Από τον Μάιο έως τις αρχές Σεπτεμβρίου κάηκαν 318.870 στρέμματα, σημαντικά λιγότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας εικοσαετίας, ενώ καταγράφηκε η μικρότερη καμένη έκταση από το 2022. Πίσω από τη θετική εικόνα, ωστόσο, παραμένουν σημαντικές περιβαλλοντικές πληγές και μια κρίσιμη πρόκληση: τι συμβαίνει στις καμένες εκτάσεις όταν σβήσουν οι φωτιές. Με αφορμή τον φετινό απολογισμό, η ομάδα της We4all ετοίμασε ένα άρθρο που εξετάζει γιατί η προστασία και η αποκατάσταση των δασών δεν τελειώνουν με το τέλος της αντιπυρικής περιόδου:
Το καλοκαίρι που κλείνει άφησε στην Ελλάδα μια εικόνα που, για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, επιτρέπει μια μικρή ανάσα αισιοδοξίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του meteo, από τον Μάιο έως τις αρχές Σεπτεμβρίου κάηκαν 318.870 στρέμματα, έκταση σαφώς μικρότερη από τον μέσο όρο της εικοσαετίας 2006-2025, που αγγίζει τα 466.685 στρέμματα. Πρόκειται για τη μικρότερη καμένη έκταση από το 2022, ενώ και ο αριθμός των μεγάλων μετώπων (42 πυρκαγιές που ξεπέρασαν τα 300 στρέμματα η καθεμία) ήταν ο χαμηλότερος από το 2020. Οι πιο ήπιες πυρομετεωρολογικές συνθήκες και η ταχύτερη επιχειρησιακή αντίδραση φαίνεται πως λειτούργησαν υπέρ των δασών.
Κι όμως, τα καλύτερα νούμερα δεν σημαίνουν καλοκαίρι χωρίς πληγές. Το μεγαλύτερο μέτωπο ξεκίνησε από τη Βοιωτία, πέρασε τον Κιθαιρώνα και κατέληξε στη δυτική Αττική, στο Πόρτο Γερμενό, αφήνοντας πίσω του πάνω από 100.000 στρέμματα. Τον Ιούλιο, οι θυελλώδεις βοριάδες τροφοδότησαν εκτεταμένες πυρκαγιές στη νότια Κρήτη, όπου κάηκαν περισσότερα από 50.000 στρέμματα και όπου η μάχη με τις φλόγες κόστισε ακριβά. Συνολικά, η φετινή αντιπυρική περίοδος άφησε πίσω της πέντε νεκρούς, μια υπενθύμιση ότι πίσω από τα στατιστικά υπάρχουν πάντα άνθρωποι. Σε ευρωπαϊκή κλίμακα η χρονιά ήταν από τις πιο δυσχερείς των τελευταίων δύο δεκαετιών. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών για τις Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS), έως τις αρχές Αυγούστου είχαν καεί περίπου πέντε εκατομμύρια στρέμματα σε ολόκληρη την ήπειρο, με την Ελλάδα στην πέμπτη θέση.
Εδώ ακριβώς κρύβεται και η ουσία που δεν χωρά σε έναν πίνακα με στρέμματα. Μια καμένη έκταση δεν “χάνεται” τη στιγμή της πυρκαγιάς, αλλά κυρίως τους επόμενους μήνες, αν μείνει αβοήθητη. Χωρίς το ριζικό δίκτυο και την κόμη των δέντρων, το έδαφος εκτίθεται στη διάβρωση, οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές παρασύρουν το γόνιμο στρώμα και υποβαθμίζουν την ποιότητα των υδάτων, ενώ ο καπνός επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με μικροσωματίδια. Οι ειδικοί προειδοποιούν και για ένα λιγότερο ορατό πλήγμα, αυτό της βιοποικιλότητας. Το πρόβλημα οξύνεται όταν οι φλόγες περνούν από περιοχές του δικτύου Natura 2000 ή από επικλινή εδάφη που έχουν ήδη καεί την τελευταία δεκαετία, εκεί όπου η ίδια η φύση δυσκολεύεται πια να επανέλθει μόνη της. Η προστασία των δασών δεν είναι, επομένως, υπόθεση ενός καλοκαιριού αλλά μιας ολόκληρης δεκαετίας.
Αυτή η παραδοχή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να μιλάμε για την επόμενη μέρα. Η δεντροφύτευση δεν είναι απλώς το να ανοίξει κανείς έναν λάκκο και να τοποθετήσει ένα δεντράκι. Είναι μια επιστημονική διαδικασία που ξεκινά από την επιλογή των σωστών, ενδημικών ειδών για κάθε έδαφος, συνεχίζεται με τη φύτευση στη σωστή εποχή, τους υγρούς μήνες και όχι στην καρδιά του καλοκαιριού, και ολοκληρώνεται με τη συστηματική φροντίδα, το πότισμα και την παρακολούθηση των νεαρών φυτών για χρόνια, ώστε να εξασφαλιστεί το υψηλότερο δυνατό ποσοστό επιβίωσης. Όταν αυτή η δουλειά γίνεται από γεωπόνους και έμπειρα στελέχη, με σχέδιο και κατόπιν υπόδειξης των αρμόδιων αρχών, το αποτέλεσμα είναι ένα πιο ανθεκτικό δάσος. Σε αρκετές πληγείσες περιοχές, μάλιστα, η στοχευμένη φύτευση δεν αποκαθιστά μόνο το τοπίο, αλλά η επιλογή ανθεκτικών ειδών, όπως οι ελιές σε αγροτικές ζώνες, στηρίζει έμπρακτα και τους παραγωγούς που έχασαν τη σοδειά και το εισόδημά τους από τη φωτιά.
Το ενθαρρυντικό είναι πως αυτή η γνώση υπάρχει ήδη και οργανώνεται. Οργανωμένες εθελοντικές δράσεις σε πληγείσες περιοχές, με καθοδήγηση από ειδικούς, έχουν δείξει ότι η ανάκαμψη ενός τοπίου είναι εφικτή όταν συνδυάζει την επιστήμη με τη συμμετοχή των πολιτών. Παράλληλα, η περιβαλλοντική εκπαίδευση των νεότερων ηλικιών χτίζει μια κοινωνία που δεν περιμένει την επόμενη φωτιά για να ασχοληθεί με το πράσινο, αλλά το φροντίζει καθημερινά. Κάθε πολίτης μπορεί να συνεισφέρει έμπρακτα, είτε επιλέγοντας να φυτέψει ένα δέντρο, είτε στηρίζοντας με μια δωρεά το έργο των οργανισμών, είτε επιλέγοντας να γίνει εθελοντής στην επόμενη ανοιχτή δράση.
Το πραγματικό στοίχημα του 2026 δεν κρίνεται στον απολογισμό των στρεμμάτων, αλλά σε αυτό που θα ακολουθήσει. Τα λιγότερα καμένα στρέμματα μας δίνουν χρόνο και περιθώριο να επενδύσουμε έμπρακτα στο μέλλον των δασών, με σχέδιο, με υπομονή και με δέντρα που φυτεύονται σωστά για να επιβιώσουν μακροπρόθεσμα και να αποκαταστήσουν τις πληγείσες περιοχές.
Διαβάστε ακόμη
