Η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης σκοντάφτει σε ένα πρόβλημα που γίνεται ολοένα και πιο έντονο: τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορούν να ακολουθήσουν την ταχύτητα ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Περισσότερα από 120 GW νέων έργων αιολικής και ηλιακής ενέργειας κινδυνεύουν να καθυστερήσουν ή να μείνουν ανενεργά λόγω περιορισμών στη χωρητικότητα των δικτύων, ενώ σημαντικές ποσότητες καθαρής ενέργειας που ήδη παράγονται χάνονται εξαιτίας των υφιστάμενων υποδομών.

Σύμφωνα με νέα ανάλυση του ενεργειακού think tank Ember, που επικαλείται το euronews, η Ευρώπη θα μπορούσε να προσθέσει άμεσα έως και 25 GW αιολικής και ηλιακής ισχύος σε επτά χώρες της ΕΕ, χωρίς να απαιτηθούν νέες επενδύσεις σε υποδομές δικτύου. Η λύση που προτείνεται είναι η υβριδοποίηση (hybridisation), δηλαδή η συνδυασμένη αξιοποίηση διαφορετικών τεχνολογιών ενέργειας μέσω μιας κοινής σύνδεσης στο ηλεκτρικό δίκτυο.

Τα δίκτυα δεν προλαβαίνουν την πράσινη ανάπτυξη

Τα ευρωπαϊκά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας σχεδιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό για ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο, βασισμένο σε μεγάλες, κεντρικές μονάδες παραγωγής, όπως οι λιγνιτικές και ανθρακικές μονάδες. Η μαζική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με εκατοντάδες μικρότερες και πιο αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις, δημιουργεί πλέον νέες απαιτήσεις.

Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο λόγω της φύσης της αιολικής και ηλιακής παραγωγής. Σε αντίθεση με τις συμβατικές μονάδες, η παραγωγή τους εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και όχι από τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι, όταν η παραγωγή ξεπερνά τη δυνατότητα απορρόφησης του δικτύου, μέρος της καθαρής ενέργειας περιορίζεται ή χάνεται.

Η «έξυπνη» αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών

Η Ember υποστηρίζει ότι η υβριδοποίηση μπορεί να αποτελέσει μια άμεση λύση, καθώς επιτρέπει σε διαφορετικές τεχνολογίες να χρησιμοποιούν την ίδια σύνδεση με το δίκτυο. Για παράδειγμα, ένα αιολικό πάρκο ή ένα φωτοβολταϊκό έργο μπορεί να εγκατασταθεί στο ίδιο σημείο σύνδεσης με έναν υδροηλεκτρικό σταθμό ή ένα σύστημα αποθήκευσης.

Με αυτόν τον τρόπο, η υπάρχουσα υποδομή αξιοποιείται πιο αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται η κατασκευή νέων γραμμών μεταφοράς ή υποσταθμών.

Ιδιαίτερα κατάλληλα για τέτοιες εφαρμογές θεωρούνται τα υδροηλεκτρικά έργα, καθώς λειτουργούν ουσιαστικά ως «μπαταρίες» του συστήματος. Μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν γρήγορα την παραγωγή τους, ανάλογα με τις ανάγκες του δικτύου, καλύπτοντας τα κενά που δημιουργούν οι μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές.

«Προσθέτοντας αιολικά ή φωτοβολταϊκά στο ίδιο σημείο σύνδεσης με έναν υδροηλεκτρικό σταθμό, οι επενδυτές μπορούν να συνδεθούν ταχύτερα στο δίκτυο και οι διαχειριστές να αξιοποιήσουν καλύτερα την υπάρχουσα υποδομή», αναφέρει η Elisabeth Cremona, επικεφαλής ενεργειακών υποδομών στην Ember.

Δυνατότητα για 18% περισσότερες ΑΠΕ έως το 2030

Η ανάλυση της Ember εξέτασε επτά μεγάλες αγορές υδροηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Αυστρία, Βουλγαρία, Γαλλία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ρουμανία και Ισπανία.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μέσω της υβριδοποίησης θα μπορούσε να ενσωματωθεί περίπου το 18% της νέας ανανεώσιμης ισχύος που αναμένεται να εγκατασταθεί έως το 2030 στις συγκεκριμένες χώρες, χωρίς πρόσθετη ενίσχυση της χωρητικότητας των δικτύων.

Το ρυθμιστικό κενό παραμένει εμπόδιο

Παρά τα οφέλη, η εφαρμογή της λύσης παραμένει περιορισμένη, καθώς τα περισσότερα κράτη μέλη δεν διαθέτουν σαφές θεσμικό πλαίσιο για τα υβριδικά έργα. Μόνο η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν θεσπίσει συγκεκριμένους κανόνες για τέτοιες επενδύσεις.

Η Ember ζητά από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να επιταχύνουν τη δημιουργία ξεκάθαρων κανόνων και να δώσουν προτεραιότητα σε έργα που αξιοποιούν καλύτερα τις υπάρχουσες ενεργειακές υποδομές.

«Οι πολιτικές φιλοδοξίες δεν έχουν σημασία αν η καθαρή ενέργεια παραμένει εγκλωβισμένη στις ουρές σύνδεσης», σημειώνει η Cremona, προσθέτοντας ότι για τις χώρες που αντιμετωπίζουν κορεσμό στα δίκτυα, η υβριδοποίηση μπορεί να προσφέρει μια «άμεση λύση χωρίς ανάγκη νέων παρεμβάσεων».

Καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να επιταχύνει την απανθρακοποίηση του ενεργειακού της συστήματος, η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο η παραγωγή περισσότερης πράσινης ενέργειας, αλλά και η δυνατότητα μεταφοράς και αξιοποίησής της.

Διαβάστε ακόμη