Σε δύο παράλληλα μέτωπα, το δικαστικό και το θεσμικό, μεταφέρεται το επόμενο κεφάλαιο του σχεδιασμού για τα υπεράκτια αιολικά στην Ελλάδα. Από τη μία πλευρά, σύμφωνα με πληροφορίες, στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναμένεται να δοθεί η επόμενη κρίσιμη μάχη για τα δύο πιλοτικά έργα συνολικής ισχύος έως 600 MW στη θαλάσσια περιοχή της Αλεξανδρούπολης, μετά την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που έκανε δεκτή την προσφυγή του Δήμου Σαμοθράκης και ακύρωσε τις άδειες παραγωγής.

Η προσφυγή στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο ενδέχεται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, να αποτελέσει την επόμενη κίνηση της ΕΔΕΥΕΠ στην προσπάθεια να ανατραπεί η απόφαση που έβαλε νέο εμπόδιο στην ωρίμανση των πρώτων πιλοτικών offshore έργων της χώρας. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς τα δύο projects της Αλεξανδρούπολης αποτελούν ξεχωριστό κομμάτι του εθνικού σχεδιασμού. H υπόθεση αφορά δύο πιλοτικά υπεράκτια αιολικά πάρκα σταθερής έδρασης στην περιοχή της Σαμοθράκης με το ένα πάρκο της ΔΕΗ να έχει αδειοδοτηθεί για 216 MW και το άλλο των ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και Motor Oil για 400 MW.

Τα δύο έργα έχουν ιδιαίτερο βάρος για την ελληνική αγορά, όχι μόνο λόγω της ισχύος που μπορούν να προσθέσουν στο σύστημα, αλλά κυρίως επειδή προορίζονται να λειτουργήσουν ως η πρώτη δοκιμή μεγάλης κλίμακας για μια βιομηχανία που σήμερα ουσιαστικά δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Η ανάπτυξή τους μπορεί να αποτελέσει πεδίο απόκτησης τεχνογνωσίας για ελληνικές εταιρείες, λιμάνια, κατασκευαστές και προμηθευτές, πριν περάσει η αγορά στα μεγαλύτερα πλωτά έργα που προβλέπονται από τον εθνικό σχεδιασμό για τα επόμενα χρόνια.

Η σημασία τους βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μεταβατική λειτουργία. Πριν από την ανάπτυξη των εμπορικών θαλάσσιων περιοχών και των μεγάλων πλωτών εγκαταστάσεων, τα πιλοτικά της Αλεξανδρούπολης μπορούν να λειτουργήσουν ως πρώτο πεδίο εφαρμογής για ζητήματα κατασκευής, λειτουργίας, συντήρησης, λιμενικής εξυπηρέτησης και διασύνδεσης.

Στο επενδυτικό μέτωπο, πάντως, οι δύο πλευρές συνεχίζουν προς το παρόν να αναπτύσσουν χωριστά τα έργα τους, παρότι έχουν υπάρξει συνέργειες στην εκτέλεση επιμέρους τεχνικών ερευνών. Στην αγορά έχουν κατά καιρούς εξεταστεί και σενάρια στενότερης συνεργασίας λόγω της γειτνίασης των δύο projects, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει προκύψει αλλαγή στην αυτοτελή ανάπτυξή τους.

Η οικονομική εξίσωση παραμένει ανοιχτή

Πέρα όμως από το ΣτΕ, η μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τα πιλοτικά βρίσκεται στο οικονομικό μοντέλο πάνω στο οποίο θα στηριχθούν.

Για την αγορά, το καθοριστικό ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα εξασφαλιστούν έσοδα ικανά να στηρίξουν επενδύσεις με υψηλό αρχικό κόστος, μεγάλους χρόνους ανάπτυξης και σημαντικό τεχνολογικό ρίσκο. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο έχει ανοίξει τον δρόμο για τη δυνατότητα χορήγησης λειτουργικής ενίσχυσης, απαιτείται όμως η συμβατότητα του μηχανισμού με τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

Στο τραπέζι βρίσκεται η επιλογή ενός σχήματος που θα επιτρέψει την αποζημίωση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας με προκαθορισμένο τρόπο, υπό την προϋπόθεση ότι θα λάβει το πράσινο φως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Εναλλακτικά, το θεσμικό πλαίσιο αφήνει περιθώριο για διαφορετικό μηχανισμό μέσω ανταγωνιστικής διαδικασίας.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο εστιάζεται πλέον μεγάλο μέρος της συζήτησης. Χωρίς ορατότητα ως προς τα μελλοντικά έσοδα, οι επενδυτές δύσκολα μπορούν να προχωρήσουν στις τελικές επενδυτικές αποφάσεις που απαιτούνται για projects τέτοιου μεγέθους.

Παράλληλα έχει εξεταστεί η αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, μεταξύ των οποίων και πόροι που συνδέονται με την απανθρακοποίηση, ώστε να περιοριστεί το χρηματοδοτικό βάρος των πρώτων επενδύσεων και να καταστεί το μοντέλο οικονομικά βιώσιμο.

Η νέα φόρμουλα για το SPV

Σε διαφορετικό, αλλά εξίσου κρίσιμο μέτωπο, συνεχίζεται η αναζήτηση της κατάλληλης φόρμουλας για τη μετοχική σύνθεση της εταιρείας ειδικού σκοπού (SPV)), η οποία έχει αναλάβει να «τρέξει» τις αναγκαίες έρευνες και μελέτες για την ωρίμανση των θαλάσσιων περιοχών όπου προβλέπεται να αναπτυχθούν τα πρώτα εμπορικά υπεράκτια αιολικά πάρκα. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον τόσο η διεύρυνση του μετοχικού σχήματος όσο και ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να διατηρήσει ενεργό ρόλο ο ΑΔΜΗΕ, από τη στιγμή που η συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο του SPV έχει ουσιαστικά αποκλειστεί.

Η αρχική πρόταση για την είσοδο του Διαχειριστή στο SPV είχε περάσει από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΑΔΜΗΕ. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, στο πλαίσιο σειράς συναντήσεων με τη ΡΑΑΕΥ μέσα στο καλοκαίρι, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η άμεση μετοχική συμμετοχή του δεν μπορεί να προχωρήσει. Σύμφωνα με τη σχετική προσέγγιση, μια τέτοια κίνηση θεωρείται ασύμβατη με τη ρυθμιζόμενη δραστηριότητα του Διαχειριστή, κινείται εκτός του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να λάβει την απαιτούμενη έγκριση.

Ο ΑΔΜΗΕ, πάντως, δεν αναμένεται να μείνει εκτός της διαδικασίας. Αντιθέτως, θα εξακολουθήσει να έχει κομβικό ρόλο λόγω των θεσμικών του αρμοδιοτήτων στον σχεδιασμό και την ανάπτυξη του Συστήματος Μεταφοράς. Μία από τις εναλλακτικές λύσεις που βρίσκονται στο τραπέζι –και μένει να φανεί εάν τελικά θα υιοθετηθεί– είναι η σύναψη ειδικής συμφωνίας με την ΕΔΕΥΕΠ ή απευθείας με το SPV, η οποία θα επιτρέπει στον Διαχειριστή να αποκτά πρόσβαση στα αναγκαία δεδομένα χωρίς να συμμετέχει μετοχικά στην εταιρεία.

Η πρόσβαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό των ηλεκτρικών υποδομών που θα συνοδεύσουν την ανάπτυξη των offshore έργων. Ο ΑΔΜΗΕ θα πρέπει, με βάση τα στοιχεία που θα συγκεντρωθούν, να προσδιορίσει τα σημεία στα οποία τα μελλοντικά υπεράκτια αιολικά πάρκα θα συνδεθούν με το ηπειρωτικό σύστημα, καθώς και τα συνοδά έργα μεταφοράς που θα απαιτηθούν για την ασφαλή ένταξη της νέας ισχύος στο δίκτυο.

Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται έτσι στη νέα σύνθεση του SPV, το οποίο σήμερα ανήκει κατά 100% στην ΕΔΕΥΕΠ. Η συζήτηση για τη διεύρυνση της μετοχικής του βάσης παραμένει ανοιχτή, με την προσοχή να στρέφεται, μεταξύ άλλων, σε τραπεζικά ιδρύματα αλλά και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη του Εθνικού Προγράμματος Υπεράκτιων Αιολικών Πάρκων. Στόχος είναι να διαμορφωθεί ένα συμπαγές εταιρικό σχήμα με επαρκή χρηματοδοτική ισχύ, ώστε να μπορέσει να αναλάβει το σημαντικό κόστος των ερευνών και των μελετών που απαιτούνται πριν από την προκήρυξη των διαγωνισμών.

Η αποστολή του SPV είναι, άλλωστε, κομβική για το επόμενο στάδιο του εθνικού σχεδιασμού. Η εταιρεία καλείται να οργανώσει και να χρηματοδοτήσει τη συλλογή των ανεμολογικών, βυθομετρικών και άλλων τεχνικών δεδομένων που απαιτούνται για την ωρίμανση των περιοχών στις οποίες προβλέπεται να εγκατασταθούν τα πρώτα εμπορικά υπεράκτια αιολικά. Τα δεδομένα αυτά θα αποτελέσουν τη βάση πάνω στην οποία θα σχεδιαστούν οι μελλοντικοί διαγωνισμοί και θα διαμορφωθούν οι όροι παραχώρησης των θαλάσσιων περιοχών στους επενδυτές.

Στην Ελλάδα, οι παραπάνω εκκρεμότητες συμπίπτουν με μια περίοδο κατά την οποία ο σχεδιασμός για τα υπεράκτια αιολικά επιχειρεί να περάσει από τη μακρά φάση της θεσμικής προετοιμασίας στην ουσιαστική ωρίμανση των πρώτων έργων. Η πρόκληση είναι διπλή, αφενός να ξεπεραστούν τα νομικά και ρυθμιστικά εμπόδια που εξακολουθούν να βαραίνουν επιμέρους projects και, αφετέρου, να διατηρηθεί η επενδυτική δυναμική σε έναν κλάδο ιδιαίτερα απαιτητικό σε κεφάλαια, υποδομές και χρόνο προετοιμασίας.

Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών έχει ήδη περάσει το στάδιο της περιβαλλοντικής έγκρισης, ανοίγοντας τον δρόμο για το επόμενο θεσμικό βήμα, που είναι η έκδοση των Προεδρικών Διαταγμάτων. Μέσω αυτών θα αποκτήσουν σαφέστερα χαρακτηριστικά οι επιμέρους θαλάσσιες περιοχές, καθώς θα προσδιοριστούν η χωροθέτηση, οι όροι ανάπτυξης και η ισχύς που θα μπορεί να εγκατασταθεί σε κάθε ζώνη.

Η συγκεκριμένη διαδικασία θεωρείται κομβική, καθώς μεταφέρει τον σχεδιασμό από το επίπεδο της γενικής στρατηγικής σε πιο συγκεκριμένες δεσμεύσεις ανά περιοχή, δημιουργώντας ένα πιο καθαρό πλαίσιο για τους επενδυτές που θα κληθούν να τοποθετηθούν στους μελλοντικούς διαγωνισμούς.

Την ίδια στιγμή, προχωρεί η προετοιμασία του κανονιστικού πλαισίου που θα καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα διεξαχθούν οι μελλοντικοί διαγωνισμοί.

Το πρώτο πακέτο κανόνων αναμένεται να περιλαμβάνει τις βασικές προϋποθέσεις συμμετοχής, τα κριτήρια για τους επενδυτές, τον τρόπο με τον οποίο θα συνδέονται οι συμβάσεις λειτουργικής ενίσχυσης με τον πληθωρισμό, αλλά και περιορισμούς ως προς τον αριθμό των περιοχών που θα μπορεί να εξασφαλίσει ένας επενδυτής. Η τελευταία παράμετρος συνδέεται ευθέως με την επιδίωξη να αποφευχθεί υπερβολική συγκέντρωση και να διατηρηθούν συνθήκες ανταγωνισμού.

Σε επόμενο στάδιο και πιο κοντά στην έναρξη των διαγωνισμών προβλέπεται δεύτερη υπουργική απόφαση, με περισσότερο εξειδικευμένους όρους για την ίδια τη διαδικασία.

Η δέσμευση των 2,35 GW

Σημαντικό κομμάτι του σχεδιασμού αφορά και τον ηλεκτρικό χώρο που θα διατεθεί για τα offshore έργα. Μέχρι στιγμής έχει προβλεφθεί δέσμευση ισχύος 2,35 GW, επίπεδο υψηλότερο από τον πρώτο στόχο ανάπτυξης περίπου 1,9 GW.

Η διαφορά λειτουργεί ως ένα πρόσθετο περιθώριο ασφαλείας για το πρώτο κύμα έργων, καθώς επιτρέπει στον σχεδιασμό να κινηθεί χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από την ταυτόχρονη δημιουργία νέου ηλεκτρικού χώρου. Για έναν κλάδο με μακρύ χρόνο ωρίμανσης και υψηλό κόστος κατασκευής, η εξασφάλιση δυνατότητας σύνδεσης αποτελεί βασικό όρο επενδυτικής ορατότητας.

Από τον πρώτο στόχο των 2 GW στη ζώνη των 5 GW

Ο σχεδιασμός, πάντως, δεν περιορίζεται στις πρώτες εμπορικές αναπτύξεις. Στο παρασκήνιο ήδη εξετάζεται το επόμενο βήμα, με ορίζοντα εγκατεστημένης ισχύος της τάξης των 4 έως 5 GW μέσα στην επόμενη δεκαετία έως δεκαπενταετία.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ΕΔΕΥΕΠ επεξεργάζεται μελέτη για τη συνολική επίδραση των υπεράκτιων αιολικών στο ηλεκτρικό σύστημα, με έμφαση στην ευστάθεια, στις τιμές, στη μείωση των εισαγωγών και στην ενίσχυση των δυνατοτήτων εξαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Παράλληλα, όπως έγραψε το energygame.gr προετοιμάζεται δεύτερη στρατηγική μελέτη, με αντικείμενο τα κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στις λιμενικές υποδομές και στην εφοδιαστική αλυσίδα. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα κρίσιμο σκέλος, καθώς η ανάπτυξη offshore αιολικών σε μεγάλη κλίμακα προϋποθέτει λιμάνια ικανά να υποστηρίξουν συναρμολόγηση, αποθήκευση και μεταφορά εξοπλισμού μεγάλου μεγέθους, αλλά και μια αλυσίδα προμηθευτών που σήμερα στην Ελλάδα βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Διαβάστε ακόμη