Η Saudi Aramco εξετάζει την πώληση συμμετοχής στη δραστηριότητά της που αφορά το θείο, συνεχίζοντας τη στρατηγική αξιοποίησης των εκτεταμένων υποδομών της με στόχο την άντληση δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τρεις πηγές με γνώση του θέματος που μίλησαν στο Reuters.

Η μεγαλύτερη ενεργειακή εταιρεία παγκοσμίως και βασικός πυλώνας της οικονομίας της Σαουδικής Αραβίας αναζητά εξωτερική χρηματοδότηση προκειμένου να στηρίξει το φιλόδοξο πρόγραμμα οικονομικής διαφοροποίησης του βασιλείου, εν μέσω αυξανόμενων δημοσιονομικών πιέσεων. Ήδη από πέρυσι, η Aramco είχε ξεκινήσει μια ευρύτερη προσπάθεια πώλησης περιουσιακών στοιχείων, βελτίωσης της αποδοτικότητας και μείωσης του λειτουργικού κόστους.

Σύμφωνα με μία από τις πηγές και υπολογισμούς του Reuters, η συνολική αξία των υποδομών που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για άντληση κεφαλαίων ενδέχεται να φτάσει τα 50 δισ. δολάρια.

Η εταιρεία κάλεσε τον περασμένο μήνα τράπεζες να καταθέσουν προτάσεις για τη συμφωνία που αφορά τη δραστηριότητα του θείου, η οποία φέρει εσωτερικά την κωδική ονομασία «Project Yellowstone». Σύμφωνα με μία από τις πηγές, η συναλλαγή θα μπορούσε να αποφέρει έως και 7 δισ. δολάρια. Η Aramco δεν σχολίασε τις πληροφορίες.

Το θείο αποτελεί παραπροϊόν που προκύπτει κατά την επεξεργασία του φυσικού αερίου, όταν αφαιρείται το υδρόθειο ώστε το αέριο να καταστεί κατάλληλο για εξαγωγή. Η εταιρεία διαθέτει το προϊόν μέσω του εμπορικού της βραχίονα και, σύμφωνα με τον ιστότοπό της, συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων εξαγωγέων θείου στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και της Ερυθράς Θάλασσας.

Τα περιουσιακά στοιχεία που εξετάζονται προς πώληση αφορούν κυρίως εγκαταστάσεις αποθήκευσης και τερματικούς σταθμούς εξαγωγής θείου. Ωστόσο, η εταιρεία εξακολουθεί να αξιολογεί ποια ακριβώς στοιχεία θα περιληφθούν στη συμφωνία, η οποία δεν αναμένεται να προχωρήσει πριν από το επόμενο έτος.

Στο «μικροσκόπιο» και άλλες υποδομές

Η Aramco ανήκει σε ποσοστό άνω του 97% στο σαουδαραβικό κράτος, το κρατικό επενδυτικό ταμείο και συνδεδεμένους φορείς, αποτελώντας τη σημαντικότερη πηγή εσόδων για το βασίλειο μέσω μερισμάτων και δικαιωμάτων εκμετάλλευσης.

Παράλληλα, η εταιρεία επιδιώκει να εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους παγκόσμιους παίκτες στον τομέα του φυσικού αερίου, με αιχμή του δόρατος το γιγαντιαίο έργο Jafurah, προϋπολογισμού 100 δισ. δολαρίων. Πέρυσι, υπέγραψε συμφωνία επαναμίσθωσης (lease and leaseback) ύψους 11 δισ. δολαρίων για τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας φυσικού αερίου του Jafurah, με κοινοπραξία υπό την ηγεσία της Global Infrastructure Partners της BlackRock.

Ταυτόχρονα, η Aramco εξετάζει και μια ξεχωριστή συμφωνία που αφορά τους τερματικούς σταθμούς εξαγωγής πετρελαίου της. Σύμφωνα με δύο από τις πηγές, η αξία των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσε να φτάσει τα 25 δισ. δολάρια.

Η εταιρεία φέρεται να αναμένει αποκλιμάκωση των περιφερειακών εντάσεων πριν ξεκινήσει τη διαδικασία, πιθανότατα κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Παράλληλα, υπό εξέταση βρίσκεται και το χαρτοφυλάκιο ακινήτων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού συγκροτήματος γραφείων της, με εκτιμώμενη αξία περίπου 10 δισ. δολαρίων.

Επιπλέον, η Aramco θα μπορούσε να αντλήσει περίπου 500 εκατ. δολάρια από περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται με τις υδάτινες υποδομές των δραστηριοτήτων παραγωγής πετρελαίου, στο πλαίσιο του έργου με την κωδική ονομασία «Project Hydro».

Μεταξύ των ενδιαφερόμενων επενδυτών συγκαταλέγονται η εταιρεία υποδομών ύδρευσης και επεξεργασίας λυμάτων Miahona και η Metito Utilities, με έδρα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Η Metito απέφυγε να σχολιάσει συγκεκριμένα τα περιουσιακά στοιχεία της Aramco, επισημαίνοντας ωστόσο ότι αξιολογεί συστηματικά επενδυτικές ευκαιρίες στις αγορές όπου δραστηριοποιείται. Η Miahona δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε σχετικό αίτημα σχολιασμού.

Οι τέσσερις πηγές μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, καθώς οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και παραμένουν εμπιστευτικές.

Το Reuters είχε αναφέρει και στο παρελθόν ότι η Aramco εργάζεται για την πώληση μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με καύσιμο φυσικό αέριο, συνολικής αξίας τουλάχιστον 4 δισ. δολαρίων.

Διαβάστε ακόμη