Πιο δραστικές κινήσεις φαίνεται να εξετάζει η Γερμανία, την ώρα που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με κρίση στον τομέα των υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Η στασιμότητα στις επενδύσεις, οι αποτυχημένες δημοπρασίες και η ανάγκη επίτευξης φιλόδοξων κλιματικών στόχων φέρνουν στο τραπέζι ριζικές αλλαγές τόσο στον σχεδιασμό των θαλάσσιων εκτάσεων όσο και στο ίδιο το οικονομικό μοντέλο στήριξης του κλάδου. Στο πλαίσιο αυτό, η Δανία εμφανίζεται πλέον ως πιθανός «σωτήρας» της γερμανικής ενεργειακής μετάβασης, γράφει η Handelsblatt.

Ο τρόπος με τον οποίο έχουν χωροθετηθεί τα αιολικά πάρκα στη Βόρεια και τη Βαλτική Θάλασσα δημιουργεί σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας για τους επενδυτές. Η υπερβολικά πυκνή εγκατάσταση ανεμογεννητριών οδηγεί σε φαινόμενα «σκίασης», το λεγόμενο Abschattungseffekte, δηλαδή όταν οι ανεμογεννήτριες βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, «κόβουν» η μία τον άνεμο από την άλλη, με αποτέλεσμα να παράγεται λιγότερη ενέργεια από την αναμενόμενη. Αυτό μειώνει την απόδοση και τελικά την κερδοφορία των έργων, με αποτέλεσμα τη σταδιακή απώλεια επενδυτικού ενδιαφέροντος.

Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε ξεκάθαρα τον Αύγουστο του 2025, όταν δημοπρασίες για εκτάσεις στη Βόρεια Θάλασσα έληξαν χωρίς καμία προσφορά. Το γεγονός αυτό λειτούργησε σαν «καμπανάκι» για τον κλάδο και κατέστησε σαφές ότι η περαιτέρω ανάπτυξη της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς δομικές αλλαγές. Για τον λόγο αυτό, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας επεξεργάζεται μια τροποποίηση του Νόμου για την Υπεράκτια Αιολική Ενέργεια (WindSeeG), αν και πολλές παράμετροι παραμένουν ακόμη ασαφείς.

Οι επιχειρήσεις του κλάδου, από την πλευρά τους, ζητούν να αναθεωρηθεί άμεσα τόσο το σύστημα επιδοτήσεων όσο και η ίδια η κατανομή των εκτάσεων στη θάλασσα. Στο επίκεντρο των αιτημάτων τους βρίσκεται η πρόταση μεταφοράς μέρους της μελλοντικής ισχύος εκτός γερμανικών υδάτων, με τη Δανία να προβάλλεται ως βασικός εναλλακτικός προορισμός, καθώς η γειτονική χώρα διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερο και πιο αποδοτικό θαλάσσιο χώρο για την ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Γερμανία έχει θέσει εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους: 30 GW έως το 2030, 40 GW έως το 2035 και 70 GW έως το 2045. Ωστόσο, σήμερα βρίσκονται εγκατεστημένα μόλις 9,7 GW, ενώ η πορεία ανάπτυξης χαρακτηρίζεται αργή, με το πρώτο έργο («Alpha Ventus») να έχει τεθεί σε λειτουργία μόλις το 2010.

Στο πλαίσιο των προτάσεων του κλάδου, στελέχη όπως ο Josche Muth της Ørsted και ο Martin Neubert της Copenhagen Infrastructure Partners εισηγούνται ένα υβριδικό μοντέλο: περίπου 60 GW να παραμείνουν στη Γερμανία και έως 10 GW να μεταφερθούν στη Δανία, ώστε να αποφευχθούν οι απώλειες από τα φαινόμενα σκίασης και να βελτιωθεί η συνολική απόδοση του συστήματος.

Παράλληλα, οι δύο χώρες συνεργάζονται στενότερα στις ενεργειακές υποδομές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο «Bornholm Energy Island», στο οποίο οι διαχειριστές δικτύου της Δανίας (Energinet) και της Γερμανίας (50Hertz) δημιουργούν ένα κοινό ενεργειακό «κόμβο». Εκεί θα συγκεντρώνεται η ενέργεια που παράγεται από υπεράκτια αιολικά πάρκα και στη συνέχεια θα μεταφέρεται μέσω υποθαλάσσιων καλωδίων προς τα ηλεκτρικά δίκτυα των δύο χωρών, ώστε να αξιοποιείται πιο αποτελεσματικά.

Ρυθμίσεις «κλειδί» στα υπεράκτια αιολικά

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Γερμανίας βρίσκεται σε εξέλιξη ανασχεδιασμός των θαλάσσιων εκτάσεων μέσω της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Ναυτιλίας και Υδρογραφίας (BSH), με στόχο την καλύτερη προσαρμογή της χωροθέτησης στις πραγματικές συνθήκες ροής του ανέμου και τη βελτίωση της οικονομικότητας των έργων.

Κομβικό ζήτημα αποτελεί και η αναμόρφωση του συστήματος επιδοτήσεων. Η κυβέρνηση εξετάζει τη μετάβαση σε Contracts for Difference (CfD), δηλαδή συμβόλαια που εξασφαλίζουν στους παραγωγούς μια σταθερή τιμή για το ρεύμα που πουλάνε. Αν η τιμή της αγοράς πέφτει, το κράτος καλύπτει τη διαφορά, ενώ αν ανεβαίνει, το κράτος κρατά το επιπλέον κέρδος. Ωστόσο, ο κλάδος ζητά τα συμβόλαια αυτά να προσαρμόζονται στον πληθωρισμό, ώστε η εγγυημένη τιμή να αυξάνεται ανάλογα με το κόστος ζωής και τις επενδύσεις, μειώνοντας έτσι το οικονομικό ρίσκο για τις εταιρείες. Οι υποστηρικτές της πρότασης υποστηρίζουν ότι ένα τέτοιο μοντέλο θα μειώσει το κόστος χρηματοδότησης και θα ενισχύσει την υλοποίηση έργων, ενώ οι επικριτές προειδοποιούν ότι μπορεί να μεταφέρει υπερβολικούς κινδύνους στους καταναλωτές. Η πολιτική συζήτηση παραμένει ανοιχτή, με την τελική ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια των επενδύσεων και το δημόσιο κόστος να μην έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Διαβάστε ακόμη