του Σταύρου Γεννίτσαρη, Συνεργάτη Βιομηχανικής Πολιτικής, The Green Tank

Το υψηλό ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας έχει κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση τους τελευταίους μήνες. Η επιβάρυνση αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, των οποίων οι τιμές παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες σε γεωπολιτικές εντάσεις και διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού. Το φαινόμενο αυτό έγινε εμφανές τόσο κατά τη διάρκεια της πανδημίας όσο και πιο πρόσφατα, με τις αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές και τους περιορισμούς στη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ, έπειτα από την επίθεση ΗΠΑ–Ισραήλ στο Ιράν.

Την ίδια στιγμή, σημαντικό μέρος της πολιτικής και επιχειρηματικής ηγεσίας στην Ευρώπη φαίνεται να υποτιμά την κρισιμότητα της συγκυρίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, το οποίο δέχεται συντονισμένες πιέσεις από ομάδες συμφερόντων που επιδιώκουν την αποδυνάμωσή του. Ωστόσο, η αποδυνάμωση τέτοιων μηχανισμών δεν θα μειώσει το διαρθρωτικό ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας. Αντίθετα, κινδυνεύει να παρατείνει την εξάρτηση από ασταθείς και ακριβές πηγές ενέργειας, εκθέτοντας ακόμη περισσότερο τη βιομηχανία σε διεθνείς κρίσεις τιμών. Συνεπώς, η απανθρακοποίηση αποτελεί όχι μόνο αναγκαία στρατηγική για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, αλλά και προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της ίδιας της βιομηχανίας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η τσιμεντοβιομηχανία αποτελεί βασικό πυλώνα της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας. Παράλληλα, συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο ενεργοβόρων βιομηχανικών κλάδων και των σημαντικότερων πηγών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Οι εκπομπές αυτές προκύπτουν όχι μόνο από την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή θερμότητας, αλλά και από την ίδια τη χημική διεργασία παραγωγής κλίνκερ — του βασικού συστατικού του τσιμέντου.

Στον δημόσιο διάλογο, η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS) προβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά ως το βασικό εργαλείο μείωσης των εκπομπών στην τσιμεντοβιομηχανία. Ωστόσο, το CCS συνοδεύεται από υψηλό επενδυτικό και λειτουργικό κόστος, με αποτέλεσμα η οικονομική του βιωσιμότητα να προϋποθέτει σημαντικές ενισχύσεις από δημόσιους πόρους.

Παράλληλα, υπάρχουν σημαντικές τεχνικές προκλήσεις που σχετίζονται με την ανάπτυξη υποδομών μεταφοράς, την καταλληλότητα και επάρκεια χώρων αποθήκευσης, καθώς και την ανάγκη ταυτόχρονης ωρίμανσης και λειτουργίας των σχετικών έργων σε όλη την αλυσίδα δέσμευσης, μεταφοράς και αποθήκευσης άνθρακα.

Συνεπώς, παρόλο που το CCS μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο, θα πρέπει να περιοριστεί στο μέρος εκείνο των εκπομπών που δεν μπορούν να μειωθούν με άλλους τρόπους. Για τον λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να προωθηθούν παράλληλα και άλλες λύσεις, όπως η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, η ανάκτηση απορριπτόμενης θερμότητας, ο εξηλεκτρισμός των διεργασιών και η χρήση εναλλακτικών καυσίμων — ιδιαίτερα πράσινου υδρογόνου — που μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στη δραστική μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος του κλάδου.

Ωστόσο, οι διαθέσιμοι δημόσιοι και ιδιωτικοί πόροι για την απανθρακοποίηση της τσιμεντοβιομηχανίας παραμένουν περιορισμένοι, ενώ σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων έχει ήδη δεσμευτεί για έργα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS). Επομένως, προκειμένου να στηριχθούν οικονομικά οι εναλλακτικές λύσεις απανθρακοποίησης, απαιτούνται συμπληρωματικά μέτρα πολιτικής.

Σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να συμβάλει καθοριστικά η ενίσχυση της ζήτησης για πράσινα προϊόντα μέσω των Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων (ΠΔΣ). Πρόκειται για διαδικασίες δημοσίων προμηθειών για αγαθά, υπηρεσίες και έργα που ενσωματώνουν περιβαλλοντικά κριτήρια πέρα από το κριτήριο της χαμηλότερης οικονομικής προσφοράς, επιλέγοντας προϊόντα με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους.

Στην Ελλάδα, ο δημόσιος τομέας αποτελεί σημαντικό αγοραστή στην κατασκευαστική αγορά, καθώς οι δημόσιες συμβάσεις για έργα υποδομών και κατασκευές αντιπροσωπεύουν περίπου το 25–35% της συνολικής αξίας της κατασκευαστικής δραστηριότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η εφαρμογή Πράσινων Δημόσιων Συμβάσεων στις προμήθειες δημοσίων έργων και υποδομών μπορεί να δημιουργήσει ισχυρή και σταθερή ζήτηση για δομικά υλικά χαμηλών εκπομπών, όπως το «πράσινο» τσιμέντο.

Εφόσον οι δημόσιοι διαγωνισμοί αρχίσουν αρχικά να ευνοούν και σταδιακά να απαιτούν υλικά με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα, θα σταλεί ένα σαφές μήνυμα προς τη βιομηχανία για την επιτάχυνση επενδύσεων σε καινοτόμες τεχνολογίες απανθρακοποίησης της παραγωγής.

Σε εθνικό επίπεδο, η αξιοποίηση των ΠΔΣ παραμένει ακόμη περιορισμένη, ενώ η συστηματική ενσωμάτωση περιβαλλοντικών προδιαγραφών στους δημόσιους διαγωνισμούς δεν έχει προχωρήσει επαρκώς, ιδιαίτερα σε τομείς όπως οι κατασκευές. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις, που δημοσιεύτηκε το 2021, αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής για την προώθησή τους.

Συνεπώς, η επόμενη αναθεώρηση του σχεδίου θα πρέπει να συμπεριλάβει συγκεκριμένα μέτρα αξιοποίησης της δημόσιας ζήτησης για «πράσινο» τσιμέντο, με στόχο την εμπορική ωρίμανση τεχνολογιών απανθρακοποίησης και τη μείωση του επενδυτικού ρίσκου, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μετάβαση προς μια πιο ανταγωνιστική και κλιματικά ουδέτερη τσιμεντοβιομηχανία.

Διαβάστε ακόμη