζει το όφελος σε όλους, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση αποκομίζει σχετικά μικρό κέρδος και, κατά συνέπεια, δεν ασκείται ιδιαίτερη πολιτική πίεση για την εφαρμογή της.
Αντίθετα, μέτρα όπως η επιδότηση της βιομηχανικής τιμής του ρεύματος προσφέρουν σημαντικό οικονομικό όφελος σε συγκεκριμένους κλάδους και μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν ισχυρή εκπροσώπηση και ασκούν μεγαλύτερη πίεση προς την πολιτική ηγεσία. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, τα μέτρα αυτά εμφανίζονται πολιτικά ελκυστικά χωρίς να προσφέρουν αντίστοιχη προστιθέμενη αξία στη συνολική οικονομία.
Οι ειδικοί δεν αμφισβητούν ότι για ορισμένους ενεργοβόρους κλάδους το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η εικόνα διαφέρει σημαντικά από κλάδο σε κλάδο. Κατά μέσο όρο, το ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί μόλις στο 2,9% του συνολικού κόστους παραγωγής, ενώ σε δραστηριότητες όπως η παραγωγή αλουμινίου ή χαρτοπολτού ξεπερνά το 15%.
Παράλληλα, διαπιστώνουν ότι οι ειδικές επιδοτήσεις δημιουργούν προβλήματα οριοθέτησης, καθώς επιχειρήσεις με παρόμοια χαρακτηριστικά αντιμετωπίζονται διαφορετικά, οδηγώντας τελικά σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.
Στο στόχαστρο και η γραφειοκρατία
Ένα ακόμη σημείο έντονης κριτικής αφορά τη γραφειοκρατία που συνοδεύει τα υφιστάμενα προγράμματα ενίσχυσης. Η Επιτροπή χαρακτηρίζει ιδιαίτερα πολύπλοκες τις διαδικασίες υποβολής αιτήσεων, επισημαίνοντας ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να πληρούν πληθώρα προϋποθέσεων, όπως η εφαρμογή συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης, η υλοποίηση μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας και η κάλυψη συγκεκριμένου ποσοστού της κατανάλωσής τους από ανανεώσιμες πηγές.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι περισσότερες ενισχύσεις καταβάλλονται αρκετούς μήνες μετά την πραγματοποίηση των σχετικών δαπανών. Αυτό σημαίνει ότι πολλές επιχειρήσεις χρειάζεται να καλύψουν αρχικά το αυξημένο ενεργειακό κόστος με ίδια κεφάλαια ή μέσω τραπεζικού δανεισμού, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της κρατικής στήριξης.
Η Ράιχε αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγών
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και η ίδια η υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, Κατερίνα Ράιχε έχει αναγνωρίσει πως τα μέχρι σήμερα μέτρα αντιμετωπίζουν κυρίως τις συνέπειες του υψηλού ενεργειακού κόστους και όχι τις δομικές αδυναμίες του συστήματος.
Όπως είχε δηλώσει πρόσφατα κατά την «Ημέρα της Βιομηχανίας» στο Βερολίνο, η επόμενη πρόκληση είναι η συνολική αναδιοργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και οι δυνατότητες του δικτύου δεν συμβαδίζουν, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται σημαντικά οι δημόσιοι πόροι.
Διαβάστε ακόμη
