του Αντώνη Κοντολέοντος, προέδρου της ΕΒΙΚΕΝ

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό την πίεση του κινδύνου περαιτέρω αποβιομηχάνισης της Ευρώπης, ενόψει μάλιστα της νέας επερχόμενης ενεργειακής κρίσης, αφενός εξετάζει τη λήψη άμεσων μέτρων μείωσης του κόστους ενέργειας των βιομηχανιών έντασης ενέργειας, αφετέρου επανεξετάζει τα μέτρα που έχουν αποφασιστεί στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης και επιβαρύνουν υπέρμετρα τις βιομηχανίες.

Έτσι η Επιτροπή ήδη από πέρυσι τον Ιούνιο θέσπισε τη δυνατότητα τα κράτη μέλη να μπορούν να επιδοτήσουν (Clean Industrial State Aid Framework) έως 50% επί της ετήσιας τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς για το 50% της κατανάλωσης κάθε βιομηχανίας για τρία χρόνια. Ήδη εγκρίθηκαν αντίστοιχα μέτρα για τις Γερμανία, Βουλγαρία και Σλοβενία.

Υπό το φως της νέας κρίσης μάλιστα προτείνεται ως προσωρινό μέτρο έως το τέλος του 2026 η ενίσχυση να αφορά έως το 70% της τιμής της αγοράς και επιπλέον να είναι δυνατή η σώρευση αυτή έως το 50% με την επιδότηση για την Αντιστάθμιση για τη χρέωση CO2. Αναμένεται με ενδιαφέρον η τοποθέτηση της ελληνικής κυβέρνησης.

Είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για δύο διακριτά μέτρα ενίσχυσης των βιομηχανιών με τελείως όμως διαφορετική στόχευση. Το CISAF δίνει επιδότηση που υπολογίζεται ως ποσοστό επί της τιμής της αγοράς. Ήτοι καλύπτει τον κίνδυνο να εκτοξευτεί η αγορά εξαιτίας της ενδεχόμενης αύξησης της τιμής του φ.α, λόγω προσωρινής αδυναμίας ικανοποίησης της ζήτησης λαμβάνοντας υπόψη και την απαγόρευση προμήθειας σποτ ρωσικού φ.α.

Αντίθετα η Αντιστάθμιση CO2 απευθύνεται στις βιομηχανίες για τις οποίες υπάρχει κίνδυνος να φύγουν από την Ευρώπη (διαρροή άνθρακα) και υπολογίζεται βάσει της τιμής των δικαιωμάτων CO2 του προηγούμενου έτους, ήτοι στοχεύει να αντιμετωπίσει τυχόν εκτόξευση της τιμής των δικαιωμάτων CO2 και όχι των τιμών της αγοράς.

Γι’ αυτό τον λόγο η Επιτροπή θεώρησε επιβεβλημένο να θεσπίσει το CISAF και μάλιστα πρόσφατα να προτείνει επιπλέον τη δυνατότητα σώρευσης της επιδότησης από το CISAF με την επιδότηση από την Αντιστάθμιση CO2. Είναι προφανές ότι τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν τα όρια του ύψους κάθε επιδότησης.

Προφανώς δεν είναι σοβαρό μειονέκτημα του CISAF, το γεγονός ότι υποχρεώνει τις βιομηχανίες να επενδύσουν το 50% της επιδότησης σε πράσινα έργα, όρος καθόλα αποδεκτός, καθώς όλες οι βιομηχανίες έχουν πλέον κατανοήσει την αναγκαιότητα επένδυσης σε έργα αυτοκατανάλωσης ακόμη και με τη μορφή αποθήκευσης πριν το μετρητή.

Είναι επίσης προφανές ότι η Αντιστάθμιση δεν μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει μια πολύ σημαντική μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους ενεργειακής κρίσης, ακόμη και εάν μιλάμε για επιδότηση έως και 48€/MWh, λόγω της βελτίωσης του αποτυπώματος άνθρακα της χώρας από 0.73 tn CO2/Mwh σε 0.82 tn CO2/Mwh.

Πλην όμως η βελτίωση αυτή από μόνη της δεν εξασφαλίζει το ύψος της εν λόγω επιδότησης. Και τούτο διότι πρέπει να εξασφαλιστούν τα αναγκαία ποσά, συνθήκη που θα επαληθευθεί ένα έτος μετά.

Για την Αντιστάθμιση για το CO2 για το 2025 αναμένεται να διατεθεί μόνο το 20% των εσόδων από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων CO2, ήτοι 220εκ, παρά τη σχετική ΥΑ που είχε εκδοθεί από την προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΝ, που καθόριζε να διατεθεί το 25%. Γεγονός που δεν μας πείθει ότι η Αντιστάθμιση για το 2026 θα ξεπεράσει τα 300εκ €.

Επίσης το επιχείρημα ότι μέχρι σήμερα η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς δεν ξεπερνά τα 95 €/MWh δεν εξασφαλίζει την περαιτέρω εξέλιξη, μια και η περίοδος έως και σήμερα χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλη συμμετοχή των ΑΠΕ στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής έως 70% και χαμηλής ζήτησης. Το καλοκαίρι όμως ;

Για όλους τους παραπάνω λόγους η Επιτροπή αποφάσισε να θεσπίσει τη δυνατότητα σώρευσης των δύο μέτρων και όχι να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να επιλέξουν ένα από τα δύο μέτρα. Η τελική απόφαση για κάθε κράτος μέλος θα αποδείξει το εάν υπάρχει η πολιτική βούληση για στήριξη της βιομηχανίας του.

Διαβάστε ακόμη