Μια διαφορετική και ιδιαίτερη λύση για την αποθήκευση της ενέργειας που παράγουν οι ΑΠΕ εξετάζουν Πορτογάλοι επιστήμονες, αξιοποιώντας τα υπόγεια πορώδη (που έχουν μικροσκοπικά κενά/πόρους στο εσωτερικό τους) πετρώματα ως φυσικούς χώρους αποθήκευσης πεπιεσμένου αέρα. Η τεχνολογία βασίζεται στην αξιοποίηση της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα. Η λογική πίσω από αυτή την ιδέα είναι ότι όταν θα παράγεται περισσότερη ενέργεια από όση χρειάζεται, αυτή θα χρησιμοποιείται για να συμπιεστεί αέρας και να διοχετευθεί μέσω γεωτρήσεων σε βαθιά στρώματα πετρωμάτων. Σε βάθη από περίπου 500 έως και 3.000 μέτρα, ο αέρας αποθηκεύεται υπό πίεση στους πόρους του πετρώματος, αντικαθιστώντας το αλμυρό νερό που βρίσκεται φυσικά στους υπόγειους σχηματισμούς. Όταν υπάρχει ανάγκη για ηλεκτρική ενέργεια, ο πεπιεσμένος αέρας απελευθερώνεται, ανεβαίνει στην επιφάνεια και η εκτόνωσή του κινεί τουρμπίνες για την παραγωγή ηλεκτρισμού.

Αποθήκευση έως 1 TWh στο ευνοϊκό σενάριο – Τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας

Η μελέτη, την οποία επικαλείται το euronews, και στην οποία συμμετείχαν ερευνητές από το NOVA University Lisbon και το Instituto Dom Luiz, επιχείρησε να υπολογίσει το δυναμικό της συγκεκριμένης τεχνολογίας σε διαφορετικές γεωλογικές συνθήκες και βάθη. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, στο πλέον ευνοϊκό θεωρητικό σενάριο, ένα σύστημα μπορεί να φτάσει ενεργειακή πυκνότητα έως 156 kWh ανά κυβικό μέτρο και συνολική δυνατότητα αποθήκευσης έως 1 TWh σε βάθος 3.000 μέτρων. Πρόκειται για το ανώτατο σενάριο της προσομοίωσης και όχι για δεδομένη απόδοση ενός πραγματικού έργου. Ωστόσο, το μέγεθος αυτό καταδεικνύει τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Σύμφωνα με τους ερευνητές, ένα τέτοιο απόθεμα ενέργειας θα μπορούσε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να προσεγγίσει την κατανάλωση μιας μεσαίου μεγέθους πόλης στην Πορτογαλία.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα της αποθήκευσης πεπιεσμένου αέρα είναι η δυνατότητα ταχείας απόκρισης. Το σύστημα μπορεί να ενεργοποιείται και να απενεργοποιείται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, προσφέροντας πρόσθετη ευελιξία στη διαχείριση του δικτύου. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μια τέτοια τεχνολογία θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τις ΑΠΕ, απορροφώντας την πλεονάζουσα παραγωγή όταν η ζήτηση είναι χαμηλή και επιστρέφοντας ηλεκτρική ενέργεια στο δίκτυο όταν αυτή απαιτείται. Η δυνατότητα αυτή συνδέεται και με την έννοια του «black start», δηλαδή την ικανότητα επανεκκίνησης τμημάτων ενός ηλεκτρικού συστήματος χωρίς να απαιτείται προηγουμένως τροφοδοσία από το ίδιο το δίκτυο. Ο Πορτογάλος ερευνητής Ricardo Pereira εκτιμά ότι μια τέτοια υποδομή θα μπορούσε να συμβάλει στη διαχείριση κρίσεων μεγάλης κλίμακας, όπως το μπλακάουτ που έπληξε την Ιβηρική το 2025, χωρίς βέβαια να αποτελεί από μόνη της λύση για ένα τόσο σύνθετο περιστατικό. Οι επιστήμονες εξετάζουν πλέον ποιες περιοχές της Πορτογαλίας θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τέτοιες εγκαταστάσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Λουσιτανική Λεκάνη, μια εκτεταμένη γεωλογική ζώνη που εκτείνεται από την περιοχή της Λισαβόνας προς το Αβέιρο. Η περιοχή συνδυάζει κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς με υψηλή βιομηχανική και πληθυσμιακή δραστηριότητα, αλλά και σημαντική παρουσία αιολικής, ηλιακής και υδροηλεκτρικής παραγωγής. Μεταξύ των περιοχών που αναφέρονται ως δυνητικά κατάλληλες βρίσκονται η Λισαβόνα και η Αλμάδα.

Το ρυθμιστικό κενό φρενάρει την τεχνολογία

Παρά τις σημαντικές δυνατότητες που δείχνει να έχει σε θεωρητικό επίπεδο, η τεχνολογία βρίσκεται ακόμη στα πρώτα βήματα της ανάπτυξής της στην Πορτογαλία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, θα χρειαστούν περίπου πέντε έως δέκα χρόνια για να προχωρήσει από τη γεωλογική διερεύνηση και τις απαραίτητες γεωτρήσεις έως την κατασκευή μιας πιλοτικής μονάδας και την έναρξη λειτουργίας. Το βασικό εμπόδιο, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα το κόστος,  καθώς σύμφωνα με τον Pereira, η αποθήκευση πεπιεσμένου αέρα μπορεί να είναι ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες λύσεις μεγάλης διάρκειας, όπως το πράσινο υδρογόνο.

Στην Πορτογαλία, μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο. Όπως επισημαίνει ο ερευνητής, δεν υπάρχει ακόμη ειδική νομοθεσία που να καθορίζει τους όρους για την ανάπτυξη έργων αποθήκευσης ενέργειας σε υπόγειους γεωλογικούς σχηματισμούς. Αυτό περιορίζει ακόμη και τη δυνατότητα ιδιωτών επενδυτών να ξεκινήσουν τις απαραίτητες προκαταρκτικές μελέτες. Η ανάγκη για τέτοιες τεχνολογίες ενισχύεται όσο αυξάνεται η συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Η Ευρώπη διαθέτει σήμερα περίπου 55 GW αποθηκευτικής ισχύος και έχει θέσει στόχο να φτάσει τα 200 GW έως το 2030, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς των δικτύων και να περιορίσει την ανάγκη για ορυκτά καύσιμα.

Διαβάστε ακόμη