Του Chen Herzog, Chief Economist & Partner της BDO Israel

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία της περιφερειακής διασυνδεσιμότητας και των διασυνοριακών οικονομικών διαδρόμων για την ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας και σταθερότητας. Οι ενεργειακοί τομείς του Ισραήλ και της Ελλάδας λειτουργούν συμπληρωματικά, με βαθύτερη συνεργασία να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη και την ενεργειακή ασφάλεια και των δύο χωρών. Ως εκ τούτου, αντί να αναμένουν την πλήρη υλοποίηση του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), πρακτικές πρωτοβουλίες περιφερειακής διασύνδεσης που συνδέουν την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ μπορούν και πρέπει να προωθηθούν σήμερα.

Με την έναρξη της Επιχείρησης «Epic Fury», οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου αυξήθηκαν απότομα. Η τιμή ενός βαρελιού πετρελαίου, η οποία βρισκόταν περίπου στα 70 δολάρια τον Φεβρουάριο του 2026, ξεπέρασε το όριο των 110 δολαρίων κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο βασικός λόγος για αυτή την άνοδο ήταν ότι το Ιράν απέκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας διακίνησης αργού πετρελαίου (περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως).

Η τρέχουσα κρίση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της στενής σύνδεσης μεταξύ γεωπολιτικής, οικονομίας και ενέργειας. Τις τελευταίες δεκαετίες, μια σειρά γεωπολιτικών και παγκόσμιων γεγονότων έχουν αποδείξει τον αντίκτυπό τους στις τιμές του πετρελαίου, από τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ έως τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Μια ανάλυση της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ δείχνει ότι, παρόλο που μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου αναδρομολογήθηκε επιτυχώς μέσω εναλλακτικών διαδρομών, περίπου το 15% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου παρέμεινε διαταραγμένο. Το μέγεθος μιας τέτοιας απώλειας είναι σημαντικό: το 2020, κατά την κορύφωση της πανδημίας COVID-19 και των παγκόσμιων περιορισμών, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε κατά περίπου 15%. Με άλλα λόγια, η αντιστάθμιση μιας διαταραχής εφοδιασμού τέτοιου μεγέθους θα απαιτούσε καταστροφή ζήτησης αντίστοιχης κλίμακας με εκείνη που καταγράφηκε κατά την πανδημία.

Ένα έλλειμμα προσφοράς αυτού του μεγέθους ασκεί σημαντική πίεση στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, οι οποίες σήμερα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από στρατηγικά και έκτακτα αποθέματα πετρελαίου για τη σταθεροποίηση της προσφοράς. Ωστόσο, τα αποθέματα αυτά δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμη δικλείδα ασφαλείας. Εξ ορισμού, τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης είναι πεπερασμένα και μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση της αγοράς μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν το μοναδικό στρατηγικό σημείο συμφόρησης στον κόσμο, γεγονός που υπογραμμίζει ότι διαταραχές αντίστοιχης κλίμακας δεν αφορούν αποκλειστικά το Ιράν ή την περιοχή του Κόλπου. Αντίθετα, η κρίση του Ορμούζ αναδεικνύει τη γενικότερη σημασία της παγκόσμιας διασυνδεσιμότητας και των διαφοροποιημένων εμπορικών δικτύων για τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας και της οικονομικής σταθερότητας.

Κατά συνέπεια, παράλληλα με τα στρατηγικά αποθέματα έκτακτης ανάγκης, η μακροπρόθεσμη λύση βρίσκεται στην ανάπτυξη πολλαπλών υποδομών και μεταφορικών διαδρόμων, οι οποίοι παρέχουν κρίσιμες εναλλακτικές απέναντι σε ευάλωτα θαλάσσια σημεία συμφόρησης και ενισχύουν την ανθεκτικότητα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών.

Τα τελευταία χρόνια, η παγκόσμια προσοχή έχει στραφεί ολοένα και περισσότερο σε έναν τέτοιο εναλλακτικό διάδρομο: τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος έχει σχεδιαστεί για να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής. Ο διάδρομος IMEC διαθέτει σημαντικές δυνατότητες ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της οικονομικής ανθεκτικότητας σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας. Παράλληλα, προσφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη σε περιόδους κανονικότητας, μέσω της βελτίωσης της εμπορικής αποτελεσματικότητας, της περιφερειακής ολοκλήρωσης και των διασυνοριακών επενδύσεων. Ωστόσο, παραμένει μια μεγάλης κλίμακας πρωτοβουλία, η πλήρης υλοποίηση της οποίας αναμένεται να απαιτήσει πολλά χρόνια.

Μια πιο πρακτική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι η επανεξέταση της σειράς υλοποίησης των περιφερειακών πρωτοβουλιών διασύνδεσης. Αντί να αναμένουν την ολοκλήρωση ενός σύνθετου, μεγάλης κλίμακας έργου, οι χώρες μπορούν να ξεκινήσουν προωθώντας μικρότερες και άμεσα υλοποιήσιμες υποδομές, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν σημαντικά οφέλη στον ενεργειακό τομέα.

Αντί να περιμένει ολόκληρο το έργο IMEC, η περιοχή μπορεί αρχικά να προωθήσει τον Ενεργειακό Διάδρομο Ανατολικής Μεσογείου (Eastern Mediterranean Energy Corridor – EMEC): ένα πλαίσιο διασύνδεσης ενέργειας και υποδομών που συνδέει το Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα.

Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα του EMEC είναι ο συμπληρωματικός χαρακτήρας των αγορών ενέργειας και υποδομών Ελλάδας και Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι εξαγωγέας φυσικού αερίου, ενώ η Ελλάδα είναι εισαγωγέας ενέργειας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από εκείνες του Ισραήλ. Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό ανανεώσιμης ενέργειας, ενώ οι συγκριτικά χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στο Ισραήλ δημιουργούν ελκυστικές ευκαιρίες για διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρισμού.

Πέρα από τον ενεργειακό τομέα, ο EMEC θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει ολοκληρωμένες υποδομές logistics, έναν αγωγό φυσικού αερίου Ισραήλ–Κύπρου και ευρύτερη τεχνολογική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της εξαγωγής ισραηλινών τεχνολογιών αφαλάτωσης προς την Ελλάδα και άλλους περιφερειακούς εταίρους.

Ως άμεσο πρώτο βήμα, η ανάπτυξη της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ–Κύπρου μπορεί να αποτελέσει την αρχική φάση για τη μείωση της ενεργειακής απομόνωσης και των δύο χωρών και, με την πάροδο του χρόνου, να επιτρέψει την ενσωμάτωση του Ισραήλ και της Κύπρου στο ευρύτερο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο.

Παράλληλα, μπορεί να προωθηθεί μια διασύνδεση φυσικού αερίου Ισραήλ–Κύπρου ως αυτόνομη περιφερειακή πρωτοβουλία, ενισχύοντας την ενεργειακή συνδεσιμότητα ως πρώτο βήμα προς ένα μελλοντικό έργο αγωγού EastMed και υποστηρίζοντας σταδιακά τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου ενεργειακού συστήματος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η υποδομή αυτή επιτρέπει τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα αποδοτικού και συνεργατικού ενεργειακού συστήματος, το οποίο αξιοποιεί τα συμπληρωματικά κλιματικά πρότυπα και τους χρονικούς κύκλους ζήτησης. Σε περιόδους κατά τις οποίες η Κύπρος ή η Ελλάδα παρουσιάζουν πλεονάζουσα παραγωγή αιολικής ενέργειας, η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να εξάγεται προς το Ισραήλ. Αντίστροφα, κατά τις ώρες αιχμής της ημέρας, όταν το Ισραήλ παράγει πλεονάζουσα ηλιακή ενέργεια, η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να μεταφέρεται πίσω προς την Κύπρο, δημιουργώντας έναν αμφίδρομο μηχανισμό εξισορρόπησης που ενισχύει τη σταθερότητα του συστήματος, βελτιστοποιεί την αξιοποίηση των ΑΠΕ και βελτιώνει συνολικά την αποδοτικότητα και την ανθεκτικότητα των δικτύων στην περιοχή.

Η συνέργεια αυτή γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη όταν εξετάζεται η περίπτωση της Κύπρου. Σήμερα, περίπου το 70% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας εξακολουθεί να εξαρτάται από πετρέλαιο και ντίζελ. Παρότι έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου στα κυπριακά ύδατα, η εγχώρια αγορά από μόνη της είναι πολύ μικρή για να δικαιολογήσει το σημαντικό κόστος ανάπτυξης που απαιτείται για πλήρη αξιοποίηση.

Ήδη από το 2019, μια ευρωπαϊκή οδηγία ανέφερε ότι «η δυνατότητα εμπορίας ενέργειας – συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας – μεταξύ των χωρών θα πρέπει να επιτρέπει μια βιώσιμη, ασφαλή και ανταγωνιστική ενεργειακή προμήθεια εντός της ΕΕ». Το πλαίσιο αυτό αναγνώριζε ήδη τη στρατηγική αξία του διασυνοριακού εμπορίου ενέργειας για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού και της αποδοτικότητας της αγοράς, πολύ πριν από τις διαταραχές που συνδέθηκαν με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις αυξημένες εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ. Οι επόμενες αυτές κρίσεις απλώς ενίσχυσαν την ανάγκη επιτάχυνσης της ανάπτυξης τέτοιων διασυνδετικών υποδομών.

Αναγνωρίζοντας το τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος των συγκρούσεων, ο μακροπρόθεσμος στόχος πρέπει να είναι η προώθηση της περιφερειακής ειρήνης, σταθερότητας και οργανωμένης συνεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικονομική συνεργασία θα πρέπει να επεκταθεί πέρα από την Ελλάδα, το Ισραήλ και την Κύπρο, ώστε να περιλαμβάνει βασικούς περιφερειακούς εταίρους όπως η Αίγυπτος και η Ιορδανία, παράλληλα με μελλοντικές προοπτικές ενσωμάτωσης με την πρωτοβουλία ανοικοδόμησης της Γάζας και, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, τη Συρία και τον Λίβανο.

Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία, ευθυγραμμίζοντας το όραμα της Ανατολικής Μεσογείου με τη μεγαλύτερη στρατηγική φιλοδοξία του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC). Μια τέτοια αρχιτεκτονική τοποθετεί την οικονομική αλληλεξάρτηση ως θεμέλιο για τη σταθερότητα και την κοινή ευημερία στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Ο χρόνος για την οικοδόμηση αυτών των γεφυρών είναι τώρα.

Διαβάστε ακόμη